Διαφορετικοί άνθρωποι
Η Ελενίτσα δεν ήταν και το πιο απλό κορίτσι. Και ο Στέλιος με τη Μαρία το ήξεραν καλά. Δικό τους φταίξιμο ήταν την είχαν κακομάθει λιγάκι. Μα πώς να μην καλομάθεις τέτοιο παιδί; Όμορφη, τρυφερή, κι ήρθε στη ζωή τους έπειτα από πολλές δυσκολίες. Η Μαρία δεν μπορούσε να πιάσει παιδί με τίποτα. Ό,τι γιατρούς και να επισκέφτηκαν, μέχρι και στην Αθήνα πήγαν, όλοι τους έλεγαν ότι όλα είναι μια χαρά. Μα αν ήταν όλα μια χαρά, τότε πού ήταν το μωρό;
Ένας παλιός γιατρός τους είπε να το γυρίσουν στο λαϊκό. Βρήκαν λοιπόν μια γιαγιά σε χωριό που έδωσε στη Μαρία κάτι σταγόνες μυστήριες, που μύριζαν σαν το παλιό ούζο που είχε ξεμείνει στην αποθήκη του παππού. Η Μαρία σιχαινόταν, αλλά τις έπινε και, να σου, έμεινε έγκυος. Χαρά μέχρι τα σύννεφα! Ο Στέλιος το γιόρτασε τόσο που οι γείτονες νόμιζαν πως παντρεύεται όλο το τετράγωνο.
Η εγκυμοσύνη όμως σκέτη Οδύσσεια. Η Μαρία ήθελε να πετάξει από το πρώτο τρίμηνο, κι αν μπορούσε, θα έστελνε και το στομάχι της διακοπές στη Μύκονο χωρίς επιστροφή. Μύριζε μανταρίνι; Έκανε εμετό. Μύριζε λαδερό; Εκείνη λιπόθυμη. Χέρια, πόδια, πρησμένα σα μπαστούνια για ποδόσφαιρο. Ύπνος μηδέν. Μόλις άρχισαν οι πόνοι, ο Στέλιος πήρε ανάσα, αλλά δυστυχώς, τα δύσκολα μόλις ξεκινούσαν. Δέκα ώρες βάσανο ώσπου τελικά οι γιατροί πήραν απόφαση για καισαρική. Η μικρή Ελένη βγήκε αδύναμη, ταλαιπωρημένη, κι η Μαρία έχασε τόσο αίμα που δύο μέρες τη πάλευαν για να μείνει στη ζωή. Τελικά τα κατάφεραν και μετά από σχεδόν μήνα στο Παίδων, γύρισαν σπίτι. Ο Στέλιος ήταν λες και κέρδισε τα Τζόκερ!
Τώρα πια, θα ζούσαν ευτυχισμένοι! Κλασικά ελληνικά όνειρα: δικό τους σπίτι, δυνατή οικογένεια, όλα όπως τα είχε φανταστεί ο Στέλιος.
Όταν η Ελενίτσα έγινε πέντε, ο Στέλιος ήρθε σοβαρός μια μέρα.
Μαρία, πρέπει να φτιάξουμε σπίτι. Τι θα γίνει εδώ μέσα στη γκαρσονιέρα; Τώρα η μικρή, μικρή· σε λίγο; Κορίτσι είναι, πρέπει να 'χει το δικό της δωμάτιο.
Η Μαρία τον στήριζε πάντα, τώρα όμως την έπνιξε η ανησυχία.
Κι από πού θα βρεθούν τόσα ευρώ, Στέλιο; Περίπτερο να πουλήσουμε;
Άκου με που σου λέω. Σιγά σιγά. Καμία πολυκατοικία να σηκώσουμε μονομιάς! Εμείς το πάμε βήμα βήμα. Θα τα καταφέρουμε.
Η Μαρία ήξερε πως είχε δίκιο. Το δικό τους σπιτάκι ήταν όνειρο ζωής.
Αλλά δυστυχώς τα όνειρα δεν συμφωνούν πάντα με την πραγματικότητα. Σε έξι μήνες η μικρή αρρώστησε βαριά. Από ένα απλό κρυολόγημα, ξαφνικά μπήκαν σε μαραθώνιο νοσοκομείων σε όλη την Αττική ώσπου βούλιαξαν στα χρέη. Ευτυχώς, το παιδί στάθηκε στα πόδια του· αλλά οι τρεις χρονιές μπερδεύονταν με γιατρούς και δάνεια.
Το σπίτι ξεχάστηκε· ο Στέλιος έβλεπε μόνο τους πιστωτές στα όνειρά του. Η Μαρία ήξερε πως το καημό το είχε μέσα του, μονάχα δεν μιλούσε.
Η μικρή ανέβηκε, έγινε δεκατεσσάρων, κι οι ανάγκες της ανέβηκαν μαζί. Άλλο φόρεμα ήθελε, άλλο παλτό, όλα να είναι όπως της Κατερίνας. Μα, καλή καρδιά, γιορτή στην πόρτα πανελλήνιες να 'ρχονται, λεφτά να φεύγουν. Είπαν, μόλις τελειώσει το σχολείο θα αρχίσουν να χτίζουν. Αλλά ούτε τότε.
Η Ελενίτσα πέρασε στη σχολή, έφυγε για σπουδές στη Θεσσαλονίκη και οι γονείς, συγκινημένοι, ξεκίνησαν με μπετά, τούβλα και πόρους-κουφέτα-ό,τι είχε η οικοδομή. Σε δύο χρόνια σηκώθηκε το σπίτιχωρίς τζάμια και πόρτες ακόμα, απλά τάβλες για τα μάτια του κόσμου.
