— Είσαι ανεύθυνη μάνα. Κάνε παιδιά αλλού.

Είσαι ανεύθυνη, μάνα. Πήγαινε να κάνεις παιδιά αλλού.

Η Ειρήνη ήταν μόλις δεκαεπτά χρονών όταν παντρεύτηκε τον Νίκο. Κατευθείαν μετά το σχολείο, και σε έναν μήνα ήδη φορούσε βέρα και η κοιλιά της φούσκωνε τόσο γρήγορα, που οι γειτόνισσες άρχισαν τα κουτσομπολιά: «Άραγε ήταν ήδη έγκυος πριν τον γάμο;», έλεγαν χαμηλόφωνα.

Γέννησε μια κόρη, τη βάφτισαν Μαργαρίτα, και η Ειρήνη μετακόμισε στο διαμέρισμα της πεθεράς της. Η πεθερά της, η κυρία Ευανθία, αν και έμενε σε άλλο διαμέρισμα, δυο στάσεις με το τραμ πιο πέρα, ένιωθε χρέος της να ελέγχει κάθε βήμα της νεαρής οικογένειας. Το διαμέρισμα ήταν παλιό, μεγάλο, με ψηλά ταβάνια και έπιπλα που η κυρία Ευανθία είχε αγοράσει από τα χρόνια της μεταπολίτευσης, και η Ειρήνη πάντα ένιωθε εκεί σαν φιλοξενούμενη που ήρθε για λίγο αλλά παγιδεύτηκε για χρόνια.

Με τη Μαργαρίτα, η Ειρήνη ασχολιόταν με χαρά. Πάνες, φορμάκια, άγρυπνες νύχτες, το πρώτο δόντι, το πρώτο βήμα, το πρώτο «μαμά» που άκουγε και της έσκιζε τη καρδιά από τρυφερότητα. Αλλά η Μαργαρίτα μεγάλωνε όχι μόνο με τη μαμά, αλλά και με τη γιαγιά Ευανθία που ερχόταν σχεδόν καθημερινά, και με τη θεία Πόπη, αδελφή του Νίκου, που έμενε στο ίδιο διαμέρισμα, καταλαμβάνοντας ένα μικρό δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα. Η Πόπη ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερη από τον Νίκο, αδύνατη, πάντα μαζεμένα τα μαλλιά σε κότσο και με αυτή τη μόνιμη έκφραση δυσφορίας. Και η Ευανθία και η Πόπη ήταν γυναίκες επίμονες, με αρχές από αυτές που ξέρουν πάντα το «σωστό» για όλα: πώς μεγαλώνεις παιδιά, πώς βράζεις φακές, πώς πλένεις, πώς φέρεσαι στον άντρα σου.

Ειρήνη, γιατί αφήνεις τον Νίκο να πηγαίνει στα συνεργεία με τους φίλους του; ρωτούσε η κυρία Ευανθία σουφρώνοντας τα χείλη της. Ο άντρας μου, ο μακαρίτης, πάντα σπίτι ερχόταν μετά τη δουλειά. Έτσι πρέπει, η οικογένεια πάνω από όλα.

Η Ειρήνη σωπαίνε, γιατί δεν είχε νόημα να διαφωνεί με την πεθερά. Κι αν το ξεκινούσε, η Ευανθία τελείωνε κάθε συζήτηση μ ένα βλέμμα. Η Πόπη πρόσθετε:

Ειρήνη, το κύριο είναι να προσέχεις τη Μαργαρίτα να μεγαλώνει σωστά. Της έφερα βιβλία για την ηλικία της, να τα διαβάζει. Τα παιδιά σήμερα χαλαρά, όλα από τις μάνες ξεκινούν.

Κι έτσι η Ειρήνη πρόσεχε, η Μαργαρίτα διάβαζε τα βιβλία, πήγαινε με τη γιαγιά σε μουσεία, έκανε αγγλικά με δασκάλα που βρήκε η Ευανθία. Γενικά μεγάλωνε μια σοβαρή, μελετηρή κοπέλα, ίδια η γιαγιά της στα νιάτα, όπως έλεγαν οι γείτονες.

