Δοκιμασία στην Οικογένεια

Δοκιμασία στην Οικογένεια

Ξέρεις, φίλη μου Η Ράνια εδώ και καιρό δεν είχε νιώσει τόσο ευτυχισμένη! Μετά από χρόνια μοναξιάς, που κάθε μέρα έμοιαζε ίδια με την προηγούμενη, επιτέλους όλα αυτά είχαν μείνει πίσω. Στη ζωή της εμφανίστηκε ο Μανώλης ένας άντρας που άλλαξε τον κόσμο της από τη μια μέρα στην άλλη. Δεν έμοιαζε καθόλου με τους προηγούμενους. Ήταν τρυφερός, γλυκός, προσεκτικός…

Στον Μανώλη η Ράνια έβλεπε τα καλύτερα. Ήξερε να στηρίζει, να ακούει, να μιλάνε για τα πάντα από τα σοβαρά μέχρι τα πιο χαζά. Δεν εκνευριζόταν με το παραμικρό, δεν έκανε σκηνές, ούτε προσπάθησε ποτέ να της επιβάλει άποψη. Ένιωθε πως επιτέλους είχε βρει αυτόν που χρόνια τώρα έψαχνε.

Υπήρχε όμως μια λεπτομέρεια που δεν άφηνε αδιάφορους τους γύρω της: ο Μανώλης ήταν οχτώ χρόνια μικρότερός της. Αλλά για τη Ράνια αυτό δεν είχε καμία σημασία. Πίστευε ακράδαντα πως η ηλικία είναι απλά ένας αριθμός, και η αληθινή οικειότητα γεννιέται απ την αγάπη και τον αλληλοσεβασμό που μοιράζονται.

Οι γειτόνισσες, ειδικά οι μεγαλύτερες, δεν έχαναν ευκαιρία να σχολιάσουν το ζευγάρι. Έβλεπες κάτι ματιές γεμάτες αυστηρότητα να την παρακολουθούν όταν κυκλοφορούσε με τον Μανώλη στη γειτονιά. Συχνά-πυκνά τις έβλεπες να ψιθυρίζουν, να κουνούν το κεφάλι και μερικές φορές να τολμούν να πουν ακόμη και κατάμουτρα.

Κοίτα, Ράνια της είχε πει μια απ αυτές, μισοκλείνοντας το μάτι να μη γίνει κανένα κακό… Η κόρη σου, η Ελεάννα, είναι ήδη δεκαπέντε, όμορφο κορίτσι, με ωραίο σώμα. Είσαι σίγουρη ότι ο καλός σου δεν θα της ρίξει μάτι;

Η Ράνια απλώς αναστέναζε, προσπαθώντας να μείνει ψύχραιμη. Ήξερε πως όλα αυτά ήταν κουτσομπολιά και κακίες από συνήθεια.

Μη λέτε ανοησίες, απαντούσε κοφτά. Ο Μανώλης είναι ώριμος, έξυπνος άνθρωπος και μ αγαπάει πραγματικά. Αυτά είναι κακοήθειες.

Η φωνή της ήταν γεμάτη σιγουριά. Πίστευε στον Μανώλη, στην αγάπη τους! Το μόνο που είχε σημασία ήταν ό,τι υπήρχε ανάμεσά τους, όχι τα σχόλια των άλλων.

Ο Μανώλης, παρότι εξωτερικά έδειχνε ατάραχος, καταλάβαινε τα κουτσομπολιά. Περιοριζόταν σ ένα ανασήκωμα του φρυδιού, σαν να έλεγε: „Δεν με νοιάζει”, και προσπερνούσε ήρεμος. Μα όταν έμεναν μόνοι, του έβγαινε το παράπονο, παίζοντας νευρικά με τα μαλλιά του:

Σκέψου λίγο! Τι χαζομάρες λένε οι άνθρωποι; Λες κι είμαστε σε καμιά σαπουνόπερα Κανονικά αυτό το κουτσομπολιό είναι απαράδεκτο.

Η Ράνια του έπιανε το χέρι, τον ηρεμούσε με ήσυχη φωνή:
Μην τα παίρνεις. Τηλεόραση βλέπουν όλη μέρα κι έχουν χάσει κάθε επαφή λένε ό,τι να 'ναι. Δεν ξέρουν καν ποιος είσαι στ αλήθεια. Άσε, θα ζητούν και συγγνώμη στο τέλος.

