Είκοσι έξι χρόνια μετά
Το φασολάδα εκείνο το βράδυ της βγήκε εξαιρετική. Η Ειρήνη άνοιξε το καπάκι της κατσαρόλας, δοκίμασε με το κουτάλι, πρόσθεσε λίγο αλάτι και έμεινε ευχαριστημένη. Είκοσι έξι χρόνια της πήρε να τη φτιάχνει ακριβώς όπως άρεσε στον Κώστα: πηχτή, με κόκκινα φασόλια, ελαιόλαδο Κρήτης, χοντροκομμένα καρότα και φρέσκο μαϊντανό, προσθέτοντας το τελευταίο στο τέλος για να μην χαθεί το άρωμα. Άπλωσε το τραπεζομάντιλο στο καθιστικό, έκοψε ψωμί χωριάτικο, έβαλε την εμαγιέ κούπα τουεκείνη τη μαυρισμένη που δεν την άφηνε ποτέ να πεταχτεί, όσο παλιά κι αν είχε γίνει.
Ο Κώστας μπήκε στο σπίτι στις οκτώμισι. Κρέμασε το μπουφάν βιαστικά, που γλίστρησε αμέσως στο πάτωμα, και προχώρησε κατευθείαν προς την κουζίνα, χωρίς να της ρίξει ματιά.
Φασολάδα; την ρώτησε, κοιτάζοντας στην κατσαρόλα.
Φασολάδα. Κάτσε, θα σερβίρω.
Έκατσε, πήρε το κινητό του και άρχισε να χαζεύει πράγματα. Η Ειρήνη σέρβιρε το φαγητό, ακούμπησε το πιάτο του μπροστά του. Εκείνος έτρωγε αμίλητος, με το βλέμμα στο κινητό. Εκείνη κάθισε απέναντι με τσάι, κι ας είχε πια κρυώσει. Έξω ο νοέμβρης φυσούσε δυνατά, ανακάτευε τα κλαδιά της λεμονιάς, που είχαν φυτέψει οι δυο τους στον πρώτο χρόνο που μπήκαν σ εκείνο το σπίτι.
Κώστα, είπε η Ειρήνη, πρέπει να μιλήσουμε κάποια στιγμή.
Σήκωσε επιτέλους το βλέμμα. Στα μάτια του δεν υπήρχε θυμός ούτε ενδιαφέρον, μόνο το βλέμμα ενός ανθρώπου που τον διακόπτεις σε σημαντική δουλειά.
Για τι;
Δεν ξέρω. Τον τελευταίο καιρό νιώθω σαν να είμαστε ξένοι. Το βράδυ γυρνάς αργά, το πρωί φεύγεις πριν ξυπνήσω. Σχεδόν δε σε βλέπω. Όλα καλά;
Άφησε το κινητό. Έκοψε μια φέτα ψωμί, τη δάγκωσε.
Ειρήνη, σοβαρά τώρα; Τι σημαίνει «όλα καλά»;
Μιλάω για εμάς. Εμένα κι εσένα. Τη σχέση μας.
Το σκέφτηκε για λίγο. Την κοίταξε με βλέμμα που έλεγε πως κάτι μέσα του είχε αποφασιστεί καιρό πριν.
Θες αλήθεια;
Ναι, θέλω αλήθεια.
Ειλικρινά τότε, επανέλαβε και δάγκωσε το ψωμί. Δεν είμαι ερωτευμένος πια. Εδώ και χρόνια. Σε εκτιμώ σαν άνθρωπο, σαν εκείνη που κρατά το σπίτι μας. Μαγειρεύεις, καθαρίζεις, δεν δημιουργείς περιττά προβλήματα. Είναι βολικό. Αλλά αν μιλάς για έρωτα, όχι Ειρήνη. Αυτό έχει χαθεί πολλά χρόνια.
Τον κοίταξε. Το είπε ήρεμα, ψύχραιμα, όπως θα εξηγούσε γιατί διάλεξε μια μάρκα λαδιού για το αυτοκίνητο. Ούτε θυμός, ούτε λύπη, ούτε αμηχανία.
Μιλάς σοβαρά; ψιθύρισε.
Πάντα, όταν λέω σημαντικά πράγματα.
Και το λες έτσι απλά; Με τη φασολάδα;
Πότε αλλιώς θα το έλεγα; Ρώτησες. Απάντησα.