Ο Νίκος, ο άντρας της Ειρήνης, ήταν ήσυχος, χωρίς μεγάλη παρουσία, δούλευε ηλεκτρολόγος σε εργοστάσιο, του άρεσε η μπύρα με τους φίλους και να βλέπει ποδόσφαιρο στην τηλεόραση. Η Ειρήνη τον αγαπούσε με μια ήρεμη αγάπη που έρχεται μετά από δέκα χρόνια μαζί, αφού έχουν ειπωθεί οι καυγάδες, κι όλα είναι πλέον γνώριμα και χωρίς προσποιήσεις. Ο Νίκος κι εκείνος αγαπούσε την Ειρήνη, αλλά το έδειχνε αδέξια της έφερνε τσάι στο κρεβάτι, σηκωνόταν νωρίς και της έφτιαχνε αυγά πριν ξυπνήσει.

Η Ευανθία τον αντιμετώπιζε με ψυχρή προστατευτικότητα, σαν παιδί που δεν ενηλικιώθηκε ποτέ, κι έλεγε συχνά:

Νίκο, δεν λες να αποκτήσεις λίγη σιγουριά; Είσαι σαν σκιά. Η γυναίκα σου σε βλέπει και αναρωτιέται, άντρας ή παιδί είναι;

Ο Νίκος χαμήλωνε το βλέμμα. Κι η Ειρήνη τα βράδια, δίπλα του στο σκοτάδι, τον χάιδευε και του ψιθύριζε: «Μη τους ακούς, είσαι ο καλύτερος». Εκείνος δεν απαντούσε, μόνον αναστέναζε και αποκοιμιόταν. Κι εκείνη ξαγρυπνούσε, κοιτούσε το ταβάνι και σκεφτόταν πως γίνεται να αγαπάς τόσο κάποιον και να μην μπορείς να τον προστατέψεις γιατί φοβάσαι, γιατί το σπίτι δεν είναι δικό σου, γιατί νιώθεις πάντα φιλοξενούμενη.

Όταν η Μαργαρίτα έκλεισε τα δεκατρία, η κυρία Ευανθία αρρώστησε βαριά, καρκίνος στο πάγκρεας. Δεν έκλαψε όταν το έμαθε. Μόνο έσφιξε τα χείλη κι έφυγε για τον συμβολαιογράφο. Εμοίρασε τη μικρή της περιουσία «δίκαια», όπως πίστευε: το δικό της διαμέρισμα δύο δωματίων στο κέντρο στην Πόπη, και το άλλο, το μεγάλο τριάρι όπου έμενε η οικογένεια της Ειρήνης, στον γιο της Νίκο. Θεωρούσε, έτσι, όλα τακτοποιημένα.

Όμως ήρθε το απρόβλεπτο. Τρεις εβδομάδες αφού έγραψε τη διαθήκη, ο Νίκος, μόλις βγήκε από τη δουλειά, τον παρέσυρε αυτοκίνητο στη διάβαση. Μια νέα οδηγός, αφηρημένη, όπως έγραψε το πόρισμα. Η Πόπη τηλεφώνησε με λυγμούς στην Ειρήνη. Εκείνη δεν θυμάται πώς έφτασε στον νεκροθάλαμο, πώς κοιτούσε το πρόσωπο του άντρα της, πώς υπέγραψε έγγραφα, πώς γύρισε σπίτι, κοιτώντας ανέκφραστα έξω.

Η Μαργαρίτα είχε μείνει με τη γιαγιά εκείνη τη μέρα, η Ειρήνη μπήκε σε άδειο σπίτι και κάθισε στο σαλόνι ως το πρωί, άγρυπνη.