Όσο κι αν εκείνοι κρατούσαν μια απόσταση, για την Ελεάννα η κατάσταση είχε γίνει αβάσταχτη. Το κορίτσι, που πάντα ήταν το κέντρο της προσοχής της μαμάς της, ένιωθε πως η ίδια της η ζωή διαλυόταν. Όλα παλιά ήταν εύκολα: η μάνα της την άκουγε, την υποστήριζε, μιλούσαν για ώρες το βράδυ με τσάι στην κουζίνα. Τώρα, όμως, σχεδόν όλη της η φροντίδα πήγαινε σ αυτόν τον ξένο άντρα και χειρότερα, ο Μανώλης δεν δίσταζε να σχολιάσει τη συμπεριφορά της.

Μια μέρα, βράδυ, όταν ο Μανώλης της είπε να μην αργεί στα γυρίσματα της βόλτας της, η Ελεάννα ξέσπασε. Μπήκε στο σαλόνι χτυπώντας τα πόδια στο πάτωμα, φωνάζοντας με τρεμάμενη φωνή:

Μαμά, γιατί τον χρειαζόμαστε αυτόν; Δεν ήμασταν καλά οι δυο μας; Κανείς δεν μας έλεγε τι να κάνουμε. Ήρθε και άρχισε να διατάζει!

Η Ράνια αναστέναξε, κρατώντας την ψυχραιμία της. Έγειρε πίσω στον καναπέ, κοίταξε την κόρη της αποφασιστικά, αλλά ήρεμα:

Ο Μανώλης έχει δίκιο, αγάπη μου. Από τα νέα βλέπεις καθημερινά τι γίνεται έξω. Δεν παίζουμε με την ασφάλειά σου.

Δεν είμαι μόνη, με τις φίλες μου κυκλοφορώ! τσίριξε η Ελεάννα, χτυπώντας το πόδι της.

Οι φίλες σου δεν θα σταματήσουν κανέναν, αν γίνει κάτι σοβαρό συνέχισε η Ράνια.

Η Ελεάννα κόμπιασε, το πρόσωπό της κοκκίνισε απ το θυμό. Σφίγγοντας τα χέρια της, γύρισε να φύγει:

Όχι άλλα. Πάω στο δωμάτιό μου. Δε θα φάω.

Η πόρτα έκλεισε με πάταγο, και το σπίτι γέμισε με μια βαριά σιωπή. Η Ράνια έριξε το βλέμμα της κάτω, νιώθοντας για εκατοστή φορά αυτό το ερώτημα: τι είχε κάνει λάθος;

Ήταν τόσο απλό είχε βρει κάποιον που την έκανε να νιώθει ξανά γυναίκα, ξεχωριστή, ποθητή μετά από τόσα χρόνια μοναξιάς. Ήταν ανάσα καθαρού αέρα. Γιατί η Ελεάννα το έβλεπε αλλιώς; Προσπάθησε να σκεφτεί με τα μάτια του παιδιού της. Δεκαπέντε ετών, μια κρίσιμη ηλικία που τα πάντα αλλάζουν και όλα φαντάζουν απειλή. Παλιά η μαμά ήταν αποκλειστικά δική της, φίλη και βάση. Τώρα, ένας άλλος είχε μπει στην μικρή τους οικογένεια, διεκδικώντας χώρο και διεκδικώντας να μπει στα όρια της, στα μη και στα πρέπει της ζωής της.

Δεν καταλαβαίνει ότι και η μάνα έχει ανάγκη από αγάπη; σκεφτόταν η Ράνια κοιτώντας τον απογευματινό ήλιο να χάνεται πίσω απ τις πολυκατοικίες. Ήθελε τόσο πολύ να χαρεί κι η κόρη της τη χαρά της, να δει ότι ο Μανώλης είναι στοργικός, σταθερός, άξιος εμπιστοσύνης. Μα αντ αυτού, ζούσε με γκρίνιες, πόρτες που χτυπούν, παράπονα

Θυμήθηκε εκείνες τις νύχτες τον χειμώνα, που έπιναν τσάι και μιλούσαν ασταμάτητα για το σχολείο, το μέλλον, τα όνειρα. Τώρα αυτά έμοιαζαν μακρινή ανάμνηση. Η Ελεάννα είχε αποσυρθεί στο δωμάτιό της, έδινε μονές λέξεις, απέφευγε συζήτηση.

