Είκοσι Χρόνια Έψαχνα Αγνοούμενους στα Δάση της Ελλάδας και Τους Έφερνα Πίσω Στο Σπίτι — Μα Όταν Βρήκα Μέσα στον Ορεινό Όγκο τη 14χρονη Κόρη Ενός Επιφανούς Αξιωματούχου, Για Πρώτη Φορά στη Ζωή Μου Είπα στον Ασύρματο:

Φίλε μου, άκου τι θέλω να σου πω κι ας είναι βαρύ. Εικοσι χρόνια ήμουν εθελοντής συντονιστής σε μια από τις μεγαλύτερες ομάδες έρευνας και διάσωσης εδώ στη βόρεια Ελλάδα. Ξέρεις, αυτοί που μπαίνουν σε δάση, βουνά, πόλεις και ψάχνουν χαμένους ανθρώπους με τα καλά μας και τα κακά μας. Πάντα λέγαμε ότι δεν είμαστε αστυνομία, ούτε δικαστές, ούτε κοινωνική υπηρεσία. Βρίσκεις τον άνθρωπο, τον παραδίδεις στην οικογένειά του ή στους μπάτσους, και τέλος. Το τι γίνεται πίσω απ τις κλειστές πόρτες δεν μας αφορά. Έτσι μεγαλώσαμε να σκεφτόμαστε, έτσι διδάσκεις τους καινούργιους.

Με λένε Μανώλη. Ήμουν ο «Λύκος» για την ομάδα γιατί πήγαινα πάντα εκεί που όλοι οι άλλοι τα σήκωναν τα χέρια ψηλά. Είχα χτίσει μια φήμη κι αν με ρώταγες πέντε χρόνια πριν, θα σου έλεγα ότι η επιστροφή στο σπίτι είναι πάντα το σωστό. Τίποτα δεν θα με έκανε να αμφιβάλω γι αυτό μέχρι που χάθηκε η Ιφιγένεια.

Η Ιφιγένεια ήταν δεκατεσσάρων. Κόρη ενός πολιτικού-εργολάβου στη Θεσσαλονίκη, με μπάρμπα στην κορώνη και ασύλληπτη δύναμη. Χάθηκε σε μια σχολική εκδρομή στον Όλυμπο εξαφανίστηκε στο δάσος, δεν γύρισε ποτέ.

Αυτό που έγινε τότε, ούτε σε σειρά στην τηλεόραση δεν το βλέπεις. Ο πατέρας της σήκωσε όλον τον μηχανισμό: πυροσβεστική, αστυνομία, ακόμα και στρατό. Ελικόπτερα, θερμικές κάμερες, όλοι κι όλα. Ο ίδιος έξω από τα ΜΜΕ, πρησμένα μάτια απ το κλάμα, να ικετεύει στην κάμερα: «Γυρνά πίσω παιδί μου, να δώσω τα πάντα για να σε βρούμε!» Όλη η ομάδα μου, εθελοντές, να μπαίνουν στο δάσος με βροχή ήλιο με βροχή. Τρεις μέρες χωρίς ύπνο, να ψάχνουμε κάθε γωνιά.

Τετάρτη μέρα, η έρευνα μεταφέρθηκε σε μια εγκαταλελειμμένη ξυλεία στα βουνά. Παντού δέντρα πεσμένα, λάσπη, το ρέμα είχε φουσκώσει απ τη βροχή. Μπήκα μόνος μου σ ένα παλιό κυνηγετικό καταφύγιο να ελέγξω δεν είχα προσδοκίες. Φώτισα με τον φακό δυνατά

Εκεί την είδα. Η Ιφιγένεια, κουλουριασμένη σε μια γωνιά, σκεπασμένη με έναν καταταλαιπωρημένο μουσαμά, έτρεμε σαν φύλλο. Τα χείλη της γαλάζια, σε κατάσταση σοκ. Πάω να φωνάξω στη συχνότητα:

Κέντρο, ο Λύκος εδώ. Βρέ…

Όχι! μου κόβει τη φωνή της, βραχνή, απελπισμένη.