Η Ευανθία επέζησε του γιου της μόνο δύο μήνες. Οι γιατροί είπαν η αρρώστια προχώρησε γρήγορα, οι χημειοθεραπείες δεν βοήθησαν, το κορμί αδύνατο. Η Ειρήνη όμως ήξερε πως απλώς δεν της απέμεινε λόγος να ζει χωρίς τον γιο της. Όσο κι αν τον μάλωνε και τον επέπληττε, ήταν το παιδί της. Μετά το θάνατο του Νίκου, λύγισε τελείως. Πριν φύγει, κάλεσε τον συμβολαιογράφο στο νοσοκομείο, άλλαξε διαθήκη: το τριάρι να πάει πια στην εγγονή, τη Μαργαρίτα.

Το διαμέρισμα στη Μαργαριτούλα, είπε ψιθυριστά στην Πόπη, κι εσύ το δικό σου. Να την προσέχεις και να μην πάρει στραβό δρόμο, σαν τη μάνα της. Η Ειρήνη είναι καλή, αλλά αδύναμη. Η Μαργαρίτα χρειάζεται σκληρό χέρι.

Η Πόπη έγειρε καταφατικά, ανέκφραστη.

Έτσι, η Ειρήνη έμεινε πια μόνη της με τη μοναχοκόρη, στο σπίτι που πια ανήκε στη Μαργαρίτα αλλά εκείνη ήταν δεκατέσσερα, με κηδεμόνα πάντα τη μητέρα της, οπότε κατά βάθος τίποτα δεν άλλαζε στην καθημερινότητα. Τα πρώτα χρόνια η Ειρήνη δεν το σκεφτόταν καν, υπήρχε δουλειά, νοικοκυριό και το μεγάλωμα της κόρης.

Πέρασαν πέντε χρόνια έτσι, με δουλειά, άγχη, αγώνα για να μη λείψει τίποτα στη Μαργαρίτα καλά ρούχα, κινητό, ιδιαίτερα μαθήματα. Η Ειρήνη δεν ήταν γκρινιάρα, δούλευε, άντεχε. Όταν η Μαργαρίτα πέρασε με υποτροφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, η μάνα δάκρυσε απ τη χαρά. Τίποτα δεν πήγε χαμένο, κάθε θυσία έπιασε τόπο. Η Μαργαρίτα, από νωρίς, έβγαζε και το χαρτζιλίκι της από μεταφράσεις, άριστη στα αγγλικά, χάρη στη γιαγιά και τη θεία που την έτρεχαν σε δασκάλους.

Κι εκεί, κάτι πήγε να στήσει ξανά η Ειρήνη στη ζωή της. Σε ένα λεωφορείο γνώρισε τον Γιώργο, όταν της βοήθησε να κουβαλήσει τα ψώνια. Συζήτησαν, βρήκαν κοινές εμπειρίες. Εκείνος δεκατρία χρόνια μεγαλύτερος, με δύο μεγάλα παιδιά, η γυναίκα του μετά από εγκεφαλικό στο καρότσι, πλήρως εξαρτημένη. Ο ίδιος την πρόσεχε.

Δεν είμαι ήρωας, της είπε στην τρίτη τους συνάντηση, στο παγκάκι του πάρκου. Απλά δεν μπορώ να την αφήσω. Όσα χρόνια κι αν περάσαν, ήταν μάνα των παιδιών μου. Αλλά έχω ξεχάσει τη χαρά, τι πάει να πει προσδοκία. Μαζί σου το ξαναθυμήθηκα.

Η Ειρήνη τον καταλάβαινε. Στα τριάντα οκτώ δεν ψάχνεις πρίγκιπες ή παραμύθια, παίρνεις ό,τι έρθει αληθινό.

Δε μίλησε αμέσως στη Μαργαρίτα. Απέφευγε αρχικά, έλεγε πως αργούσε στη δουλειά ή θα έβγαινε με φίλη. Αλλά η κόρη της, παρατηρητική, κατάλαβε γρήγορα τις αλλαγές στη μητέρα· το χαμόγελο, το βλέμμα της. Όταν η Ειρήνη αγόρασε ένα καινούργιο φόρεμα, ειδικά για τον Γιώργο, η Μαργαρίτα ρώτησε ξεκάθαρα:

Μαμά, έχεις κάποιον; Τα λεφτά τώρα πάνε για σένα, νέο φόρεμα, καινούργιο άρωμα… Πες μου την αλήθεια.