Σηκώθηκε. Μαζεύει το φλιτζάνι της και το βάζει στο νεροχύτη. Για μια στιγμή στέκεται στο παράθυρο, κοιτάζοντας το σκοτάδι και το φως του διπλανού σπιτιού. Στη κουζίνα της κυρίας Μαρίας καίει ακόμα το φως. Ίσως κι εκείνη να τρώει βραδινό.
Κατάλαβα, λέει η Ειρήνη και πάει στο υπνοδωμάτιο.
Δεν αντάλλαξαν άλλη κουβέντα το βράδυ εκείνο. Ο Κώστας τελείωσε με το κινητό του και έπεσε στον καναπέ, όπως συνήθιζε τελευταία. Εκείνη ξάπλωσε στο σκοτάδι ακούγοντας το ροχαλητό του από το σαλόνι. Η φασολάδα έμεινε σχεδόν άθικτη να κρυώνει στην κατσαρόλα.
Μια αληθινή ιστορία τόσο καθημερινή, τόσο σκληρή με τη σιωπηλή της ειλικρίνεια.
Το επόμενο πρωί η Ειρήνη σηκώθηκε έξι, όπως πάντα. Έβαλε το βραστήρα, βγήκε στην αυλή να ταΐσει τη μικρή γάτα που είχε έρθει πριν δύο χρόνια και είχε μείνει. Ο νοεμβριάτικος αέρας μύριζε υγρασία και πεσμένα φύλλα. Στεκόταν με τη ρόμπα κάτω από το μπουφάν, κοιτώντας τον κήπο. Η λεμονιά γυμνή και άχαρη, κάτω της πεταμένα τα τελευταία σαπισμένα λεμόνιαούτε πρόλαβε ούτε νοιάστηκε να τα μαζέψει.
«Είναι βολικό», σκέφτηκε, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του.
Είκοσι έξι χρόνια. Είκοσι έξι χρόνια μαγείρευε, έπλενε, καθάριζε, δεχόταν φιλοξενούμενους, ήξερε να μιλά σε «σημαντικούς» ανθρώπους, δεν έκανε ερωτήσεις, κρατούσε το σπίτι τους σαν να ήταν όντως μάγισσα, όπως της έλεγαν οι φίλες της. Αυτό ήταν το έργο της. Και τώρα αποδεικνυόταν πως ο ρόλος της είχε άλλη ονομασία. Όχι «σύζυγος». Όχι «αγαπημένη». Μόνο «βολική».
Η γάτα τρίφτηκε στα πόδια της. Η Ειρήνη έσκυψε να τη χαϊδέψει.
Να σκεφτούμε, φίλη μου, είπε μεγαλόφωνα.
Ο βραστήρας σφύριξε. Μπήκε μέσα.
Δε μαγείρεψε πρωινό. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια. Έφτιαξε ένα τσάι, πήρε μια φρυγανιά, κάθισε στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο. Ο Κώστας βγήκε στις επτάμιση, κοίταξε ξαφνιασμένος το άδειο τραπέζι.
Πρωινό;
Η κουζίνα είναι άδεια, απάντησε χωρίς να σηκώσει τα μάτια.
Έμεινε για λίγο, μετά πήρε το παλτό κι έφυγε. Η εξώπορτα ακούστηκε βαριά, άκουσε το SUV να φεύγει και τη μηχανή να σβήνει στη γωνία.
Η ησυχία ήταν σχεδόν απτή. Καθόταν μέσα σε αυτή και καταλάβαινε πως κάτι σοβαρό είχε αλλάξει. Όχι σ’ εκείνον, ούτε στη σχέση τους. Μέσα της.
Ζωή μετά τα πενήντα, σκεφτόταν, αρχίζει συχνά από έναν τέτοιο βραδινό διάλογο. Μια φράση ανατρέπει όσα θεωρούσες δεδομένα. Ήταν πενήντα δύο. Εκείνος πενήντα πέντε. Έμεναν σε δικό τους σπίτι λίγο έξω από την Αθήνα, σε ήσυχη γειτονιά, με αυλή, κήπο, ρυθμό ζωής ήσυχο και γνωστό. Το σπίτι όμορφο, με δεύτερο όροφο και βεράντα, με τη λεμονιά στην αυλή. Το θεωρούσε το βασικό κοινό τους σημείο.