Η Ράνια πήρε βαθιά ανάσα. Έπρεπε να βρει τις σωστές κουβέντες όχι να απολογηθεί, αλλά να την κάνει να νιώσει ότι η σχέση τους παραμένει σταθερή, η μαμά της είναι εκεί, απλώς τώρα υπάρχει κι άλλος ένας άνθρωπος που έχει, επίσης, ανάγκη από αγάπη.

Μα πώς να ξεκινήσει; Πώς να λιώσει τον πάγο που κάθε μέρα γινόταν πιο χοντρός; Δεν ήξερε την απάντηση, μόνο ήλπιζε ότι με τον καιρό θα τα καταφέρουν, ότι κάποια μέρα η Ελεάννα θα δει τον Μανώλη όχι σαν αντίζηλο, αλλά σαν άνθρωπο που θέλει να τις προστατεύει

**********************************

Το επόμενο πρωινό ήταν συννεφιασμένο. Η Ράνια άνοιξε τα μάτια της μισοκοιμισμένη, προσπαθώντας να καταλάβει τι ώρα ήταν. Πριν καλά καλά σηκωθεί, εμφανίστηκε δίπλα στο κρεβάτι η Ελεάννα, με τσακισμένα μαλλιά και τα μάτια της να πετούν σπίθες αγανάκτησης.

Δεν με αφήνει ο Μανώλης να πάω στη Νίκη στην εξοχή! φώναξε, η φωνή της έτρεμε απ τα νεύρα Κατάλαβες μαμά; Δεν έχει δικαίωμα να μου απαγορεύει τίποτα!

Ο Μανώλης είχε σταθεί στην πόρτα, σταυρωμένα τα χέρια, ψύχραιμος αλλά αποφασιστικός. Δεν επενέβη, μόνο παρατηρούσε, μην τυχόν κι ανάψει η σπίθα και γίνει πυρκαγιά. Ήξερε ότι καλύτερα να το αποφύγει.

Η Ράνια σηκώθηκε αργά, πέρασε το χέρι στα μαλλιά της για να σκεφτεί, ο ύπνος εξαφανίστηκε.

Και πολύ καλά έκανε, είπε σιωπηλά, αν και μέσα της ανέβαινε η πίεση. Ούτε εγώ θα σε άφηνα. Η Νίκη είναι γνωστή για τα ξενύχτια της σ όλη τη γειτονιά. Νομίζεις θα σε άφηνα να κάνεις ό, τι θες με τέτοια παρέα;

Είμαι μεγάλη! φώναξε η Ελεάννα και χτύπησε το πόδι της. Δεκαπέντε χρονών είμαι! Μόνη μου ξέρω ποια είναι η παρέα μου.

Η Ράνια ντύθηκε γρήγορα και την κοίταξε αποφασισμένη:

Τελείωσε πρώτα το σχολείο, πάρε το απολυτήριό σου, βγες στη δουλειά να αυτοσυντηρείσαι τότε κάνε ό, τι θες. Μέχρι τότε, όμως, εγώ σε συντηρώ. Θα ακούς τους κανόνες μου.

Η Ελεάννα έμεινε ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα, μη μπορώντας να το πιστέψει. Το πρόσωπό της άναψε, τα χείλη έτρεμαν.

Οι κανόνες σου; ψιθύρισε, κι έπειτα πέταξε με πίκρα: Εσύ κάνεις πλάκα! Εσύ περνάς καλά με τον Μανώλη κι εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα!

Η Ράνια ένιωσε πόνο μέσα της, αλλά δεν ήθελε να λυγίσει.

Δεν σου κάνω πλάκα, νοιάζομαι για σένα! Είσαι το κορίτσι μου, θέλω να σ’ έχω ασφαλή!

Εμένα μου αρέσει να ζω τη ζωή μου! διέκοψε η Ελεάννα. Αλλά ούτε σε νοιάζει τι θέλω εγώ, αρκεί να περνάει καλά ο Μανώλης!

Ο Μανώλης πήγε ένα βήμα μπροστά, μα ένα βλέμμα της Ράνιας τον σταμάτησε. Δεν μίλησε, αλλά το πρόσωπό του πρόδιδε ανησυχία.