Είχε έναν σκουριασμένο πρόκα στο χέρι, στραμμένο στο λαιμό της.

Αν τους πεις ότι με βρήκες, αν με πας πίσω, θα το καρφώσω… Σ το ορκίζομαι.

Πάγωσα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντούσα πιτσιρίκι να μη θέλει να γυρίσει σπίτι από φόβο είχα δει πολλά, αλλά αυτή ήταν αλλιώς. Προσπάθησα να μιλήσω ήρεμα, του τύπου «Ο πατέρας σου σ αγαπάει, όλοι σε ψάχνουν», όμως με πάγωσε το βλέμμα της. Έλυσε το παλτό και σήκωσε τη μπλούζα.

Στο φως είδα την πλάτη… Σημάδια παντού. Παλιές πληγές, κιτρίνισμα από παλιές ζώνες, κόκκινα εγκαύματα από τσιγάρο. Μώλωπες φρέσκοι, μωβ, σαν να την είχε σαπίσει στο ξύλο κάποιος γερά. Το πρόσωπό της, άδειο.

Η μάνα μου πέθανε πριν πέντε χρόνια, ψιθύρισε. Αυτός με σαπίζει κάθε μέρα, για το παραμικρό. Γιατί του θυμίζω τη μάνα μου, γιατί εκείνος κυβερνάει εδώ. Με παγιδεύει στο υπόγειο μέρες χωρίς νερό… Αν με πας στην αστυνομία, απλά θα με επιστρέψουν σ αυτόν, θα πάρουν το φακελάκι, κι εγώ θα πεθάνω έτσι κι αλλιώς… Άσε με να χαθώ, σε παρακαλώ.

Σιωπή στο κονάκι. Η ασύρματη να χτυπάει δυνατά.

Είχα μάθει τον νόμο. Έπρεπε να δώσω κατευθύνσεις, να καλέσω αστυνομία και ασθενοφόρο, να συντάξω και αναφορά για κακοποίηση ανηλίκου. Αλλά εγώ ζούσα στη Θεσσαλονίκη, στα σκληρά. Ήξερα ποιος ήταν ο πατέρας της, ήξερα πώς δουλεύει αστυνομία όλοι φιλαράκια. Μια αναφορά για το θεαθήναι, μετά θα την έκλειναν σε ψυχιατρείο, θα έπαιρναν το χρήμα, και θα την έβρισκαν πνιγμένη για τα καλά.

Είχα σώσει δεκάδες ζωές. Μα για πρώτη φορά κατάλαβα ότι αν θέλω να σώσω πραγματικά ένα παιδί, έπρεπε να σταματήσω να είμαι «διασώστης».

Πατάω το talkie:

Κέντρο, ο Λύκος εδώ. Τίποτα. Η καλύβα άδεια. Τέλος.

Έβγαλα το κατακόκκινο μπουφάν της. Έκανα μια κόψιμο στο χέρι μου με το σουγιά, έβαλα αίμα στο μανίκι.

Έλα μαζί μου, της ψιθυρίζω.

Βγήκαμε, περπάτησα τριακόσια μέτρα παρακάτω στον γκρεμό του ρέματος, άφησα το μπουφάν πιασμένο σε μια ρίζα, ίχνη που οδηγούσαν στο ποτάμι. Μετά, πήρα την Ιφιγένεια από κρυφά μονοπάτια, που μόνο εγώ ήξερα πέρα απ τα checkpoints. Την έβαλα στο δικό μου αμάξι, καλά κρυμμένο στην εθνική. Κοιμήθηκε μέσα στο sleeping bag, σήκωσα το καλοριφέρ στο φουλ και οδήγησα δέκα ώρες, διασχίζοντας Μακεδονία, Θεσσαλία, Ήπειρο.

Είχα μια φίλη σε έναν παράνομο ξενώνα κακοποιημένων γυναικών στην Καρδίτσα γυναίκα βράχος. Δεν ρώτησε τίποτα. Ήξερε να κρύβει ανθρώπους από όλους, από μπάτσους, από συγγενείς, από το κράτος. Άφησα την Ιφιγένεια εκεί. Με αγκάλιασε βουβά φεύγοντας.