Αλλά τελικά, σε ποιανου ήταν; Πώς ήταν στο όνομά του; Ήξερε αλήθεια ποιος το πλήρωσε; Τα λεφτά απ το παλιό της διαμέρισμα, που πούλησε στην αρχή της κοινής τους ζωής, πού πήγαν;
Άφησε το τσάι στο τραπέζι κι έκανε για πρώτη φορά ερωτήσεις που τις έβρισκε άλλοτε ακατάλληλες. Ποτέ δεν ασχολήθηκε σοβαρά με τα οικονομικά τους. Ο Κώστας της έλεγε πάντα, «Εγώ τα κανονίζω, μη στεναχωριέσαι». Και δεν στεναχωριόταν. Τις δουλειές του με ακίνητα ο Κώστας τις είχε χρόνια, αγοραπωλησίες, συμβουλές, πράγματα που ποτέ δεν έψαξε. Χρήματα είχαν, ζούσαν καλά, τόσο της αρκούσε.
Κάτι όμως μέσα της άλλαξε. Αθόρυβα, χωρίς δράματα. Μόνο ότι ήταν πια ώρα να βρει την αλήθεια. Σε όλα.
Κατά το μεσημέρι τηλεφώνησε στη φίλη της τη Δήμητρα. Φιλία ζωής, από το σχολείο, παρότι η Δήμητρα έμενε πια στον Πειραιά και συναντιούνταν πια σπάνια.
Δήμητρα, πρέπει να σε δω.
Έγινε κάτι;
Ο Κώστας μου είπε πως είμαι μόνο βολική. Όχι απαραίτητη, όχι αγαπημένη, βολική. Σαν το έπιπλο.
Παύση.
Έλα, είπε τελικά. Έλα τώρα.
Συναντήθηκαν σε ένα συνοικιακό καφέ κοντά στο σπίτι της Δήμητρας. Η Δήμητρα ήταν δυναμική γυναίκα, πρακτική, με δύο διαζύγια, και όπως έλεγε «ζυμωμένη ως το κόκκαλο». Άκουσε ήσυχα την Ειρήνη, μετά σιωπή.
Ειρήνη, θυμάσαι όταν πούλησες το διαμέρισμά σου το 98;
Ναι. Χτίζαμε το σπίτι.
Τα χρήματα τότε; Πού πήγαν;
Η Ειρήνη σκέφτηκε.
Στις εργασίες του σπιτιού. Ο Κώστας τα κανόνισε όλα.
Τα συμβόλαια όμως; Το σπίτι, το οικόπεδο, σε ποιο όνομα γράφτηκαν;
Η Ειρήνη συνειδητοποίησε πως δεν ήξερε. Ούτε όνομα, ούτε τίποτε. Και ντράπηκε.
Αυτό ακριβώς, είπε η Δήμητρα. Εσύ πρέπει να τα μάθεις. Όλα και γρήγορα. Ξεκίνα από τα χαρτιά.
Πιστεύεις ότι υπάρχει θέμα;
Πιστεύω πως όταν ένας άντρας σου λέει κατάμουτρα πως είσαι απλώς βολική, νιώθει πολύ ασφαλής. Όσους δεν θέλεις εύκολα να χάσεις δε τους προειδοποιείς έτσι. Καταλαβαίνεις;
Η Ειρήνη σκεφτόταν τα λόγια γυρνώντας σπίτι. Αυτή η φράση είχε κάτι κοφτερό και ψυχρό.
Έψαξε το γραφείο του. Ο Κώστας το αποκαλούσε «χώρο δουλειάς», δεν ήθελε να μπαίνει κανείς. Τώρα μπήκε, άναψε το φως και άρχισε.
Συρτάρια, ντοσιέ, γραφεία. Το τρίτο άνοιξε εύκολα. Βρήκε φάκελο με τίτλο «Σπίτι Έγγραφα».
Κάθισε κάτω στο πάτωμα και διάβασε. Ο τίτλος ιδιοκτησίας έλεγε: Παπαγεωργίου Κωνσταντίνος. Το ίδιο και το χαρτί για το οικόπεδο. Το συμβόλαιο αγοράς: πάλι Κώστας. Το έψαξε όλο. Το δικό της όνομα πουθενά.