Κόρη, συνέχισε η Ράνια, προσπαθώντας να μαλακώσει τη φωνή της δεν προσπαθώ να σε φυλακίσω. Απλώς θέλω να είσαι προσεκτική. Δεν ξέρεις πόσο εύκολα αλλάζουν όλα και τι μπορεί να συμβεί

Δεν θέλω άλλη μια να κάνει κουμάντο στη ζωή μου! φώναξε η Ελεάννα Ούτε που προσπαθείς να με καταλάβεις!

Γύρισε και πήγαινε προς την πόρτα, κι όταν έφτασε είπε με θάρρος:

Θα φύγω! Ακόμα κι αν δεν με αφήσετε!

Η Ράνια έπεσε σε μια καρέκλα, κουρασμένη λες και όλα τα χρόνια της ήρθαν μαζεμένα. Ο Μανώλης στάθηκε δίπλα της, έβαλε απαλά το χέρι στον ώμο της.

Λες να πάω πίσω της; ρώτησε διακριτικά.

Η Ράνια κουνούσε το κεφάλι της:
Όχι τώρα, χρειάζεται χρόνο να ηρεμήσει. Θα τα πούμε αργότερα ήρεμα.

Κοίταξε απ το παράθυρο, όπου ο ουρανός άρχισε σιγά σιγά να ανοίγει μετά τα σύννεφα. Μέσα της υπήρχε μια σταγόνα ελπίδας πως η μέρα θα έφερνε λίγη γαλήνη στο σπίτι.

Η Ελεάννα βρόντηξε την πόρτα του δωματίου τόσο δυνατά που τα τζάμια ταράχτηκαν. Ξάπλωσε στο κρεβάτι της, το πρόσωπο στην αγκαλιά του μαξιλαριού, και για ώρα παρέμεινε ακίνητη. Έβραζε από πίκρα, θυμό, αίσθημα αδικίας όλα μαζί ένα κουβάρι που δεν ξεμπερδεύει.

Πέρασαν ώρες έτσι, ακούγοντας τους ήχους απ το σπίτι. Κάποια στιγμή πείνασε, αλλά η περηφάνια της δεν της επέτρεπε να δείξει ότι λύγισε.

Ο ήλιος έδυε, έπεφτε σκοτάδι. Η Ελεάννα πότε τραβούσε το πάπλωμα στο κεφάλι της, πότε το πέταγε, πότε έπαιζε με το κινητό της, πότε το άφηνε στο κομοδίνο. Όλη την ώρα της ερχόταν το ίδιο: „Γιατί δεν με καταλαβαίνουν; Γιατί παίρνουν αποφάσεις για μένα; Δεν είμαι παιδί!”

Όταν πέρασε το ξέσπασμα, έμεινε μια παράξενη κούραση και κενό. Πήγε στην κουζίνα από την πείνα της. Ετοίμασε μια φέτα ψωμί, λίγο τυρί, λίγο σαλάμι, έβαλε πορτοκαλάδα και άρχισε να σφυρίζει χωρίς να το καταλάβει.

Η Ράνια μπήκε στην κουζίνα, έκπληκτη που είδε μια εικόνα σχεδόν ευτυχισμένης κόρης.

Βλέπω άλλαξες διάθεση, παρατήρησε προσποιούμενη την αδιαφορία. Δεν σκέφτεσαι να ζητήσεις συγγνώμη;

Η Ελεάννα γύρισε, της έριξε ένα βλέμμα όλο ειρωνεία:

Όχι, δεν έκανα κάτι γι’ αυτό.

Η Ράνια έσφιξε τα χείλη, πλησίασε και στηρίχτηκε στον πάγκο.

Το σκέφτηκες καλά; είπε απότομα, με σταθερότητα που δεν επέτρεπε αμφισβήτηση. Εμείς με τον Μανώλη θα βγούμε. Αφού δεν κατάλαβες το σφάλμα σου, θα μείνεις σπίτι.

Η Ελεάννα ύψωσε τους ώμους, άλειψε βούτυρο στο ψωμί, αδιάφορη:

Μια χαρά. Κάντε ό,τι σας φωτίσει…

Τα τελευταία λόγια τα μουρμούρισε, μα η Ράνια τα άκουσε.

