Δύο στήλες
Έχει ήδη βγάλει τις αρβύλες της και έχει βάλει το νερό να βράζει, όταν έρχεται μήνυμα στο Viber από τη διευθύντρια: «Μπορείς να αντικαταστήσεις τη Σμαρώ αύριο; Έχει πυρετό κι αλλιώς δεν βγαίνει η βάρδια». Τα χέρια της είναι ακόμη βρεγμένα, σκουπίζει την οθόνη γεμάτη δαχτυλιές. Σκουπίζει τις παλάμες στην πετσέτα και κοιτάζει στο κινητό το ημερολόγιο. Αύριο είναι η μόνη βραδιά που έχει τάξει στον εαυτό της να κοιμηθεί νωρίς, χωρίς να απαντήσει σε κανέναν το πρωί πρέπει να παραδώσει έκθεση, και το κεφάλι της βουίζει.
Γράφει «Δε μπορώ, έχω…», αλλά σταματά. Μέσα της σηκώνεται αυτό το γνώριμο βάρος αν αρνηθεί, θα αφήσει τους άλλους ξεκρέμαστους, θα είναι «η δύσκολη». Σβήνει τη φράση και απαντά απλά: «Ναι, θα έρθω». Πατά αποστολή.
Το βραστήρα σφυρίζει. Ρίχνει τσάι στη μεγάλη της κούπα, κάθεται στο σκαμπό δίπλα στο παράθυρο και ανοίγει εκείνη τη σημείωση στο κινητό που ονομάζει «Καλοσύνη». Έχει ήδη ημερομηνία και σημείο: «Κάλυψα βάρδια για τη Σμαρώ». Βάζει τελεία και στο τέλος ένα μικρό σταυρουδάκι, σαν να εξισορροπεί κάτι μέσα της.
Αυτή η σημείωση τη συνοδεύει κοντά ένα χρόνο. Την ξεκίνησε τον Ιανουάριο, όταν μετά τις γιορτές η σιωπή στο σπίτι τρυπούσε, κι έψαχνε μια απόδειξη ότι οι μέρες δεν χάνονται στο τίποτα. Τότε είχε γράψει: «Πήγα τη Ντίνα Παπαλουκά στην πολυκλινική». Η Ντίνα, από τον πέμπτο, περπάταγε αργά, κρατώντας τα αποτελέσματά της, κι η ιδέα της αστικής την τρόμαζε. Της φώναξε στο θυροτηλέφωνο: «Έλα, αφού έχεις αμάξι, πήγαινέ με, δεν προλαβαίνω μόνη μου!». Την πήγε, την περίμενε έξω μέχρι να τελειώσει, και την έφερε πίσω.
Στον γυρισμό έπιασε τον εαυτό της να θυμώνει θα αργούσε στη δουλειά, κι ήδη στο μυαλό της γύριζαν τα παράπονα των άλλων για ουρές και γιατρούς. Αυτός ο θυμός τη ντράπηκε, τον κατάπιε με έναν καφέ στο βενζινάδικο. Στην σημείωση, αργότερα, το έγραψε προσεκτικά, σαν να ήταν κάτι αγνό.
Το Φλεβάρη, ο γιος της είχε επαγγελματικό ταξίδι και της έφερε τον εγγονό για το Σαββατοκύριακο. «Αφού είσαι σπίτι, δεν σου είναι δύσκολο», της είπε, χωρίς να ρωτήσει. Ο εγγονός τρυφερός και φασαριόζος, όλο «κοίτα», «έλα», «πάμε να παίξουμε». Τον λατρεύει, κι όμως στο τέλος η κούραση στα χέρια της ήταν σαν βουητό από ηχεία.
Τον έβαλε για ύπνο, έπλυνε τα πιάτα, μάζεψε τα παιχνίδια σε κουτί, που το άδειασε εκείνος το πρωί ξανά. Την Κυριακή, όταν ήρθε ο γιος να τον πάρει, του λέει: «Κουράστηκα». Εκείνος χαμογέλασε σαν να έκανε αστείο: «Ε, γιαγιά είσαι». Ένας φιλί στο μάγουλο, και έφυγε. Στη σημείωση πρόσθεσε: «Κράτησα τον εγγονό δυο μέρες». Έβαλε δίπλα μια καρδιά, για να το κάνει πιο γλυκό, κι όχι μόνο «καθήκον».
Το Μάρτη, τηλεφώνησε η ξαδέρφη, ζητώντας λίγα χρήματα μέχρι να πληρωθεί. «Για τα φάρμακα μωρέ, ξέρεις…», της λέει. Ήξερε. Έστειλε λεφτά, χωρίς ερώτηση για το πότε θα τα πάρει πίσω. Μετά κάθεται στην κουζίνα και μετράει αν θα φτάσουν τα λεφτά μέχρι την προκαταβολή, αφήνοντας πάλι στην άκρη το παλιό της όνειρο για καινούριο παλτό. Δεν ήταν πολυτέλεια το παλιό έχει φθαρεί στους αγκώνες.
Στη σημείωση: «Βοήθησα τη Στέλλα». Δεν έγραψε «άφησα το δικό μου». Αυτό της φαινόταν μικρό.
Τον Απρίλη, στη δουλειά, μια νεαρή κοπέλα με κατακόκκινα μάτια είχε κλειστεί στην τουαλέτα. Εκλαιγε σιγανά λέγοντας πως την άφησαν, ότι δεν τη θέλει κανείς. Χτύπησε την πόρτα και της λέει: «Άνοιξε, είμαι εδώ». Μετά κάθισαν στη σκάλα που μύριζε φρέσκια μπογιά, κι εκείνη την άκουγε να επαναλαμβάνει τα ίδια ξανά και ξανά. Έμεινε μέχρι να νυχτώσει, χάνοντας το μάθημα φυσικοθεραπείας της που είχε ανάγκη για τη μέση της.
Στο σπίτι ξάπλωσε και ένιωσε τη μέση της να διαμαρτύρεται. Ήθελε να θυμώσει με τη νεαρή, αλλά τελικά θύμωσε με τον εαυτό της: γιατί δεν μπορείς να πεις «χρειάζομαι να φύγω»; Στη σημείωση: «Άκουσα τη Μαρία, στάθηκα δίπλα της». Έγραψε το όνομα, έστω να τα νιώθει θερμά. Μα πάλι, δεν είπε «έκοψα το δικό μου».
Τον Ιούνιο πήγε μια συνάδελφο με τα ψώνια ως το εξοχικό το δικό της αμάξι χάλασε. Στη διαδρομή, εκείνη τσακωνόταν στο ανοιχτό ακουστικό χωρίς να ρωτήσει αν τη βολεύει. Η δικιά μας σωπαίνει, κοιτάζει το δρόμο. Στο εξοχικό, η συνάδελφος πετάχτηκε γρήγορα έξω: «Εντάξει, ευχαριστώ, έτσι κι αλλιώς σε βόλευε». Δεν την βόλευε. Επέστρεψε μες στην κίνηση, άργησε σπίτι, δεν πρόλαβε να δει τη μαμά, που παρεξηγήθηκε.
Στη λίστα προσθέτει: «Πήγα την Έλενα στο εξοχικό». Το «με βολεύει» της ήρθε βάναυσο, κοίταζε πολλή ώρα το κινητό μέχρι να σβήσει.
Τον Αύγουστο, μαύρα μεσάνυχτα, της τηλεφώνησε η μαμά. Φωνή λεπτή, τρέμει: «Δεν νιώθω καλά, ανέβηκε η πίεση, φοβάμαι». Πετιέται, ρίχνει το πρώτο μπουφάν, παίρνει ταξί και διασχίζει την άδεια Αθήνα. Στο σπίτι της μαμάς, αποπνικτικά, το πιεσόμετρο και χάπια στο πιατάκι. Της μετράει, δίνει φάρμακα, κάθεται δίπλα της μέχρι να αποκοιμηθεί.
Το πρωί πάει κατευθείαν στη δουλειά, χωρίς να περάσει απ το δικό της σπίτι. Στο μετρό, νυστάζει, φοβάται μην χάσει τη στάση. Στη σημείωση: «Έμεινα στη μαμά το βράδυ». Έβαλε δίπλα θαυμαστικό και αμέσως το έσβησε της φάνηκε υπερβολικό.
Ως το φθινόπωρο, η λίστα μεγάλωσε. Έγινε μακρύς κατάλογος, κύλημα που δεν τελειώνει. Όσο μεγάλωνε, τόσο πιο συχνά ένιωθε λες και δεν ζει, αλλά καταγράφει έργο, λες και η αγάπη της θα πρέπει να υπολογιστεί με αποδείξεις, κι αυτές να τις έχει έτοιμες στο κινητό, αν τη ρωτήσει ποτέ κανείς: «Μα τελικά, κάνεις τίποτα;»
Προσπάθησε να θυμηθεί, πότε είχε γράψει κάτι που να είναι για εκείνη. Όχι «για χάρη της», αλλά «για την ίδια». Όλα ήταν για τους άλλους, για τα βάσανα, τις ανάγκες, τα πλάνα των άλλων. Τα δικά της μοιάζαν με παραξενιές που έπρεπε να κρύψει.
Τον Οκτώβρη συνέβη κάτι μικρό, αλλά της άφησε σημάδι. Πήγε στο σπίτι του γιου της να του δώσει έγγραφα που είχε τυπώσει. Στεκόταν στο χωλ, κρατώντας το φάκελο, ενώ εκείνος έψαχνε τα κλειδιά, στο τηλέφωνο, κι ο εγγονός φώναζε για να δει παιδικά. Ο γιος έκλεισε το μικρόφωνο και της είπε: «Αφού είσαι εδώ, να πεταχτείς μέχρι το μπακάλικο; Θέλουμε γάλα και ψωμί, δεν προλαβαίνω».
Εκείνη λέει: «Είμαι κι εγώ κουρασμένη». Ο γιος ούτε την κοίταξε: «Ε, μπορείς όμως. Πάντα μπορείς». Και επέστρεψε στη συνομιλία του.
Τα λόγια του σαν σφραγίδα. Όχι παράκληση, αλλά δεδομένο. Νιώθει να ανάβει κάτι μέσα της, και μαζί ντροπή. Ντροπή που θέλει να πει «όχι». Ντροπή που δεν θέλει άλλο να είναι βολική.
Πέρασε, ωστόσο, κι από το μπακάλικο. Αγόρασε γάλα, ψωμί, και μήλα για τον εγγονό. Τα άφησε στο τραπέζι και άκουσε το «ευχαριστώ, μαμά» απρόσωπο, σαν παρουσία σε απουσιολόγιο. Χαμογέλασε μηχανικά και έφυγε.
Στο σπίτι ανοίγει το «Καλοσύνη». Γράφει: «Πήρα ψώνια για τον γιο». Τα δάχτυλά της τρέμουν, όχι μόνο από κόπωση αυτήν τη φορά, αλλά από θυμό. Ξαφνικά συνειδητοποιεί πώς η λίστα, αντί για στήριγμα, την κρατά δεμένη.
Νοέμβρη, επιτέλους έκλεισε ραντεβού με γιατρό για τη μέση που την ενοχλεί όλο και πιο πολύ το έκανε ηλεκτρονικά, πρωί Σαββάτου για να μην λείψει από τη δουλειά. Το βράδυ, τηλέφωνο η μαμά: «Αύριο θα περάσεις να με πας στο φαρμακείο; Είμαι μόνη».
Λέει: «Έχω ραντεβού γιατρό». Μικρή παύση. «Εντάξει. Δηλαδή δε με χρειάζεσαι πια;»
Αυτή η φράση πάντα της γυρίζει το μέσα έξω. Συνήθως δικαιολογείται, αλλάζοντας τα δικά της πλάνα. Τώρα παίρνει ανάσα, και λέει ήσυχα: «Μαμά, θα έρθω μετά το γιατρό. Πρέπει να πάω».
Η μαμά αναστενάζει σαν να την άφησε έξω στο ψύχος. «Καλά», της λέει, και μέσα στη λέξη ακούγονται όλα: παράπονο, πίεση, συνήθεια.
Κοιμάται άσχημα. Ονειρεύεται άδειους διαδρόμους και κλειστές πόρτες. Το πρωί, φτιάχνει κουάκερ, πίνει χάπι που είχε μήνες να πάρει, και φεύγει. Στη λέσχη υγείας, περιμένει στην ουρά ακούγοντας συζητήσεις για συντάξεις, αναλύσεις. Το μυαλό της δεν πάει στη διάγνωση, αλλά στην εντύπωση πως αυτή τη στιγμή κάνει κάτι για τον εαυτό της και αυτό την τρομάζει.
Μετά τον γιατρό πάει στην μαμά, αγοράζει από το φαρμακείο, ανεβαίνει στον τρίτο. Η μαμά την κοιτά σιωπηλή, την ρωτά: «Είδες τον γιατρό σου;»
«Τον είδα», λέει, «και το είχα ανάγκη».
Η μαμά την κοιτά εξεταστικά, σαν να βλέπει πρώτη φορά άνθρωπο μπροστά της και όχι εκτελεστικό όργανο. Μετά φεύγει σιωπηλή στην κουζίνα. Το βράδυ, η δικιά μας φεύγει και νιώθει απελευθέρωση όχι χαρά, αλλά χώρο.
Δεκέμβρη, σχεδόν τέλος χρονιάς, συνειδητοποιεί ότι δεν περιμένει το Σαββατοκύριακο για να ξεκουραστεί, αλλά σαν ευκαιρία. Το Σάββατο πρωί ο γιος, μήνυμα: «Προλαβαίνεις να πάρεις για λίγο τον εγγονό; Μας βγήκε δουλειά». Το βλέπει, και τα δάχτυλα πάνε να πληκτρολογήσουν «ναι».
Κάθεται στην άκρη του κρεβατιού. Το τηλέφωνο ζεστό. Σιωπή. Είχε σκεφτεί να πάει στο κέντρο, στο μουσείο, στη νέα έκθεση που ανέβαλλε μήνες. Να περπατήσει ανάμεσα στα έργα χωρίς να ακούει «που είναι οι κάλτσες, τι ψωνίσαμε».
Γράφει: «Δεν μπορώ σήμερα. Έχω τα σχέδιά μου». Πατάει αποστολή και βάζει το κινητό ανάποδα, δύσκολη αναπνοή.
Σε ένα λεπτό απαντάει ο γιος: «Καλά». Μετά: «Γιατί; Στεναχωρήθηκες;»
Το θέλει να εξηγήσει, να δικαιολογηθεί, να μαλακώσει. Θα μπορούσε να γράψει για την κούραση, για τα δικαιώματά της. Ξέρει, όμως, τα πολλά λόγια οδηγούν σε παζάρεμα και δεν θέλει άλλο να διαπραγματεύεται τον εαυτό της.
Απαντά απλά: «Όχι. Απλώς το χρειάζομαι». Τίποτα άλλο.
Ετοιμάζεται ήσυχα, όπως για δουλειά. Ελέγχει άδειες πρίζες, παράθυρα, πορτοφόλι, κάρτα, φορτιστή. Στη στάση, ανάμεσα σε κόσμο με σακούλες, νιώθει ότι για πρώτη φορά δεν πρέπει να σώσει κανέναν αμέσως. Παράξενο, όχι τρομακτικό.
Στο μουσείο περπατά αργά. Παρατηρεί πρόσωπα στους πίνακες, φως στα παράθυρα, χέρια στις κορνίζες. Δοκιμάζει να είναι επιτέλους προσεκτική, αλλά για τον εαυτό της. Πίνει καφέ στο καφενεδάκι, αγοράζει μια κάρτα με αναπαραγωγή, την κρατά στη χούφτα.
Στο σπίτι το κινητό μένει στη τσάντα. Πρώτα βγάζει το παλτό, το κρεμά, πλένει τα χέρια, βάζει νερό. Κάθεται και ανοίγει τη «Καλοσύνη». Πάει κάτω-κάτω, στη σημερινή μέρα.
Κοιτά πολλή ώρα τη λευκή γραμμή. Πατά το «συν» και γράφει: «Πήγα μόνη στο μουσείο. Διάλεξα εμένα».
Κοντοστέκεται στο «διάλεξα εμένα» μοιάζει να κατηγορεί, το σβήνει. Γράφει πιο απλά: «Πήγα μόνη στο μουσείο. Φρόντισα τον εαυτό μου».
Κάνει και κάτι καινούργιο. Πάνω πάνω στη λίστα, βάζει δύο στήλες. Αριστερά: «Για τους άλλους». Δεξιά: «Για μένα».
Στη «Για μένα» έχει μόνο μία γραμμή. Κοιτάζει ώρα τη λέξη και νιώθει να φτιάχνεται κάτι εντός της, όπως ισιώνει κανείς τη σπονδυλική του στήλη. Δεν χρειάζεται να πείσει κανέναν ότι είναι καλή. Πρέπει απλώς να θυμάται ότι υπάρχει.
Το κινητό ξαναδονούσε. Δεν βιάζεται. Βάζει τσάι, πίνει μια γουλιά, και μόλις μετά διαβάζει. Η μαμά, λιτά: «Τι κάνεις;»
Απαντά: «Καλά. Αύριο θα περάσω, να σου φέρω ψωμί». Και προσθέτει, πριν στείλει: «Σήμερα είχα δικά μου».
Αφήνει το κινητό πάνω στο τραπέζι ανάποδα. Στο δωμάτιο, η ησυχία δεν βαραίνει είναι χώρος που επιτέλους ελευθέρωσε για την ίδια.