Έμεινε καθισμένη στο πάτωμα για πολλή ώρα. Μετά τα τακτοποίησε όλα όπως ήταν. Πήγε στην κουζίνα, άναψε ξανά το βραστήρα. Έβαλε τσάι, έριξε μέλι με κουταλάκι, το ήπιε αργά. Δεν έκλαψε, όσο κι αν θα το περίμενε η ίδια. Απλά έμεινε ήρεμη κι αποφασισμένη.
Εκείνο το βράδυ έψαξε στο internet. Χρηματοοικονομική αυτονομία για γυναίκες, δικαιώματα συζύγου στην περιουσία, κοινά αποκτήματα. Κρατούσε σημειώσεις. Ως τις δύο, είχε μια σελίδα γεμάτη ερωτήσεις.
Το άλλο πρωί έκλεισε ραντεβού σε δικηγόρο που βρήκε μέσω γνωστών, όχι του Κώστα, ούτε μέσω δικών τους γνωστών. Ραντεβού σε δύο μέρες.
Και τότε της ήρθε μια ακόμα σκέψη.
Ο Κώστας είχε συνεργαστεί τα τελευταία πέντε χρόνια με μια δικηγόρο, την Άννα Αντωνίου. Την είχε συναντήσει μερικές φορές σε πάρτι ή όταν έφερνε χαρτιά στο σπίτιγύρω στα σαράντα, καλοχτενισμένη, με βλέμμα κοφτερό. Τώρα πήρε το κινητό που ο Κώστας ξέχασε στο κομοδίνο καθώς έκανε μπάνιο. Δεν έψαξε μηνύματα μόνο το όνομα στην επαφές. Τελευταία κλήση: Άννα Αντωνίου, χθες στις 22:30. Άφησε το τηλέφωνο στη θέση του.
Αυτή η λεπτομέρεια της αρκούσε. Δεν είχε ακόμα αποδείξεις, αλλά η κατεύθυνση φαινόταν πια σαφής.
Το ραντεβού με τον δικηγόροτον λέγανε Δημήτρη Αρκάδηέγινε τρεις μέρες μετά. Πενήντα ετών, λιγομίλητος, συγκεκριμένος. Η Ειρήνη ανέλυσε: γάμος είκοσι έξι ετών, σπίτι στο όνομα του συζύγου, τα χρήματά της από πώληση διαμερίσματος πήγαν για το χτίσιμο, αλλά χαρτιά που να το αποδεικνύουν δεν υπάρχουν.
Κλασική περίπτωση, είπε ο δικηγόρος. Όλα μπαίνουν στο όνομα αυτού που κάνει κουμάντο, τότε έτσι γινόταν. Αλλά οι νόμοι δεν το αφήνουν έτσι.
Δηλαδή τι δικαιώματα έχω;
Κατά το νόμο, ό,τι αποκτήθηκε στον γάμο θεωρείται κοινό, ανεξαρτήτως ονόματος. Αν και δεν έχετε την κατοχή στα χαρτιά, πρέπει να βρούμε δεδομένα: πότε αγοράστηκε το οικόπεδο, πότε χτίστηκε το σπίτι, αν είχε ο Κώστας προσωπική περιουσία πριν παντρευτείτε, και, κυρίως, τι αποδείξεις υπάρχουν για τα λεφτά σου.
Το συμβόλαιο πώλησης διαμερίσματος το έχω. Πρέπει να το βρω.
Να το βρεις. Αυτό αλλάζει τα δεδομένα.
Επέστρεψε σπίτι με σαφή αποστολή. Ψάχνοντας σε κουτιά, ντουλάπια, παλιούς φακέλους, βρήκε τελικά το συμβόλαιο πώλησης με ημερομηνία Απρίλιος 1998, με αναλυμένο ποσό.
Κρατούσε το κιτρινισμένο χαρτί και ένιωθε ανακούφιση. Αυτή τη φορά δεν θα περίμενε.
Τις επόμενες δύο εβδομάδες η Ειρήνη ζούσε διπλή ζωή. Εξωτερικά όλα σχεδόν όπως πριν. Μαγείρευε μόνον για εκείνη, μάζευε τα δικά της, τα δικά του ούτε τα άγγιζε. Ένα πρωί διαμαρτυρήθηκε ο Κώστας που δεν βρήκε σιδερωμένο πουκάμισο:
Ειρήνη, δεν σιδέρωσες το πουκάμισό μου;
Όχι.