Είπες τίποτα;

Η Ελεάννα σήκωσε το βλέμμα, ανέκφραστη:

Όχι, ιδέα σου.

Η Ράνια την κοίταξε για μια στιγμή, μετά έφυγε. Η Ελεάννα συνέχισε το φαγητό της, το σφύριγμα όμως είχε πια μια υποψία πίκρας. Μέσα της είχε πάρει την απόφαση ο Μανώλης σύντομα θα εξαφανιζόταν από τη ζωή τους.

Για όσο αντέξει…

********************************

Μια μέρα στο γραφείο, την ώρα που η Ράνια έψαχνε χαρτιά, χτύπησε το τηλέφωνο της στο σακάκι. Ήξερε ότι ο Μανώλης σχεδόν ποτέ δεν τηλεφωνούσε μες στη μέρα, ειδικά όταν ήξερε πως δουλεύει.

Μανώλη; Τι έγινε; απάντησε με ανησυχία.

Αντί για τη δική του φωνή, ακούστηκε μια γυναικεία, απόλυτα επαγγελματική φωνή:

Μιλάει η νοσηλεύτρια απ το Γενικό Νοσοκομείο. Έχουμε εδώ τον ιδιοκτήτη αυτού του κινητού. Μπορείτε να περάσετε;

Ο κόσμος της αναποδογύρισε. Πάγωσε, έσφιξε το τηλέφωνο στο χέρι της. Σκέφτηκε μονάχα „Θεέ μου, ας είναι καλά!”.

Έρχομαι τώρα, είπε σχεδόν ψιθυριστά, και χωρίς να ακούσει τίποτα άλλο, πετάχτηκε όρθια, πήρε τη τσάντα της, κι έφυγε τρέχοντας. Δεν έβλεπε κανέναν. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν να τον προλάβει και να είναι ζωντανός.

Μισή ώρα αργότερα, έφτανε στο νοσοκομείο. Την οδήγησαν σε έναν θάλαμο και η καρδιά της βούλιαξε. Ο Μανώλης ήταν στο κρεβάτι, με μελανιές στο πρόσωπο, μια πληγή στο χείλι και έναν τεράστιο μόλοπα στο μάτι. Αλλά ήταν ξύπνιος προσπάθησε να χαμογελάσει μόλις την είδε.

Μανώλη! ούρλιαξε τρέμοντας Τι έγινε; Ποιος το έκανε αυτό;

Ο Μανώλης αναστέναξε ήσυχα:
Ούτε κατάλαβα τι ήθελε μωρέ. Φώναζε κάτι για την Ελεάννα. Δεν ξέρω

Η Ράνια κατάλαβε αμέσως. Ποιος άλλος; Ο πρώην άντρας της, ο Παναγιώτης. Αυτός που χρόνια προσπαθούσε να κρατήσει μακριά από τη ζωή τους.

Μη σε νοιάζει, θα μάθω τώρα αμέσως τι έγινε, είπε αποφασισμένη, σφίγγοντας το χέρι του.

Ο Μανώλης ανασηκώθηκε, με δάκρυα στα μάτια:
Μη τολμήσεις να πας μόνη! Πάρε πρώτα τον αδελφό σου. Μην μπεις σε μπελάδες για μένα, άκουσέ με!

Η Ράνια τον κοίταξε, κατάλαβε πόσο πόναγε αλλά πάλι σκεφτόταν πρώτα εκείνη. Αυτό την έκανε να λυγίσει συγκινημένη.

Το υπόσχομαι, είπε ήσυχα Μόνο μη σηκωθείς. Θα πάρω τηλέφωνο.

Πήρε το κινητό, κάλεσε τον αδερφό της και του εξήγησε τι συνέβη. Μέχρι ν απαντήσει αυτός, κράτησε το χέρι του Μανώλη, που έκλεισε τα μάτια, ταλαιπωρημένος αλλά ήρεμος.

Όλα θα πάνε καλά, είπε, κυρίως στον εαυτό της. Θα το ξεπεράσουμε…

************************

Η Ράνια έκανε έφοδο στο σπίτι του Παναγιώτη. Αυτός στεκόταν στο χωλ, με τα χέρια στις τσέπες και ύφος προκλητικό.

Θέλεις να κάτσεις κάτω; του είπε κατευθείαν, χωρίς χαιρετισμούς. Θα σε κάνω εγώ να το μετανιώσεις.