Το τίμημα.

Γύρισα στο σώμα τα χαράματα, γεμάτος λάσπη, άπλυτος. Οδήγησα την ομάδα στην όχθη του ρέματος, έδειξα το αιματοβαμμένο μπουφάν.

Πρέπει να της ξέφυγε το πόδι και να παρασύρθηκε από το ποτάμι, είπα κοιτώντας τους όλους. Η ροή εδώ είναι δυνατή, το σώμα μάλλον χάθηκε στα νερά.

Θυμάμαι τους εθελοντές γεροδεμένοι άνδρες, κορίτσια που είχαν ξηλώσει τα πόδια τους στις αγριοτριανταφυλλιές. Έκλαψαν. Νόμιζαν ότι τα χάσαμε όλα ενώ κάναμε τα πάντα. Εγώ κουβαλούσα το ψέμα μόνος μου είχα πει τεράστιο ψέμα στο σώμα μου, τους ανθρώπους που τους θεωρούσα οικογένεια. Είχα διαπράξει απαγωγή ανηλίκου, αλλοίωση στοιχείων έγκλημα.

Ο πατέρας της Ιφιγένειας ξεσήκωσε τον κόσμο. Πένθος στις ειδήσεις, κηδεία με άδειο φέρετρο και κάποια ρούχα μέσα. Υπηρεσίες το έκλεισαν: «Τραγικό δυστύχημα». Έφυγα απ το Σώμα. Δεν μπορούσα να κοιτάζω πια κανέναν στα μάτια.

Λέγαν ότι χάλασα, ότι τα παράτησα, ότι ξέπεσα. Πήγε άλλος επικεφαλής. Έμεινα μόνος, σε ένα μικρό διαμέρισμα στον Εύοσμο, μούχλα και μυρωδιά από λάδια αυτοκινήτου. Εργάζομαι μηχανικός σε ένα παλιό συνεργείο, τίτλοι και βραβεία πουθενά.

Πριν μια βδομάδα, βρήκα έναν φάκελο χωρίς αποστολέα στο γραμματοκιβώτιο.

Μέσα είχε μια φωτογραφία μια όμορφη, γυναίκα γελαστή, γύρω στα είκοσι δύο, με λευκή μπλούζα, στην είσοδο ενός νοσηλευτικού ιδρύματος κάπου στα ορεινά. Μάτια ζωντανά, πεισματάρικα. Στην πίσω πλευρά, έγραφε:

«Είμαι ζωντανή. Και βοηθάω τώρα κι εγώ άλλους. Σ ευχαριστώ που δεν με έσωσες όπως προστάζουν οι κανόνες.»

Όλοι πιστεύουν πως το καλό είναι πάντα καθαρό, με μετάλλια και χειροκροτήματα. Αλλά να ξέρεις η αλήθεια δεν είναι πάντα όμορφη. Μερικές φορές για να σώσεις έναν αθώο, πρέπει να θάψεις μια ζωή, ακόμα κι αν είναι η δική σου. Και μπροστά σε αυτό, ούτε καθαρή συνείδηση ούτε καλή φήμη δεν αξίζουν όσο ένα δάκρυ λιγότερο σ ένα παιδί που γλίτωσε.

Εσύ, θα παραβίαζες τον νόμο, αν ήξερες ότι έτσι σώζεις κάποιον αθώο; Πού είναι το όριό σου; Για σκέψου το.

Oceń artykuł
Είκοσι Χρόνια Έψαχνα Αγνοούμενους στα Δάση της Ελλάδας και Τους Έφερνα Πίσω Στο Σπίτι — Μα Όταν Βρήκα Μέσα στον Ορεινό Όγκο τη 14χρονη Κόρη Ενός Επιφανούς Αξιωματούχου, Για Πρώτη Φορά στη Ζωή Μου Είπα στον Ασύρματο: