Δυο μοίρες
Πίσω από τη βιτρίνα του σούπερ μάρκετ υπήρχε ένας ολόδικός της κόσμος ορθογώνιος, γεμάτος ταμεία, ζυγαριές και σκάνερ. Για τη Μαριάννα, αυτό το μέρος ήταν φυλακή και σωσίβιο ταυτόχρονα. Φυλακή, γιατί κάθε μέρα ήταν μια ατελείωτη επανάληψη άλλαζαν μόνο τα πρόσωπα και ίσως τα λουκάνικα που μύριζαν σαν βρασμένη σφουγγαρίστρα. Σωσίβιο, γιατί έξω απ το σπίτι της παραμόνευε η πραγματική κόλαση, και το όνομα αυτής: Πέτρος.
Κοπελιά, θα τελειώσουμε φέτος; Δεν ήρθα για ισόβια, γκρίνιαξε ένας άντρας με κοιλιά σαν καρπούζι και ένα καρότσι τίγκα.
Αμέσως φεύγετε, κύριε, απάντησε η Μαριάννα χωρίς ν αρθρώσει χαμόγελο ήταν η μόνη της πανοπλία.
Μισούσε αυτή τη δουλειά. Τις ουρές, τα μούτρα, τις μυρουδιές απ τα φτηνά σαλάμια. Αλλά της εξασφάλιζε ευρώ που έκρυβε σ ένα κουτί-σοκολάτα πίσω από το ψυγείο: το δικό της σχέδιο διαφυγής. Εκείνο τον πρωινό εφιάλτη έκανε τυπικά ό,τι έπρεπε: «Καλησπέρα, θέλετε σακούλα; Σας οφείλω τρία ευρώ και είκοσι λεπτά. Ευχαριστώ, να είστε καλά». Και τότε, κάτι την ξάφνιασε. Ένα βλέμμα.
Ήταν τέταρτος στην ουρά. Ψηλός, σφιχτοδεμένος, με απλό τζιν και σκούρο μπουφάν. Κοντοκουρεμένος, μ ένα ραφινάτο γένι και μάτια… όχι κουρασμένα, όχι ενοχλημένα μόνο μια βουβή, βαθιά θλίψη. Η Μαριάννα το κατάλαβε αμέσως: είναι από τους δικούς της, τους πληγωμένους.
Όταν έφτασε, ένιωσε τη φωνή της να τρέμει λίγο.
Καλησπέρα, ψέλλισε πιο γλυκά απ όσο θα ήθελε.
Καλησπέρα σας, απάντησε εκείνος, φωνή χαμηλή, ήρεμη, λίγο βραχνή.
Άπλωσε στη λωρίδα τα βασικά: ένα νερό, ένα πακέτο φασόλια, γιαούρτι. «Ζει μόνος ή απλώς δεν τον νοιάζει τι τρώει;» σκέφτηκε. Πρόσεξε στο δεξί του χέρι ένα βαρύ, ατσάλινο δαχτυλίδι όχι βέρα. Παράξενο.
Τέσσερα ευρώ και ογδόντα, είπε.
Άγγιξαν τα δάχτυλα τους για ένα δευτερόλεπτο, εκείνος έβγαζε μια ήρεμη, ξηρή ζεστασιά. Η Μαριάννα τράβηξε το χέρι της λες και κάηκε.
Τα κρατάτε, της χαμογέλασε στις άκρες των χειλιών.
Όπως θέλετε, απάντησε, και τον παρακολούθησε να φεύγει.
Σαν να σκοτείνιασε το μαγαζί. Η Μαριάννα έκανε ένα νοητικό ταρακούνημα: Πέτρος, να σκέφτεσαι τον Πέτρο και το πώς θα ξεγλιστρήσεις απόψε, πώς θα υπομείνεις το καινούριο μεθύσι και τις βρισιές για το πόσο άχρηστη είσαι. Όμως ο άγνωστος κόλλησε στο μυαλό της. Κι άρχισε να έρχεται συχνά πότε κάθε μέρα, πότε κάθε δυό μέρες που της φαίνονταν ατέλειωτες χωρίς εκείνον.
Έμαθε πως τον λένε Ανδρέα, επειδή μια γειτόνισσα, η θεία Ρούλα, τον φώναξε απ το απέναντι μπαλκόνι: «Ανδρέα, παιδί μου, γεια σου!». Του ταίριαζε το όνομα γερό, όμορφο, ήρεμο.
Κάθε του επίσκεψη, ένα μικρό θεατρικό. Η Μαριάννα προσπαθούσε να είναι επαγγελματίας, αλλά, όταν πλησίαζε στο ταμείο, τσίτωνε τα μαλλιά της και ίσιωνε τη ποδιά. Κι εκείνος, δεν την έβλεπε σαν ταμίας, μα σαν άνθρωπο. Μια μέρα τόλμησε:
Κακή μέρα σήμερα;
Ήταν τόσο απρόσμενο που της κόπηκε η ανάσα. Οι πελάτες της δεν ρωτούσαν ποτέ τί νιώθει.
Όχι, τα ίδια, κατάφερε να πει με έναν κόμπο στο λαιμό. Θαθελε να φωνάξει: «Είναι πάντα άσχημη, γιατί το βράδυ μπορεί να με ξαναχτυπήσουν». Αλλά χαμογέλασε πλαστά.
Ο Ανδρέας απλώς έγνεψε και έφυγε.
Το βράδυ ο Πέτρος ήταν έξαλλος. Τα είχε πιει με κάτι αμφιβόλους λεβέντες και είχαν αφήσει το σπίτι σαν μπουζούκι μετρίου Σαββάτου. Μόλις μπήκε η Μαριάννα, βρήκε τον Πέτρο ακούνητο στην κουζίνα.
Εμφανίστηκες. Όλο δουλεύεις, δουλειά κάνεις, και το σπίτι χάλια. Ούτε να φάει άνθρωπος, ξεφύσηξε.
Η σιωπή της είχε γίνει στρατηγική, και αρκετές φορές την έσωζε, παρόλο που έμοιαζε μ έρμαιο φεγγαριού.
Σαν ψάρι κάνεις, ε; Δεν έχεις σεβασμό; σηκώθηκε, και το σώμα του έφαγε τη μισή πόρτα. Καθώς προσπαθούσε να περάσει, τσάκωσε τον αγκώνα της. Τα δάχτυλα σαν μέγγενη.
Άφησέ με, Πέτρο, του ψιθύρισε.
Τι θα κάνεις; Χωρίς εμένα είσαι κανείς! Κανείς!
Κατάφερε να τον αποφύγει, κλειδώθηκε στο μπάνιο και άνοιξε το νερό δυνατά για να πνίξει τις φωνές του και τα χτυπήματα στην πόρτα. Έβγαλε το μανίκι και κοίταξε τα χέρια της χωρίς πια μώλωπες, το δέρμα είχε γίνει σκληρό, σαν παλιά σόλα παπουτσιού. Αλλά η ψυχή της; Μωλωπισμένη ολόκληρη.
Το πρωί βρήκε στον αγκώνα ένα μελανό. Ενάμισε πουλόβερ την έσωσε απ τα αδιάκριτα βλέμματα του σούπερ μάρκετ.
Καθώς χτυπούσε τα προϊόντα, τον είδε πάλι. Η καρδιά της έτρεμε μήπως έβλεπε πως δυσκολευόταν να κουνήσει το χέρι; Μήπως θα μάντευε;
Όχι σακούλα, είπε ο Ανδρέας, κι έδωσε τη κάρτα. Ο καρπός της φανερώθηκε στιγμιαία, το μελανό κάτω απ το μανίκι.
Τα μάτια του άλλαξαν. Η θλίψη έγινε κάτι σκληρό κι επικίνδυνο. Κοίταξε τη Μαριάννα βαθιά εκεί δεν είχε οίκτο, μα μια παγωμένη λύσσα, που όμως έκρυψε αμέσως πίσω από τη γνωστή γαλήνη.
Ευχαριστώ, είπε λιτά και έφυγε.
Η Μαριάννα ανατρίχιασε, όχι από τον Πέτρο, αλλά από αυτό που αντίκρισε στους σιωπηλούς του Ανδρέα κάτι που της πάγωσε τη ραχοκοκαλιά.
Το ίδιο βράδυ, καθώς επέστρεφε απ το μαγαζί, την πλησίασε μια φιγούρα στο πάρκο. Ο Ανδρέας, σχεδόν να ξεπροβάλλει από τη σκιά.
Μαριάννα, μπορώ να σου μιλήσω; Η φωνή του ήταν ήρεμη αλλά ακλόνητη.
Τι θέλεις; πρώτη φορά τον είχε εκτός σούπερ μάρκετ, φάνηκε πιο ξένος και ακατανόητος από ποτέ.
Θα σε συνοδεύσω, ανακοίνωσε, σα να λέει κάτι λογικότατο.
Δεν χρειάζεται, κοντά είναι το σπίτι μου, διαμαρτυρήθηκε, αλλά εκείνος προχώρησε δίπλα της.
Τα ξέρω όλα για σένα, Μαριάννα, είπε ήσυχα, κι εκείνη ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. Ξέρω πού μένεις. Ξέρω πώς λένε τον άντρα σου. Και ξέρω πως σε δέρνει.
Η Μαριάννα πάγωσε. Η καρδιά της χτυπούσε σαν ταμπούρλο.
Είμαι αυτός που μπορεί να βοηθήσει.
Δεν χρειάζομαι βοήθεια! ούρλιαξε, και η φωνή της έσπασε. Εσύ δεν ξέρεις τίποτα!
Ξέρω, επανέλαβε. Γιατί ήμουν κι εγώ έτσι. Κάποτε.
Αυτά τα λίγα λόγια την απογύμνωσαν. Το βλέμμα του καθαρό η πικρή θλίψη που είχε διακρίνει από την πρώτη μέρα.
Ο πατριός μου σκότωσε τη μάνα μου, μίλησε ίσια, σα να διάβαζε κεφάλαιο ξένο. Ήμουν δώδεκα. Τον άκουγα να βαδίζει και να της φωνάζει μετά τη βρήκα κάτω. Ήρθε και μου είπε Βράσε μακαρόνια. Δεν έκανα τίποτα. Μόνο έβρασα μακαρόνια.
Η σιγή ανάμεσά τους έγινε βαριά.
Από τότε ορκίστηκα, είπε, πως όποτε μπορώ να σταματήσω κάτι τέτοιο, δεν θα φύγω. Δεν γίνεται να κάνω πίσω. Δεν είναι δικό σου κρίμα, αλλά ούτε μόνο δικό σου πρόβλημα. Τώρα είναι και δικό μου, αν το αφήσεις.
Έβλεπε πια στο πρόσωπό του όχι έναν ωραίο άντρα, αλλά ένα παιδί ταλαιπωρημένο, που φορούσε ατσάλινο δαχτυλίδι για να θυμάται την υπόσχεση.
Και το δαχτυλίδι; σιγάντησε.
Το δαχτυλίδι είναι του πατριού μου. Το πήρα όταν τον κλείσανε φυλακή. Να μη ξεχνάω τι μπορεί να κάνει η σιωπή.
Ένα δάκρυ κατρακύλησε. Δεν ήξερε αν έκλαιγε από φόβο, λύπη ή την παράξενη βεβαιότητα πως δεν είναι πια μόνη της.
Έλα, είπε τρυφερά εκείνος, απλώνοντας το χέρι του. Μόνο να σε πάω ως την πόρτα σου. Δεν θα μπω, αν δε θες. Αλλά σήμερα δεν θα μπεις μόνη σου.
Περπάτησαν ως το σπίτι. Η Μαριάννα ένιωθε αλλόκοτα έτρεμε και, ταυτόχρονα, τη ζέσταινε κάτι καινούριο. Στην είσοδο γύρισε για μια ματιά. Ο Ανδρέας στεκόταν στη σκιά.
Ευχαριστώ, του ψιθύρισε.
Θα είμαι εδώ, απάντησε. Κάθε βράδυ. Αν σ ακουμπήσει, φώναξε. Δυνατά. Θα σε ακούσω.
Μπαίνοντας, ο Πέτρος ήταν νηφάλιος πράγμα επικίνδυνο. Στον καναπέ, καρφωμένος στην τηλεόραση.
Πού ήσουν πάλι; μουρμούρισε χωρίς να γυρίσει.
Στη δουλειά, απάντησε χωρίς άδεια και μπήκε στην κουζίνα. Πέτρος έριξε ένα ξαφνιασμένο βλέμμα, αλλά σώπασε.
Και κάπως έτσι ξεκίνησε ο μυστικός τους πόλεμος και μια άτυπη φιλία. Ο Ανδρέας την πήγαινε σπίτι κάθε βράδυ. Μιλούσαν λίγο, αλλά το σιωπηλό τους δέσιμο έλεγε τα πάντα. Καμιά φορά της έπαιρνε ζεστό τσάι από το περίπτερο και το έπιναν στο παγκάκι κοιτώντας τα σκοτεινά παράθυρα του σπιτιού της. Εκείνη του εξομολογήθηκε τα δειλά όνειρα της να φύγει, να ανοίξει έναν μικρό φούρνο, να ξεκινήσει από την αρχή. Ο Ανδρέας την άκουγε και έγνεφε καταφατικά.
Θα τα καταφέρεις, της έλεγε.
Εσύ; τον ρώτησε μια φορά. Έχεις κάποιον;
Κούνησε το κεφάλι.
Κανέναν. Φοβάμαι μήπως δεν καταφέρω να προστατεύσω ξανά.
Η καταιγίδα ξέσπασε Σάββατο βράδυ. Ο Πέτρος, μυρίζοντας ανταρσία, βρήκε το κρυφό της κουτί: τρεις χιλιάδες ευρώ, μάζεμα δύο ετών. Τις άπλωσε βεντάλια στην κουζίνα, έτοιμος για πόλεμο.
Η Μαριάννα έμεινε μετέωρη.
Αυτά τι είναι; έβραζε ο Πέτρος. Για ώρα ανάγκης; Για ένα εισιτήριο μακριά από μένα;
Δώσ τα πίσω, ψιθύρισε.
Δικά μου δεν είναι; Ό,τι έχεις είναι δικό μου! Έλα δω να τα πούμε!
Της άδραξε τα μαλλιά και την τράβηξε. Η Μαριάννα προσπάθησε να φωνάξει, αλλά το φωνή της έσπασε. Κι ύστερα θυμήθηκε. «Φώναξε δυνατά».
Φώναξε. Με όλη της τη δύναμη, όλον τον πόνο δύο χρόνων.
Βοήθεια! Ανδρέα!
Ο Πέτρος πάγωσε. Κι αμέσως, η πόρτα έτριξε απ τις μπουνιές. Μέσα σε τρία χτυπήματα, η πόρτα πετάχτηκε. Στην είσοδο, ο Ανδρέας με το ατσάλινο δαχτυλίδι σφιγμένο στη γροθιά, σαν μπρούτζινο γάντι.
Ο Πέτρος την άφησε, χίμηξε πάνω του. Ήταν βαρύτερος, μα ο Ανδρέας γλιστρούσε σαν γάτα τα χτυπήματα έπεσαν καταρρακτωτά. Ο Πέτρος στριγγλίζοντας κατέρρευσε.
Αν την ξαναπλησιάσεις, θα σε θάψω, είπε ήρεμα ο Ανδρέας, και το ορκίζομαι στη μάνα μου.
Η Μαριάννα έτρεμε στον τοίχο. Ο Ανδρέας γύρισε.
Πάμε. Πάρε μόνο κάτι βασικό. Όλα τα άλλα τα αγοράζουμε.
Κι έφυγαν. Με τη ρόμπα, ξυπόλητη, παγωμένη μα λεύτερη.
Έμειναν στο σπίτι του Ανδρέα. Όλα στην εντέλεια, μοναχικά: μερικά βιβλία ψυχολογίας, ένα σάκο του μποξ στη γωνία και μια φωτογραφία μιας ωραίας μεσήλικης.
Η μητέρα μου, εξήγησε λακωνικά.
Η Μαριάννα δεν ρώτησε τίποτα. Ξεκίνησε να ζει από την αρχή. Να κοιμάται χωρίς φόβο. Ο Ανδρέας τρυφερός, αλλά διακριτικός. Εκείνος στον καναπέ, εκείνη στο δωμάτιο, πρωινό, δουλειά, βραδινές επιστροφές μαζί.
Κάποια μέρα, ένα μήνα μετά, βρήκε στο συρτάρι του ένα παλιό γράμμα με παιδικά γράμματα.
«Μαμά, συγγνώμη που δεν σε προστάτεψα. Όταν μεγαλώσω, θα γίνω δυνατός. Θα βοηθάω όποιον έχει ανάγκη. Δεν θα αφήσω κακό άνθρωπο να πειράξει καλό. Ο γιος σου, Ανδρέας».
Η Μαριάννα έκλαψε. Ζούσε πλάι σε μια πληγωμένη αλλά αλύγιστη ψυχή, που την πίκρα της την είχε κάνει ασπίδα για τους άλλους.
Παντρεύτηκαν έξι μήνες μετά, μόλις βγήκε το διαζύγιο με τον Πέτρο (που φυσικά δεν πάτησε σε κανένα δικαστήριο). Ο γάμος έγινε απλά: μια υπογραφή, ένα καφέ με τη θεία Ρούλα και δυο συναδέλφους της Μαριάννας. Την άλλη μέρα πήγαν μαζί στον τάφο της μητέρας του. Ο Ανδρέας έβγαλε το ατσάλινο δαχτυλίδι και το άφησε πάνω στο μάρμαρο.
Το κράτησα την υπόσχεση, μαμά. Έμαθα να προστατεύω. Κι έμαθα να αγαπάω, ψιθύρισε.
Η Μαριάννα στάθηκε δίπλα του με ένα μπουκέτο αγριολούλουδα. Ο ήλιος χρύσιζε μέσα από τα πεύκα, απλώνοντας φως καινούριο στη ζωή τους.


