Είμαι 25 χρονών και от два μήνες ζω μαζί με τη γιαγιά μου.
Η θεία μου η μοναδική της ζωντανή κόρη έφυγε ξαφνικά πριν δύο μήνες. Μέχρι τότε, η γιαγιά μου ζούσε μαζί της. Μοιράζονταν το ίδιο σπίτι, τις ίδιες συνήθειες, τα μικρά καθημερινά μούγκρισματά τους. Εγώ πήγαινα συχνά, περνούσα να τις δω, αλλά η καθεμία μας είχε τη δική της ρουτίνα. Όλα άλλαξαν από τη στιγμή που η γιαγιά μου έμεινε μονάχη.
Η απώλεια δεν μου είναι άγνωστη. Η μητέρα μου πέθανε όταν ήμουν 19. Από τότε, έμαθα να ζω με την απουσία σαν με καινούργιο συνηθισμένο καλεσμένο. Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ. Καμία δραματική ιστορία, κανένα μυστικό απλά δεν υπήρξε. Έτσι, όταν «έφυγε» και η θεία μου, έγινε πολύ απλό: μείναμε μόνο εγώ και η γιαγιά μου.
Οι πρώτες μέρες μετά την κηδεία ήταν αλλόκοτες. Η γιαγιά μου δεν έκλαιγε ασταμάτητα, αλλά η θλίψη φαινόταν στα μικρά: σηκωνόταν πιο αργά, ξέχναγε τα φώτα ανοιχτά, καθόταν στην πολυθρόνα της και κοίταζε το πουθενά λες και έβλεπε δελτίο καιρού χωρίς ήλιο. Είπα μέσα μου πως θα μείνω «για μερικές μέρες». Αυτές οι μέρες έγιναν βδομάδες. Ώσπου μια μέρα, τακτοποιώντας τα ρούχα μου στις ντουλάπες, κατάλαβα ότι δεν πρόκειται να φύγω σύντομα.
Φυσικά, τα σχόλια δεν άργησαν να έρθουν. Σε αυτή τη χώρα πάντα θα υπάρχουν γνώμες δικές σου, των άλλων, και κυρίως της γιαγιάς της κυρίας απέναντι.
Άλλοι λένε ότι καλά έκανα πώς να αφήσεις μια ηλικιωμένη γυναίκα, που μόλις έχασε την κόρη της, μόνη; Άλλοι πάλι θεωρούν ότι χαραμίζω τα νιάτα μου· στα 25, μου λένε, πρέπει να ταξιδεύω, να ξενυχτάω, να βγαίνω με παρέες, να έχω σχέση, να «ζήσω τη ζωή μου» ρε παιδί μου! Με ρωτούν αν το βρίσκω βαρύ, αν νιώθω παγιδευμένη, αν φοβάμαι μήπως μείνω τελικά μόνη.
Η αλήθεια; Δεν το βλέπω έτσι.
Δουλεύω, κάνω οικονομία (σπάνια μένει τίποτα με τις τιμές στα σουπερμάρκετ), φροντίζω το σπίτι, πηγαίνω τη γιαγιά μου στους γιατρούς, μαγειρεύουμε μαζί, τα βράδια βλέπουμε σειρές στην τηλεόραση και κράζουμε τα ριάλιτι. Δεν νιώθω ότι στερούμαι νιώθω ότι διαλέγω. Αυτή τη στιγμή, δεν έχω σύντροφο, δεν σκέφτομαι παιδιά ή ξενιτιές. Σκέφτομαι σταθερότητα, συντροφιά, να μην ξαναγράψω το ίδιο σενάριο εγκατάλειψης που ξέρω απ έξω κι ανακατωτά.
Η γιαγιά μου είναι πια το μόνο που μου έμεινε από την άμεση οικογένειά μου. Δεν έχω μητέρα, δεν έχω θεία, ούτε πατέρα. Και δε θέλω η γιαγιά να περάσει τα τελευταία της χρόνια νιώθοντας βάρος ή εμπόδιο. Δε θέλω να τρώει μόνη κάθε μεσημέρι ή να κοιμάται με τη σκέψη πως δε μένει κανείς.
Μπορεί κάποια στιγμή αργότερα η ζωή μου να αλλάξει να ταξιδέψω, να ερωτευτώ, να φύγω. Αλλά σήμερα, εδώ είναι η θέση μου. Όχι από υποχρέωση. Όχι από ενοχή. Επειδή αγαπάω τη γιαγιά μου και αγαπάω τον εαυτό μου μαζί της.
Εσείς τι θα κάνατε στη δική μου θέση;Τα βράδια, λίγο πριν κοιμηθούμε, η γιαγιά μου γυρίζει και μου λέει «Καληνύχτα, κορίτσι μου». Και κάπου ανάμεσα στη μυρωδιά του χαμομηλιού και το χαμηλό φως του διαδρόμου, νιώθω μια παράξενη πληρότητα σα να έχω βρει προσωρινά εκείνο που πάντα μου έλειπε: μια αίσθηση πως, όσο και να αλλάξουν τα πρόσωπα και οι σχέσεις, τελικά το σπίτι το κουβαλάς εκεί που έχεις αγαπήσει.
Καμιά φορά, σκέφτομαι πως ίσως αυτή η συγκατοίκηση, η συμβίωση με τη γιαγιά, είναι το δικό μου μικρό θαύμα σ έναν κόσμο που δείχνει διαρκώς αλλού. Κι αν με ρωτάς, μου αρκεί για τώρα η ζεστή κουβέρτα, λίγο γέλιο μετά το δείπνο, και μια φωνή που με φωνάζει με το όνομά μου κάθε βράδυ.
Ελπίζω μια μέρα να θυμάμαι αυτές τις στιγμές σαν κάτι που μου έδωσε περισσότερη ζωή απ όση ζωή υπόσχονται τα ξενύχτια. Και καθώς κλείνω το φως, ήσυχα, δίπλα στη γιαγιά, σκέφτομαι πως ίσως τελικά μεγαλώνουμε στ αλήθεια μόνο όταν δίνουμε χώρο και στους άλλους να γεράσουν μαζί μας.