Ο Παναγιώτης κοκκίνισε, κόντεψε να πνιγεί από το θυμό:

Τι σκεφτόσουν όταν τον έφερες σπίτι; Έπρεπε να σκεφτείς λίγο και την κόρη μας!

Η Ράνια ούτε που άλλαξε ύφος. Αυτού του είδους κατηγορίες της φαίνονταν αδιάφορες τις είχε ακούσει πολλές φορές.

Εγώ νοιαζόμουν για την Ελεάννα δεκαπέντε χρόνια τώρα, όχι εσύ! Μας άφησες όταν το παιδί ήταν σχεδόν μωρό, κι εσύ έχεις τώρα απαιτήσεις;

Ο Παναγιώτης χτύπησε τον τοίχο, οι κορνίζες τρεμόπαιξαν.

Αυτός έβαλε στο μάτι το κορίτσι μου! Θα τον χτυπήσω ξανά αν χρειαστεί!

Η Ράνια σταύρωσε τα χέρια της, τα μάτια της πέτρωσαν:
Πότε να προλάβει δηλαδή; Μόνοι τους σπίτι δεν έχουν βρεθεί ποτέ. Ο Μανώλης δουλεύει ως αργά κι εγώ είμαι σπίτι. Απλώς δεν τον χωνεύει η Ελεάννα και τα βάζει με όλους.

Η κόρη μου δεν λέει ψέματα! φώναξε και την πλησίασε απειλητικά. Θα την πάρω μαζί μου να μείνει με εμένα!

Η Ράνια του χαμογέλασε πικρά:
Και νομίζεις ότι θα καθίσει; Δεν έχεις τα λεφτά ούτε για τα βασικά της! Σε μια βδομάδα θα έχει φύγει τρέχοντας.

Εκείνος στραβογέλασε ικανοποιημένος:

Δεν θα φύγει. Και ξέρεις τι; Η ίδια μου το ζήτησε. Δεν θέλει να ζει στο ίδιο σπίτι με τον Μανώλη. Τον φοβάται.

Η Ράνια πάγωσε. Την κάρφωσε αυτή η εξομολόγηση, αλλά μάζεψε τον εαυτό της.

Έτσι λες Εντάξει. Θα περιμένω. Είμαι σίγουρη ότι σύντομα θα θελήσει να επιστρέψει.

Μπα, δεν το πιστεύω, απάντησε, αλλά στη φωνή του υπήρχε μια υποψία αμφιβολίας.

Η Ράνια πήγε ως το παράθυρο και είδε τις παιδικές φωνές στο προαύλιο της πολυκατοικίας. Ήξερε καλύτερα από όλους τι παιδί είχε τα ξεσπάσματα, τις γκρίνιες, τους θυμούς της. Αλλά το να πάει στον πατέρα της που σχεδόν δεν ήξερε ήταν σημαντικό.

Καταλαβαίνεις τι κάνεις; είπε σιγανά χωρίς να κοιτάξει πίσω Το κάνεις για να μου βάλεις τρικλοποδιά, όχι για εκείνην. Μα η Ελεάννα είναι δεκαπέντε, δεν είναι πιόνι σου.

Είναι κόρη μου. Έχω δικαίωμα.

Η Ράνια γύρισε απότομα, θέλησε να τον τρυπήσει με το βλέμμα της:

Απόδειξέ το, τότε. Γίνε πατέρας τώρα. Αντί να εκδικείσαι εμένα, φρόντισε να είναι καλά πραγματικά. Μην το κάνεις για σένα, κάν το για εκείνη.

Ο Παναγιώτης άνοιξε το στόμα να απαντήσει αλλά φάνηκε να διστάζει για μια στιγμή στα μάτια του είδε κάτι που δεν ήξερε καν ότι υπήρχε. Ίσως τύψεις, ίσως παλιά αγάπη. Τα κατάπιε γρήγορα.

Θα τα πεις εσύ αυτά; Εσύ κατέστρεψες τα πάντα!

Η Ράνια πήρε ανάσα, καταπίνοντας τα πικρά της λόγια:

Πάλεψα να φτιάξω μια υγιή ζωή. Για μένα, και για την κόρη μου. Εσύ το θες μόνο για να με πληγώσεις.

