Όταν γεννήθηκα, ο πατέρας μου εγκατέλειψε την οικογένεια. Η μητέρα μου με μεγάλωσε μόνη της. Τώρα καταλαβαίνω πως δεν ήταν αυτό που θα έλεγα πραγματικός γονιός. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είτε ήταν συνεχώς έξω από τον εαυτό της, είτε έλειπε μέρες ολόκληρες, είτε έφερνε στο σπίτι τους «φίλους» της.
Μέχρι τα δέκα μου χρόνια, πίστευα στ αλήθεια ότι όλα τα παιδιά ζούσαν με τον ίδιο τρόπο.
Όταν πήγα στο γυμνάσιο, ξεκίνησα να δουλεύω. Ήθελα να τρώω ένα πιάτο φαγητό κι ευτυχώς στο χωριό υπήρχαν διάφορες δουλειές. Κάποιες μέρες έπαιρνα λίγα ευρώ, άλλες ένα πιάτο φαγητό για την εργασία μου.
Μετά το σχολείο προσπάθησα να βρω μια κανονική δουλειά, αλλά ένα παιδί από φτωχή οικογένεια, χωρίς γνωριμίες ή χρήματα… Έτσι αναγκάστηκα να τα βγάλω πέρα μόνος μου. Όπως κι η μητέρα μου.
Δεν ξέρω ποτέ από πού έβρισκε πάντα τα λίγα χρήματα που είχε. Τα ψιλά που έβγαζα εγώ τα δίναμε στο φαγητό. Μάλλον της άρεσε έτσι, γιατί δεν ήθελε να αλλάξει τίποτα.
Και πριν από τρία χρόνια, άρχισε να εμφανίζεται συχνά στο σπίτι μας ένας άντρας…
Έδειχνε φτωχός, αλλά δεν ήταν αυτό που λες τελειωμένος αλκοολικός. Κατά κανόνα ήταν ήρεμος μαζί μου, τις περισσότερες φορές όμως απλά κιόλας δεν μου έδινε σημασία. Είχα ελπίσει μήπως και καταφέρει να αλλάξει τη μητέρα μου και ίσως ζήσουμε όλοι μαζί διαφορετικά, να ξεφύγουμε από αυτή τη μίζερη ζωή.
Τελικά βγήκε αληθινή η προσδοκία μου. Μετά από μερικούς μήνες σχεδόν καθημερινής παρουσίας, μετακόμισε μόνιμα μαζί μας. Δεν ένιωσα αντιπάθεια από τη μεριά του, αλλά πάντοτε είχα την αίσθηση ότι έκανε ό,τι μπορούσε για να μη με βλέπει καν. Η συμφορά ήρθε μια μέρα που δεν το περίμενα.
Μετά από έξι μήνες περίπου που μέναμε μαζί, γύρισα σπίτι ένα βράδυ. Είχα φέρει αυτά τα λίγα ευρώ που με κόπο είχα βγάλει. Σκεφτόμουν πως θα έκαναν τη μητέρα μου χαρούμενη, ειδικά αφού τελευταία έμοιαζε καταβεβλημένη και πικραμένη.
Όμως μπαίνοντας στο σπίτι, χωρίς να προλάβω να πω λέξη, η μητέρα μου άρχισε να φωνάζει ότι δεν είμαι πια ευπρόσδεκτος εδώ και πως έπρεπε να φύγω. Στην αρχή δεν κατάλαβα τον λόγο. Δεν είχα δώσει καμία αφορμή. Παρόλα αυτά, δεν έβρισκα νόημα να συζητήσω. Πήγα να κοιμηθώ σε έναν φίλο μου, ελπίζοντας πως θα είναι ένα ακόμα της ξέσπασμα και πως σε μια-δυο μέρες θα ηρεμούσε.
Αλλά όχι και την επόμενη μέρα με έδιωξε ξανά. Μετά έμαθα πως ο άντρας δεν με άντεχε καθόλου από την αρχή και κατάφερε να πείσει τη μητέρα μου να με διώξει. Κι εκείνη τον άκουσε.
Έτσι, βρέθηκα άστεγος στα 21 μου. Τώρα μένω με φίλους που, ευτυχώς, με βοηθάνε και με δέχονται σαν δικό τους άνθρωπο. Τα βγάζω πέρα, όπως πάντα από όπου μπορώ. Γι αυτό, όταν διαβάζω πώς κάποιοι άνθρωποι κατηγορούν τα παιδιά που δεν τιμούν τους γονείς τους, θέλω να τους πω: μερικοί έχουμε και τους λόγους μας…