Δεν θα το σιδερώσεις;
Όχι.
Το κατάλαβε. Μπήκε στο γραφείο μουρμουρίζοντας. Κάλεσε κάποιον, μιλούσε σιγανά. Η Ειρήνη δεν ασχολήθηκε. Είχε δικές της δουλειές.
Αναζητούσε πληροφορίες για την οικονομική του κατάσταση. Δεν υπήρχε πια θυμός, μόνο ανάγκη για προστασία. Βρήκε περίεργες αγοραπωλησίες σε ακίνητα. Τις πήγε στον Δημήτρη Αρκάδη.
Τι γίνεται εδώ;
Εδώ φαίνεται πως πωλούν και αγοράζουν ακίνητα με εταιρείες ίδιου διευθυντή. Μπορεί να πρόκειται για σκηνοθετημένες συναλλαγές.
Είναι παράνομο;
Μπορεί να ελεγχθεί από την Εφορία. Αν αποδειχθεί, ίσως να σου ζητηθεί να συμμετάσχεις στους ελέγχους λόγω της κοινής περιουσίας.
Δηλαδή κινδυνεύω;
Αν μείνετε μαζί και είστε ακόμα παντρεμένοι, το ρίσκο υπάρχει.
Πιο σοβαρό απ όσο φανταζόταν. Έμεινε έξω, στον κήπο, με τη γάτα δίπλα. Ο Νοέμβριος έφτανε στο τέλος του. Γη σκληρή, φύλλα πεσμένα.
Ένας τοξικός άντρας, σκέφτηκε, δεν είναι πάντα αυτός που φωνάζει. Μερικές φορές είναι αυτός που δεν σε βλέπει. Που σε κάνει ρόλο σε σενάριο δικό του, χωρίς να το καταλάβεις.
Πήρε την απόφασή της.
Ο Δημήτρης Αρκάδης συνέταξε προσφυγή για διανομή κοινής περιουσίας. Βρήκαν όλα τα στοιχείατα δικά της χρήματα, αποδείξεις, υπολογισμούς, τιμολόγια με ημερομηνία κατά τη διάρκεια του γάμου.
Δεν μίλησε στον Κώστα. Συνέχισε όπως πριν, λακωνική και ευγενική. Εκείνος μάλλον νόμιζε πως η σιωπή της ήταν παράπονο που θα περάσει.
Στο μεταξύ, η Δήμητρα βρήκε μέσω γνωστών πως ο Κώστας είχε ανοίξει φρέσκια εταιρεία φέτος, συνιδιοκτήτρια η Άννα Αντωνίου.
Ειρήνη; κατάλαβες;
Κατάλαβα. Τρέχει κάτι και επαγγελματικά. Εγώ πρέπει να κινηθώ γρήγορα.
Μίλησε στον Δημήτρη Αρκάδη. Υπέβαλαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρωντο σπίτι στην δική της διάθεση μέχρι να τελειώσει το δικαστήριο.
Όλες αυτές τις μέρες ο Κώστας ήταν ανήσυχος. Όταν έμαθε για την προσφυγή, της τηλεφώνησε:
Τι συμβαίνει;
Κατέθεσα για διανομή.
Τρελάθηκες; Γιατί;
Για τα είκοσι έξι χρόνια μας, του είπε ψύχραιμη. Θα μιλήσουμε στο σπίτι, έχω δουλειά τώρα.
Σπίτι ο διάλογος ήταν σκληρός. Ο Κώστας προσπάθησε να βρει το δίκιο του, αλλά η Ειρήνη στάθηκε απέναντί του, ψύχραιμη και απολύτως συγκεκριμένη.
Η επένδυσή μου ήταν για το κοινό μας σπίτι. Εσύ το έγραψες μόνο στο όνομά σου. Είναι πολύ διαφορετικό.
Μίλησες με δικηγόρο πίσω από την πλάτη μου;
Όπως εσύ συνεργαζόσουν πίσω από μένα με την Αντωνίου.
Έπειτα σιωπή. Τη κοίταξε αλλιώς. Με κάποιο περίεργο σεβασμό, σχεδόν εχθρικό.
Είχες καλές πληροφορίες.