Θα δούμε ποιος θα νικήσει της πέταξε, φεύγοντας Η Ελεάννα θα αποφασίσει

********************************

Ο Μανώλης βγήκε από το νοσοκομείο μια μουντή και κρύα μέρα. Ανέπνευσε το δροσερό αέρα, σαν να ήταν ευλογημένη ανάσα, και χαμογέλασε ασυναίσθητα. Να ζεις. Μόνο αυτό είχε σημασία, μετά τη φρίκη που είχε περάσει τις προηγούμενες μέρες.

Η Ράνια ήταν εκεί, στο πεζοδρόμιο, κουκουλωμένη στο παλτό της. Μόλις τον είδε, ήθελε να του ορμήσει να τον αγκαλιάσει, αλλά φοβόταν μήπως τον πονέσει. Τα μάτια της μιλούσαν: αγωνία, χαρά, ευγνωμοσύνη που όλα πήγαν καλά.

Ξανά ελεύθεροι! προσπάθησε να αστειευτεί ο Μανώλης, πιάνοντάς την από το χέρι. Σπίτι τώρα, ξεκούραση και ηρεμία.

Όλη τη διαδρομή ο Μανώλης, αντί να γκρινιάζει, προσπαθούσε να την ηρεμήσει, βλέποντάς την σφιγμένη:

Δεν φταις εσύ σε τίποτα, της έλεγε με σιγουριά. Μην το σκέφτεσαι καν!

Όταν τον ρώταγαν γιατί δεν κάνει μήνυση στην αστυνομία, απαντούσε ήρεμα:

Αν άκουγα ότι κάποιος πείραζε την κόρη μου, το ίδιο θα έκανα. Έτσι είναι ο πατέρας: προστατεύει.

Δεν θύμωνε με τον Παναγιώτη. Ούτε κρατούσε κακία. Το ζούσε σαν δύσκολο, άσχημο γεγονός αλλά πλέον αυτό είχε περάσει.

Και μετά από δυο μέρες, ένα απόγευμα, ήρθε η Ελεάννα. Μπήκε αθόρυβα στο σπίτι, με ένα σακούλι φρούτα στα χέρια άχαρη αλλά αληθινή κίνηση συμφιλίωσης.

Ήρθα να μιλήσω, ψιθύρισε χαμηλοβλεπούσα.

Ο Μανώλης έγνεψε καταφατικά προς τη Ράνια. Αυτή ξεκίνησε.

Ελεάννα, κόρη μου

Όλα ήταν δικό μου φταίξιμο, την έκοψε απότομα, κοιτώντας στα μάτια τον Μανώλη. Από την αρχή μέχρι το τέλος. Δεν φανταζόμουν ότι θα γίνει τόσο μεγάλο το θέμα. Ήθελα μόνο να φύγει, να είναι όλα όπως πριν.

Της λύγισε η φωνή. Κατάπιε τα δάκρυά της μετά βίας.

Δεν ήθελα να τον χτυπήσουν. Νόμιζα πως ο μπαμπάς θα του έλεγε απλά να μας αφήσει ήσυχες. Όταν έμαθα ότι ήταν στο νοσοκομείο τρόμαξα. Και ντράπηκα.

Ο Μανώλης πλησίασε ήρεμα, σαν να φοβόταν να την τρομάξει:

Δεν σου κρατώ κακία, της είπε χαμηλόφωνα. Ήσουν μπερδεμένη και φοβισμένη. Το σημαντικό είναι που το είπες μόνη σου.

Η Ελεάννα ξέσπασε, άφησε τα δάκρυά της να τρέξουν.

Δεν καταλάβαινα Νόμιζα πως μου αφαιρούσε τη μαμά. Τώρα είδα πως δεν είναι έτσι.

Η Ράνια την πήρε αγκαλιά και την κράτησε σφιχτά.

Θα το ξεπεράσουμε. Μαζί.

Η Ελεάννα έγνεψε κρύβοντας το πρόσωπο στον ώμο της Ράνιας.

Μετά από αυτή τη συζήτηση, πήρε μια απόφαση. Να μείνει με τον πατέρα της. Να δώσει στη μαμά της χώρο να χτίσει τη δική της ζωή, χωρίς ενοχές και „πρέπει”.

