Είμαι πενήντα ετών και ζω ακόμα με τους γονείς μου από τότε που έμεινα έγκυος. Ο γιος μου είναι πλέον είκοσι. Έχω έναν αδελφό και μια αδελφή που έχουν φτιάξει τις δικές τους οικογένειες και σπίτια. Ο μεγάλος μου αδελφός, ο Σταύρος, είναι δικηγόρος. Η μικρή μου αδελφή, η Ελπίδα, είναι παντρεμένη και ζει με τον άντρα της στη Θεσσαλονίκη.
Εδώ και χρόνια βγάζω αρκετά χρήματα ώστε να μπορώ να αποκτήσω δικό μου σπίτι ή ακόμα και να αγοράσω το πατρικό από τον πατέρα μου. Κι όντως το προσπάθησα, όμως πάντα κάτι συμβαίνει και τα χαρτιά δεν ολοκληρώνονται. Μοναδικός μου όρος, αν αγοράσω το σπίτι, είναι να παραμείνει στο όνομά του μέχρι να φύγει από τη ζωή, ώστε να νιώθει σιγουριά πως ποτέ δεν θα βρεθεί χωρίς στέγη ή ασφάλεια. Ακόμα όμως δεν έχουμε καταλήξει σε οριστική συμφωνία.
Ο πατέρας μου, ο Νικόλαος, έχει ξεπεράσει τα εβδομήντα. Είναι ευθύς αλλά και δύσκολος, πολύ απότομος στη συμπεριφορά του. Δεν είναι πως δεν θέλει να βοηθήσει απλώς πλέον δεν μπορεί να κάνει πολλά όπως παλιά, όπως συμβαίνει συχνά με τους ηλικιωμένους. Έχει μείνει χήρος τα τελευταία τέσσερα χρόνια, μετά τον θάνατο της μητέρας μου, και ζει με τη μοναξιά και τις αναμνήσεις της.
Εγώ και ο γιος μου, ο Αντώνης, δουλεύουμε κι οι δύο. Καλύπτουμε το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων του σπιτιού: λογαριασμούς, φαγητό, τα καθημερινά ψώνια. Ο πατέρας μου βάζει το χέρι στο πορτοφόλι όταν πάρει τη σύνταξη, αλλά έχει γίνει πολύ συγκρατημένος και καχύποπτος με τα χρήματα.
Ο αδελφός μου περνά να τον δει για μισή ώρα κάθε έξι μήνες. Η αδελφή μου, που δεν εργάζεται, μας βοηθάει συχνά με ένα συμβολικό ποσό να μαγειρέψει ή να κρατήσει παρέα στον πατέρα μου όταν εγώ και ο Αντώνης δουλεύουμε.
Ο πατέρας μου, ακόμα και αν το φαγητό είναι έτοιμο, αν δεν του το σερβίρουμε, δεν θα φάει. Σχεδόν δεν κάνει τίποτα στο σπίτι, πέρα από το να παίζει πού και πού με τον σκύλο μου, την Αριάδνη, να βλέπει τηλεόραση ή βίντεο, και να κοιμάται. Η μεγαλύτερή του ανησυχία είναι να μη τελειώσουν τα καντήλια στο σπίτι και στο μνήμα της μαμάς και φυσικά ο σκύλος μου η «εγγονή» του, κακομαθημένη και άνετη στο κρεβάτι, όσο εκείνος ξεκουράζεται.
Υπάρχουν μέρες που παραπονιέμαι, γιατί καλύπτω σχεδόν όλα τα έξοδα του σπιτιού, το φαγητό και τους λογαριασμούς. Μα μετά θυμάμαι πόσο τυχερή είμαι που μπορώ ακόμα να φροντίζω τον πατέρα μου, να του κρατάω συντροφιά, να ανησυχώ γι αυτόν, να συζητάμε και να γελάμε μαζί να τον βλέπω να λατρεύει τον Αντώνη και την Αριάδνη. Αυτός έδωσε τα πάντα στην οικογένειά μας από τη μέρα που γεννήθηκα· τώρα είναι η σειρά μου να του ανταποδώσω με την ίδια αγάπη και φροντίδα που μου έδωσε εκείνος μέσα από το νοιάξιμό μου, την οικονομική στήριξη, το ενδιαφέρον μου, τον χρόνο μου.
Πολλοί με συμβουλεύουν να μετακομίσω, να κάνω τη δική μου ζωή σε άλλο σπίτι, αλλά δεν το θέλω και ούτε θα το κάνω ποτέ. Ποιος θα είναι δίπλα στον πατέρα μου αν του συμβεί κάτι τη νύχτα ή ανά πάσα στιγμή; Δεν μπορώ να τον φανταστώ, μόνο του, μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο αναμνήσεις ή να πηγαίνει μόνος στη λαϊκή και να πέσει στον δρόμο. Μερικές φορές πάει μόνος του σε κοντινές δουλειές, αλλά πάντα ξέρουμε πού είναι και τον προσέχουμε και στα ραντεβού με τον γιατρό πάντα τον συνοδεύουμε. Δεν θα μπορούσα να ζήσω με τύψεις κι αγωνία μετά απ όσα έκανε για μένα.
Όπως κι αν είναι συγκρατημένος, πεισματάρης, κάποιες φορές απότομος, άλλοτε χαρούμενος, άλλοτε θλιμμένος και ανήσυχος είναι ο πατέρας μου. Σε μεγάλο βαθμό σε αυτόν (και στη μητέρα μου) χρωστάω ό,τι είμαι σήμερα.
Τι θα αφήσω στον γιο μου όταν φύγω από τη ζωή; Θα του αφήσω το παράδειγμά μου, τη δύναμη να παλεύει στη ζωή, την εκπαίδευσή του, την ηθική μου ελπίζω το καλύτερο παράδειγμα και ίσως, αν όλα πάνε όπως τα ονειρεύομαι, το σπίτι του παππού του, πάντα με τον όρο που είπα: όσο ζει ο πατέρας μου, το σπίτι του ανήκει, ανεξάρτητα από το ποιος το πληρώνει.
Έμαθα πως το πιο σημαντικό πράγμα δεν είναι τα χρήματα ή τα σπίτια, αλλά η αγάπη και η φροντίδα για τους ανθρώπους που αγαπάμε. Αυτές οι στιγμές, όσο φαινομενικά απλές και αν είναι, είναι εκείνες που μας κάνουν πραγματικά πλούσιους.