Έπιασα τόπο, Κώστα. Ό,τι μου είπες εσύ, έπρεπε να έχω αξία. Τώρα έχω αξία για εμένα.
Μετά, οι μήνες πέρασαν δύσκολα όχι πια με νεύρα ή δάκρυα, αλλά με δικαστήρια, χαρτιά, συζητήσεις. Ο Δημήτρης Αρκάδης βρισκόταν πάντα δίπλα, καθοδηγητικός, ήπιος, σαφής. Παράλληλα, οι έλεγχοι της Εφορίας έβγαλαν στην φόρα προβληματικές συναλλαγές του Κώστα, κάτι που βοήθησε τελικά διαπραγματευτικά για την ίδια.
Κατέληξαν σε συμφωνία: το σπίτι θα έμενε στην Ειρήνη. Εκείνος κρατούσε κάποια αμφιλεγόμενα επαγγελματικά περιουσιακά στοιχεία. Η Άννα Αντωνίου έμαθε από τη Δήμητρααπομακρύνθηκε μόλις ξέσπασαν οι έρευνες. Δεν ήθελε μπελάδες.
Υπογράψαν τελική συμφωνία Φεβρουάριο. Χειμωνιάτικη μέρα, κρύα, νεφοσκεπής. Οι δύο πλευρές με τους δικηγόρους τους. Ούτε λόγια, μόνο υπογραφές. Μια στιγμή που τα έκλεισε όλα.
Ο Κώστας έφυγε την ίδια μέρα. Πήρε τα δικά του πράγματα, δεν τον παρακολούθησε απ το παράθυρο. Ασχολήθηκε με το ντουλάπι της κουζίνας, τακτοποιώντας, ξεκαθαρίζοντας. Την κούπα του την άφησε τελικά στο ράφικουπάκι απλώς, τίποτα παραπάνω.
Το σπίτι ήταν δικό της. Κι νομικά, κι ουσιαστικά. Τα συμβόλαια σε συρτάρι στο υπνοδωμάτιο. Δεν ένιωσε νίκηένιωσε χώρο. Οικογενειακή σιωπή, πλέον δική της.
Την άνοιξη τα πρώτα νεαρά φύλλα εμφανίστηκαν στη λεμονιά. Η Ειρήνη βγήκε πρωί με καφέ και τη χάρηκε. Η γάτα ξάπλωσε στη βεράντα. Αργότερα, τηλέφωνο από τη Δήμητρα.
Πώς πας;
Καλά μάζευα σήμερα στον κήπο. Βρήκα μια φωλιά κενού πουλιού κάτω απ τη λεμονιά.
Σύμβολο. Ειρήνη, έχεις σχέδια;
Ναι. Σκέφτομαι να νοικιάσω τον πάνω όροφο τρία δωμάτια πάνε χαμένα. Και να γραφτώ σε σεμινάρια ζωγραφικής, κάτι που ήθελα πάντα.
Ζωγραφική;
Γελάς;
Όχι! Για πρώτη φορά μιλάς για αυτό που επιθυμείς εσύ.
Η Ειρήνη γέλασε ελαφρά. Ίσως πρώτη φορά.
Η Δήμητρα χαμογέλασε στο τηλέφωνο. Είναι καλό, Ειρήνη. Πολύ καλό.
Όσο για το διαζύγιο, η Ειρήνη το έβλεπε πια με άλλο μάτι. Ούτε θλίψη, ούτε οργή. Μόνο ενδιαφέρον για το πώς ένας άνθρωπος μετατρέπεται αθόρυβα σε λειτουργίαόχι επίτηδες, αλλά επειδή έτσι βόλεψε.
Η ιστορία της δεν είναι για τσακωμούς και δάκρυα. Είναι για έγγραφα σε ένα κουτί κάτω από παλιά περιοδικά, για έναν δικηγόρο με κουρασμένο πρόσωπο και ήρεμη φωνή, για το πρώτο πρωινό που το τραπέζι μένει άδειο κι όμως συνεχίζεις. Για το πώς η οικονομική γνώση για γυναίκες δεν γίνεται σε τραπεζικά σεμινάρια, αλλά όταν ρωτάς, ποιανού όνομα γράφει το σπίτι που ζεις τόσα χρόνια.