Θα πάω να μείνω με τον μπαμπά, της είπε αργότερα το βράδυ η Ελεάννα, όσο ο Μανώλης κοιμόταν και εκείνος πρέπει να τα βρει με τον εαυτό του. Κι εγώ θέλω να το προσπαθήσω. Μπορεί να βρούμε ισορροπία μεταξύ μας μια αληθινή οικογένεια.

Η Ράνια έσφιξε το χέρι της, δάκρυσε χωρίς ντροπή.

Είσαι πολύ γενναία, της είπε ήσυχα. Είμαι περήφανη για σένα.

Η Ελεάννα χαμογέλασε με δάκρυα.

Κατάλαβα ότι η ευτυχία σου είναι και δική μου. Αν είσαι καλά, είμαι κι εγώ.

Το βράδυ εκείνο, το σπίτι ήταν πιο ήσυχο απ ό,τι είχε υπάρξει καιρό. Όμως δεν υπήρχε ένταση, μόνο γαλήνη μια υπόσχεση πως τα πράγματα επιτέλους θα ηρεμήσουν, πως όλα τα τραύματα θα επουλωθούν, πως ένα καινούριο κεφάλαιο ξεκινούσεΗ Ράνια στάθηκε για λίγο μπροστά στο παράθυρο, βλέποντας τα φώτα της πόλης να ανάβουν ένα ένα. Οι θόρυβοι του δρόμου πέρασαν στην άκρη εκείνη άκουγε μόνο την ησυχία, αυτή την παράξενη, καινούργια ησυχία που δεν μύριζε μοναξιά παρά ελπίδα. Ο Μανώλης κοιμόταν ήσυχος· η Ελεάννα είχε φύγει, η βαλίτσα της μικρή, όπως μικρός και ο φόβος πια που ένιωθε. Μια εποχή έκλεινε, μια άλλη άνοιγε όχι χωρίς πληγές, αλλά με μια γλύκα τρυφερή.

Το βράδυ έκανε μια κούπα τσάι και κάθισε στην κουζίνα, εκεί που τόσα χρόνια μιλούσαν με την κόρη της, όπως τότε, όταν όλα έμοιαζαν απλά. Έκλεισε τα μάτια και φαντάστηκε την Ελεάννα να γελά, να μεγαλώνει, να μεταμορφώνεται. Ήξερε ότι το κορίτσι της θα επέστρεφε κάθε παιδί επιστρέφει τελικά εκεί όπου νιώθει ασφάλεια. Η σχέση τους είχε λυγίσει, αλλά δεν είχε σπάσει· όπως τα νεαρά δέντρα που τα λυγίζει ο άνεμος, μα η ρίζα τους κρατά.

Στο τραπέζι, η Ράνια άφησε ένα χαρτί με δυο γραμμές, έτσι, σαν ημερολόγιο:
Η αγάπη δεν φυλακίζεται· αφήνεται ελεύθερη, κι ό,τι επιστρέφει, μένει για πάντα.

Την άλλη μέρα ο ήλιος έλαμπε δυνατά, μπαίνοντας στις σχισμές της κουρτίνας. Η Ράνια, με τη βιασύνη της καθημερινότητας, χαμογέλασε στον Μανώλη, του πήρε το χέρι και το έσφιξε αυτή τη φορά χωρίς φόβο πως θα πονέσει. Η ζωή, σκέφτηκε, ήθελε θάρρος: να αγαπάς χωρίς εγωισμό, να χάνεις χωρίς οργή, να αφήνεις το παρελθόν να γίνει γέφυρα, όχι φυλακή.

Εκείνη τη στιγμή, το κινητό χτύπησε: ένα μήνυμα από την Ελεάννα, λιτό, μα ζεστό.

Καλημέρα μαμά. Όλα καλά εδώ. Μου λείπεις. Σ αγαπώ.

Η Ράνια γέλασε ήσυχα ήταν η πρώτη φορά μετά από καιρό που το χαμόγελό της ήταν ειλικρινές. Κοίταξε τον Μανώλη, του έδειξε το μήνυμα.
Κι ήξερε τώρα πια ήξερε πως ακόμη και μετά τη μεγαλύτερη δοκιμασία, μια οικογένεια μπορεί να ξαναγεννηθεί, αλλιώτικη ίσως, όμως πιο δυνατή, πιο αληθινή, πιο ενωμένη από ποτέ.

Oceń artykuł
Δοκιμασία στην Οικογένεια