Η Ειρήνη κοκκίνισε σαν εικοσάχρονη και τα είπε όλα. Για τον Γιώργο, την άρρωστη σύζυγό του, για τον δεσμό τους, πως πραγματικά τον αγαπά.

Η Μαργαρίτα άκουγε με ψυχρό πρόσωπο που γινόταν όλο και πιο σκληρό. Όταν η μητέρα της τελείωσε, είπε με φωνή ώριμη, αυστηρή, μια φωνή που θύμιζε μόνο την Ευανθία:

Μαμά, καταλαβαίνεις ότι μιλάς για παντρεμένο; Εσύ, που μου έλεγες τι είναι το σωστό, τώρα βγαίνεις με άντρα με γυναίκα άρρωστη; Το συνειδητοποιείς;

Δεν καταλαβαίνεις, ξεκίνησε η Ειρήνη, μα η Μαργαρίτα διέκοψε:

Καταλαβαίνω μια χαρά. Είσαι μόνη, νιώθεις άδεια, θέλεις στοργή, δεν είμαι χαζή. Όμως υπάρχουν όρια. Παντρεμένος κλειστό κεφάλαιο. Δεν είσαι δεκαοχτώ χρονών να μπλέκεις έτσι ανέμελα.

Η Ειρήνη πληγώθηκε, έκλαψε. Το απέδωσε σε νεανικό απόλυτο τρόπο. Η κόρη της έβλεπε τα πάντα άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, χωρίς αποχρώσεις.

Βρίσκονταν με τον Γιώργο στα κρυφά σε εξοχικά φίλων, ή σε μικρά διαμερίσματα μέσω γνωστών. Η Ειρήνη ήξερε ότι αυτό δεν ήταν έρωτας με το όνειρο της νιότης, αλλά στα τριάντα οκτώ εκτιμάς κάθε στιγμή.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν έχω το δικαίωμα σε όλο αυτό, της έλεγε ο Γιώργος στο άβολο διαμέρισμα με θέα σε μια ταράτσα. Κάθομαι δίπλα της και σκέφτομαι ότι είμαι εδώ μαζί σου ενώ αυτή ζει. Είναι άσχημο, ε;

Είναι, έλεγε η Ειρήνη, χωρίς να λέει ψέματα. Αλλά εγώ σε περιμένω και δεν σε κρίνω. Ποια είμαι εγώ

Είσαι καλός άνθρωπος, της ψιθύριζε. Η καλύτερη. Δεν πρόκειται να σε αφήσω. Ό,τι κι αν έρθει, θα είμαι κοντά σου.

Κι η Ειρήνη ήθελε να το πιστέψει, γιατί μετά από πέντε χρόνια μοναξιάς, άγχους, και την αίσθηση πάντα πως σηκώνει το κόσμο μόνη, είχε ανάγκη αυτή τη φράση: «Είσαι καλή, είμαι εδώ».

Όταν συνειδητοποίησε πως ήταν έγκυος, η Ειρήνη ένιωσε σαν να έφυγε το έδαφος. Δεν το πίστεψε αρχικά, έφτιαξε τρία τεστ, μετά πήγε σε γυναικολόγο που επιβεβαίωσε ψύχραιμα: «Έγκυος, μικρό το διάστημα, έξι εβδομάδες, υπάρχει χτύπος καρδιάς. Όλα καλά». Η Ειρήνη βγήκε, κάθισε σ ένα παγκάκι κι έκλαψε από ένα ακαθόριστο μίγμα φόβου, ανακούφισης και αβεβαιότητας.

Δεν ήξερε πώς να το πει στον Γιώργο. Ξαναζύγιζε στο μυαλό της όλες τις εκδοχές. Θα ήθελε; Θα τρόμαζε; Θα εγκατέλειπε; Ήξερε ότι δεν ήταν σκληρός άνθρωπος, αλλά είχε και δυο ενήλικα παιδιά, άρρωστη γυναίκα και μια μπερδεμένη ζωή. Περισσότερο όμως φοβόταν την κόρη της.