Τον Απρίλη, έβαλε αγγελία για τον πάνω όροφο. Πρώτοι ενοικιαστές, ένα νεαρό ζευγάρι που δούλευαν στην Αθήνα, ευγενικοί, διακριτικοί. Αντάλλαζαν καλημέρες στην αυλή, που και που έφερναν φρούτα από τη λαϊκή. Ήταν ωραία αυτή η συντροφικότητα, όχι φορτική.
Τα μαθήματα ζωγραφικής ξεκίνησαν Μάιο, σε μικρή σχολή στο Πικέρμι. Μαζεμένοι άνθρωποι κάθε ηλικίας. Μόνο οι πρώτες ασκήσεις, ένα στραβό λεμόνι. Το κοίταξε και γέλασε ήσυχα. Σαν τη λεμονιά τηςστραβή, μα ζωντανή.
Κάποιο βράδυ του Ιουνίου, καθισμένη στη βεράντα με τσάι κι ένα βιβλίο, ο ήλιος έπεφτε και το τηλέφωνο έμεινε ήσυχο. Ο Κώστας δεν είχε τηλεφωνήσει μήνες, ούτε εκείνη. Έμαθε από τρίτους πως ζει πλέον μόνος σε διαμέρισμα Αθήνα, να τα βγάζει πέρα με τις υποθέσεις και τους ελέγχους, χωρίς Άννα στο πλευρό του. Η Ειρήνη δεν χάρηκε, αλλά δεν λυπήθηκε κιόλας. Τίποταήρεμα.
Πώς ξεπερνάς προδοσία; Δεν υπάρχει γενική συνταγή. Για εκείνη, η απάντηση ήταν: κάνεις πράγματα. Δεν χάνεις χρόνο σε αυτοκατηγορίες, δεν ψάχνεις φταίχτες, δεν θυμώνεις. Μαζεύεις χαρτιά, βρίσκεις ειδικό, κάνεις το επόμενο βήμα.
Η «γυναικεία μοίρα» λέγανε παλιά, σαν να είναι καταδίκη. Να ανέχεσαι, να συμβιβάζεσαι. Όμως, στα πενήντα δύο της η Ειρήνη κατάλαβε πως η μοίρα είναι απλώς αρχή, όχι τέλοςκι από εκεί μπορείς να πας όπου θελήσεις.
Πήγε. Αργά ίσως. Ή ίσως όχι. Γιατί η ζωή μετά τα πενήντα ήταν, απροσδόκητα, αρχή. Πρόσχαρη, ατελής, χωρίς εγγυήσειςαλλά αρχή.
Τέλη Ιούνη συνέπεσαν τυχαία με τον Κώστα σε δημόσια υπηρεσία. Τη κατάλαβε πριν τον προσέξει. Χαιρετήθηκαν διστακτικά.
Πώς είσαι; ρώτησε αυτός.
Καλά, εσύ;
Προσπαθώ να τα λύσω όλα. Πολλά ανοιχτά.
Έτσι είναι, είπε εκείνη.
Σιωπή.
Ειρήνη, ήθελα
Κώστα, δε χρειάζεται. Δεν κρατώ κακία. Όλα έχουν τελειώσει.
Ήρθε η σειρά της, προχώρησε στο γκισέ. Όταν γύρισε, δεν ήταν πια δίπλα. Προχώρησε κι εκείνος αλλού.
Βγαίνοντας, μύρισε ασβάλτου ζεστή κι άνθη λεμονιάς απ τον διπλανό κήπο. Στάθηκε λίγο στον ήλιο, με μάτια κλειστά.
Χτύπησε το τηλέφωνο. Δήμητρα.
Τα κατάφερες;
Τα κατάφερα. Όλα τακτοποιημένα.
Συγχαρητήρια. Βρήκα κι έκθεση ακουαρέλας για το Σάββατο. Έρχεσαι;
Έρχομαι, είπε η Ειρήνη.
Πώς είσαι πραγματικά;
Η Ειρήνη σιγεί. Κοιτάζει ουρανό, κόσμος περνάει, χνούδι λεύκας αιωρείται. Ήρεμη.
Είμαι καλά, Δήμητρα. Όχι υπέροχα, όχι τέλειααλλά αληθινά καλά.
Αυτό φτάνει, απαντά η φίλη της.
Ναι, λέει η Ειρήνη. Αυτό φτάνει.





