Όταν ήμουν δέκα χρονών, ο πατέρας μου αποφάσισε να παντρευτεί ξανά. Η νέα μου μητριά έμεινε πολύ γρήγορα έγκυος και απέκτησε ένα αγόρι. Έτσι μετατράπηκα σε δωρεάν babysitter, μάγειρα κι υπηρέτρια όλα σε ένα πακέτο, μια χαρά προσφορά αν το παρατηρήσει κανείς κυνικά.
Στο σπίτι το όνομά μου ήταν απλώς Ε, εσύ. Τα ρούχα που φορούσα τα είχα ξεπεράσει κατά δύο χρόνια, ενώ ο μικρός αδερφός μου έπαιρνε καινούργιο παιχνίδι πιο συχνά κι απ ότι παίρνει ο Ολυμπιακός πρωταθλήματα. Όταν ο μικρός μεγάλωσε, μ έδιωξαν από το δωμάτιό μου και φιλοξενήθηκα επισήμως στο σαλόνι, λες και ήμουν επίπλωμα Ikea το δωμάτιο, φυσικά, του το χάρισαν στον αδερφό μου.
Αν κάτι ευγνωμονώ στον πατέρα μου είναι ότι σταμάτησε αμέσως τις προσπάθειες της μητριάς μου να με δείρει. Δεν της απαγόρευσε όμως να με εξευτελίζει αυτό το επιτρεπόταν ανεξέλεγκτα. Κάθε μέρα άκουγα πως είμαι άσχημη (κανένας δεν θα σε θέλει, Μαρία!), και ανόητη (Αν περιμένεις να σπουδάσεις, γελάει ο κόσμος! Σκούπα και φαράσι!).
Η μητριά μου μου έλεγε συνέχεια ότι θα με ανεχτούν στην οικογένεια μόνο μέχρι να κλείσω τα δεκαοχτώ. Στα γενέθλιά μου θα με έβγαζε, λέει, στον δρόμο χωρίς πολλά-πολλά.
Όλες μου τις διακοπές τις περνούσα στο σπίτι της γιαγιάς μου. Ειλικρινά, ούτε εκεί ήμουν το αγαπημένο παιδί – η μαύρη πρόβατα όπως λέμε στην Ελλάδα. Καταριόταν την ημέρα που ο γιος της παντρεύτηκε τη μάνα μου κι ευχόταν να περάσω όπως πέρασε η σουλιά (στην παροιμία) δηλαδή χάλια.
Πάντα αναρωτιόμουν γιατί δεν με είχαν στείλει σε ορφανοτροφείο.
Μισό χρόνο πριν κλείσω τα δεκαοχτώ, άκουσα τον πατέρα μου να συζητά με τη μητριά μου και εκεί όλα μπήκαν στη θέση τους. Η μητριά μου έλεγε ότι εγώ δεν θα δεχτώ ποτέ, κι ο πατέρας μου την καθησύχαζε που θα με πείσει να του γράψω το διαμέρισμα και μην ανησυχείς, το χω.
Φυσικά γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος. Αυτή τη φορά, η μητριά μου είχε κάθε λόγο να ανησυχεί εγώ πια δεν ταράζομαι από τα πειράγματα, ούτε με αγγίζει η αγάπη του μικρού.
Παλιά φοβόμουν τα δεκαοχτώ μου, τώρα τα περίμενα σαν να βάζω τα καλά μου για φιέστα στο Σύνταγμα.
Στα γενέθλιά μου έδωσαν όλοι το παρών: ο πατέρας, η μητριά, η γιαγιά, και τα πεθερικά της μητριάς (να συμπληρωθεί το καρέ της έντασης). Ήταν η πρώτη μου σοβαρή γιορτή, δηλαδή με τσάι και κορμό σοκολάτας, μετά από οκτώ χρόνια. Μετά την τούρτα, μου είπαν να ετοιμάσω τα πράγματά μου. Ρώτησα πού πάω η γιαγιά μου απάντησε:
Τώρα είσαι ενήλικη. Από σήμερα είσαι υπεύθυνη για όλα. Καιρός να ευχαριστήσεις την οικογένειά σου για όσα σου προσέφερε. Θα πας με τον πατέρα σου στον συμβολαιογράφο και θα του δώσεις το διαμέρισμα. Το έχεις κληρονομήσει από τη μητέρα σου, αλλά δεν έπρεπε να είχε γίνει έτσι εκείνη υποσχέθηκε να το γράψει στον γιο μου. Τώρα, κάνε το καθήκον σου!
Τα πρόσωπά τους ήταν τόσο σοβαρά που παραλίγο να πνιγώ απ τα γέλια.
Ναι, γιαγιά, θα σας ευχαριστήσω για όλα σας. Για ανταμοιβή, δεν θα σας πετάξω έξω σήμερα, αλλά θα σας δώσω μια εβδομάδα να μαζέψετε τα πράγματά σας. Ο χρόνος τελείωσε.
Ήταν σαν να έπεσε κεραυνός! Με κατηγόρησαν για αχαριστία, η μητριά φώναζε πως μεγάλωσε φίδι, ο πατέρας μου πίστεψε ότι είναι μπόξερ κι έριξε και μια μπουνιά, οι γονείς της μητριάς ψιθύριζαν Τα λεγα εγώ, ξένα παιδιά τς τς τς! και η γιαγιά δραπέτευσε πετώντας την πόρτα.
Μαζέψαν τα μπογαλάκια τους και μετακόμισαν όλοι στη γιαγιά.
Λίγες μέρες αργότερα, ο πατέρας ήρθε στο νέο μου βασίλειο. Μου άφησε ένα χαρτί, λέγοντας Αφού δεν μου έδωσες το διαμέρισμα, να πληρώσεις το χρέος! και εξαφανίστηκε με στόμφο. Το χαρτί ήταν κατάλογος:
Φαγητό 3590 ευρώ.
Ρούχα 598 ευρώ.
Σχολικά 155 ευρώ.
Είδη υγιεινής 29 ευρώ.
Ηλεκτρικές συσκευές 50 ευρώ.
Δημοτική επιδότηση στέγασης 720 ευρώ.
Σύνολο: 5142 ευρώ.
Για την υποχρέωση των γονιών να μεγαλώνουν τα ανήλικα παιδιά τους, ούτε κουβέντα.
Έπιασα δουλειά και τους τελευταίους έξι μήνες, έδινα στον πατέρα μου το ένα τρίτο του μισθού μου κάθε μήνα, για να ξεχρεώσω αυτή τη χρέωση.
Υπολογίζω με αυτό το ρυθμό θα ξεπληρώσω το χρέος σε επτά-οκτώ χρόνια. Μετά, επιτέλους, θα είμαι εντελώς ελεύθερη.