Το ανέβαλλε μέρες, μα δεν βρέθηκε «κατάλληλη στιγμή». Κάθισε απέναντι στη Μαργαρίτα ένα βράδυ και της το είπε ξερά:

Μαργαρίτα, πρέπει να σου πω κάτι: είμαι έγκυος.

Η Μαργαρίτα πάγωσε.

Από τον παντρεμένο; Ψιθυριστά.

Από τον Γιώργο, ναι. Αυτός είναι ο πατέρας.

Το ήξερα, γέλασε στυφά η Μαργαρίτα. Μάνα, σοβαρά τώρα; Είσαι τριάντα οχτώ, δουλεύεις σε δυο δουλειές, μόλις τα φέραμε βόλτα, και τώρα θες να κάνεις κι άλλο παιδί; Με έναν παντρεμένο που έχει τη γυναίκα του στο καρότσι και που δεν σου έχει προσφέρει τίποτα;

Μη το λες έτσι, τρέμανε η φωνή της Ειρήνης, Είναι η ζωή μου, το παιδί μου. Δεν ζητάω την άδειά σου.

Μην περιμένεις κιόλας, σηκώθηκε από το τραπέζι η Μαργαρίτα και το πρόσωπο της έσφιξε. Σε αυτό το σπίτι, στο δικό μου σπίτι, δεν θα γεννήσεις άλλο παιδί. Εδώ είναι δικό μου, το άφησε η γιαγιά σε μένα, όχι σε σένα.

Η Ειρήνη ένιωσε το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό της. Κοίταξε το παιδί της, το κορίτσι που είχε γεννήσει στα δεκαοχτώ, που δούλεψε για να της δίνει τα πάντα, και πια δεν το αναγνώριζε. Δεν ήταν δική της, ήταν το αντίγραφο της Ευανθίας και της Πόπης γυναίκες με αυστηρές αρχές που έβαζαν πάντα την Ειρήνη στη θέση της.

Τι λες, παιδί μου; ψέλλισε η Ειρήνη, με χέρια που έτρεμαν. Μαζί ζήσαμε εδώ όλη σου τη ζωή, εδώ σε μεγάλωσα!

Εσύ ήσουν εδώ όσο ζούσε ο πατέρας, της πέταξε η Μαργαρίτα. Μετά ήμουν μικρή και η γιαγιά σε κράτησε για μένα. Πάντα αυτό το σπίτι ήταν δικό μου. Δεν θα σε διώξω, δεν είμαι τέρας. Είσαι η μάνα μου, θα έχεις στέγη. Αλλά παιδιά από παντρεμένους και ξένοι άντρες, όχι εδώ. Θα φτιάξεις δικό σου σπίτι αν το θέλεις.

Πώς το λες αυτό; ψιθύρισε δακρυσμένη η Ειρήνη. Σου έδωσα τα πάντα, κι ήθελα να χαρείς για το αδερφάκι σου…

Να χαρώ για τι; Ποιος θα το μεγαλώσει; Εσύ με τα δύο μεροκάματα; Πάλι εγώ; Πάλι θυσίες; Δεν είμαι υποχρεωμένη να πληρώνω τα λάθη σου. Δεν θα γίνω η νταντά του παιδιού σου από έναν άντρα που δεν σου δίνει τίποτα. Δεν είσαι πια δεκαοχτώ…

Είσαι σαν τη θεία σου πια, αναστέναξε η Ειρήνη. Και σαν τη γιαγιά σου. Για εσάς πάντα ήμουν ένας ξένος άνθρωπος. Ένας φιλοξενούμενος στην «καθώς πρέπει» σας οικογένεια.

Μάνα, μη με παρουσιάζεις σαν κακιά, είπε η Μαργαρίτα. Σ αγαπώ και ποτέ δεν θα σου στερήσω τη στέγη. Αλλά αυτό το σπίτι είναι δικό μου, απόφαση δική μου ποιος μένει εδώ. Αν θέλεις οικογένεια, ας σε φροντίσει ο πατέρας του παιδιού σου.

Δεν θα μπορέσει ξέφυγε απ τα χείλη της Ειρήνης.

Το βλέπεις λοιπόν; ειρωνεύτηκε η Μαργαρίτα. Τα ήξερες και μπλέχτηκες. Θες κι από πάνω να φορτώσεις σε μένα τις συνέπειες; Δεν θα γίνω εγώ το δεκανίκι.

Δεν σου ζητώ να γίνεις, είπε σιγανά η Ειρήνη. Μονάχα παρακαλώ για κατανόηση, στήριξη, να μη με πετάξεις στο δρόμο με ένα μωρό.

Δεν θα σε πετάξω, επανέλαβε η Μαργαρίτα. Θα ζεις εδώ όπως πάντα. Μόνο, μόνη. Χωρίς παιδί. Βρες δικό σου σπίτι όταν γεννηθεί καινούργιο παιδί. Δεν θα χαλάσεις με τα λάθη σου το δρόμο μου.

Η Ειρήνη σηκώθηκε αργά, πήγε στο δωμάτιό της, έκλεισε την πόρτα και κουλουριάστηκε στο κρεβάτι. Σαν να κόπηκε επιτέλους ο δεσμός που νόμιζε ακατάλυτο. Όλα τα χαρούμενα αναμνήσεις με τη Μαργαρίτα την πλημμύρισαν και έκλαψε.

Σηκώθηκε σχεδόν άυπνη, πήρε το τηλέφωνο και κάλεσε τον Γιώργο. Απάντησε αφηρημένος, δίπλα στη γυναίκα του.

Γιώργο, είμαι έγκυος. Μπορείς να μας φροντίσεις; Σπίτι, χρήματα, να μη δουλεύω τον πρώτο χρόνο; Πες καθαρά.

Άκουσε τον Γιώργο να κόβεται η ανάσα του.

Ειρήνη μου… το ξέρεις βλέπεις… Δεν τα βγάζω πέρα οικονομικά, η γυναίκα μου έχει ανάγκη, τα παιδιά σπουδάζουν, ούτε το ενοίκιο δεν μπορώ να πληρώσω για έξτρα σπίτι… Θέλω να βοηθήσω αλλά μόνο λίγο, όσο μπορώ…

Λίγο, επανέλαβε η Ειρήνη. Κατάλαβα.

Άσε να το συζητήσουμε ήρεμα, να δούμε τι γίνεται…

Έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς άλλη κουβέντα. Ντύθηκε και βγήκε, χωρίς να κάνει φασαρία. Στο ιατρείο περίμενε δύο ώρες σχεδόν, αγέλαστη, ακίνητη στο κάθισμα. Όταν η γιατρός τη ρώτησε: «Θα προχωρήσουμε με την εγκυμοσύνη;», η Ειρήνη απάντησε ήρεμα:

Όχι, θα κάνω διακοπή κύησης.

Η γιατρός αναστέναξε, έγραψε το ραντεβού. Η Ειρήνη βγήκε στη δροσιά της Αθήνας, βαθιά αναπνοή που τσούζει στο στήθος, και ξέσπασε σε κλάμα. Γύρω της άλλες γυναίκες με φουσκωμένες κοιλιές, καρότσια, καθεμιά με το δικό της σταυρό. Κανείς δεν την κοίταξε.

Η ζωή στη σύγχρονη Αθήνα δεν είναι εύκολη για τις γυναίκες κουβαλούν σιωπηρές πληγές, ευθύνες και όνειρα. Μα αν κάπου υπάρχει ελπίδα, είναι ότι κάθε γυναίκα αξίζει κατανόηση, δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία και στήριξη, όχι κρίση. Γιατί η καρδιά μιας μάνας, ό,τι και να συμβεί, δεν είναι λάθος είναι ζωή που συνεχίζεται.

Oceń artykuł
— Είσαι ανεύθυνη μάνα. Κάνε παιδιά αλλού.