Κι εκεί που κάθονταν μια Κυριακή ξέπνοοι από τη λάσπη της οικοδομής, χτυπάει το κουδούνι. Πηγαίνει η Μαρία να ανοίξει, και τι να δει; Η Ελενίτσα, φουσκωμένη λες και ετοιμάζεται για το επόμενο Πάσχα, κι από πίσω της ένας ψηλός με μακριά μαλλιά όλο ταραχή. Αφού εξαφάνισε τρία πακέτα τσίχλες, κατάφεραν να τους γνωρίσει ως Ρούλη.
Ε, μάνα, το βλέπεις; Μωρό έχουμε με τον Ρούλη θα μείνουμε μαζί. Θα παντρευτούμε!
Η παρέα κάθεται, ο Στέλιος ρωτάει.
Καλά, παιδί μου, γιατί δεν μας το είπες;
Ε, για να ακούω κηρύγματα; Μπα
Και με τη σχολή;
Και τι με τη σχολή; Και χωρίς πτυχία μια χαρά θα περάσουμε. Ο Ρούλης τα παράτησε από τον πρώτο χρόνο και ζει ακόμη!
Και δουλειά;
Όποια βρεθεί! Δεν ήρθε ακόμη η έμπνευση.
Ο Στέλιος κάπως σκλήρυνε.
Και πώς θα ζήσετε αν δεν δουλεύει κανείς σας;
Έχουμε γονείς! Σωστό;
Ο Στέλιος πήγε κουζίνα, να μην πει καμιά βαριά κουβέντα. Μετά συνεννοήθηκαν: σπίτι θα πάνε οι ίδιοι, την παλιά γκαρσονιέρα ως δώρο στους νεόνυμφους.
Μετακόμισαν ολοταχώς στη μισοτελειωμένη μονοκατοικία τους, μείνανε με τα απολύτως απαραίτητα. Φίλοι, συγγενείς και πεθερικά πάντα έκαναν τα κουμάντα τους.
Έτσι κυλούσε η ζωή: λίγες μέρες καλές, πολλές δύσκολες. Η Ελενίτσα όλο έψαχνε για βοήθεια. Ο Ρούλης… στην αναζήτηση του νοήματος της εργασίας! Τελικά βρήκε δουλειά γραφείου που πλήρωνε τόσο όσο ένα κεμπάπ στο Μοναστηράκι, αλλά σου λέει „Κάτι είναι κι αυτό”.
Στο μεταξύ, στο διπλανό σπίτι ένας μικρός Αντώνης, που μεγάλωνε με τη γιαγιά του, τους έβλεπε με μια περιέργεια. Ορφανός, βοηθούσε παντού, και γρήγορα έγινε το δεξί χέρι του Στέλιου στην οικοδομή, ενώ οι γυναίκες έπιναν τσάι και έλεγαν τα της γειτονιάς.
Όταν η Ελενίτσα γέννησε, το γλέντι δεν έλειψε. Η Μαρία στην αρχή έτρεχε καθημερινά βοηθός, αλλά σαν έπιασε τ αυτί της τον Ρούλη να λέει „Μα τι ήρθε πάλι αυτή;”, το πήρε βαρέως. Λιγότερες επισκέψεις από τότε
Ο Στέλιος είχε βρει στο πρόσωπο του Αντώνη έναν πραγματικό γιο και η γιαγιά Πέτρω ήταν η μάνα που παίρνεις από το χέρι και σιγοτραγουδάς το Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ. Μαράθηκε, όπως όλοι, και ο Αντώνης, πλέον 14, έμεινε με τους Στέλιο και Μαρία, που τον τάιζαν, σπούδαζαν και τον αγαπούσαν λες και ήταν δικός τους.
Τα χρόνια περνούσαν η ζωή χτυπούσε πότε εδώ, πότε εκεί. Η Μαρία αρρώστησε βαριά, ο καρκίνος τύλιξε το σπίτι με σιωπή. Η Ελενίτσα ήρθε μόνο μια φορά στο νοσοκομείο (Τι να κάνω, είμαι κι εγώ μητέρα!) και μετά, άφαντη. Ο Αντώνης δίπλα τους παντού.
Όταν η Μαρία έφυγε, το σπίτι έμεινε βουβό αλλά γεμάτο αναμνήσεις σπίτι σπιτικό, με λουλούδια, τζάκι, και το χαμόγελο των αγαπημένων. Ο Αντώνης σπούδασε, βρήκε δουλειά, ζούσε με την τιμή του. Επισκεπτόταν τον Στέλιο, όσο τα χρόνια τον βάραιναν.
Η Ελενίτσα, όταν ερχόταν, όλο κάτι ζητούσε („Να δούμε πότε θα το κληρονομήσουμε να ησυχάσουμε, σαν τα νέα μοντέρνα της Χαλκιδικής!”).
Κλοτσημένος απ την υγεία, ο Στέλιος τα πήγαινε με τα φάρμακα κατά συνταγή γειτόνισσας. Ο Αντώνης τον μάλωνε Πάνε σε γιατρό, παππού!. Τίποτα αυτός.
Ώσπου μια νύχτα, τον έπιασε δυνατός πόνος στο στήθος. Πήρε τηλέφωνο την κόρη του.
Πάρε ένα depon ή κάλεσε ασθενοφόρο, να δω εγώ τι θα πρωτοπρολάβω, είπε εκείνη.
Ο Στέλιος πήρε τον Αντώνη.
Έρχομαι τώρα, του είπε, κι ήρθε μαζί με την Αλεξάνδρα, τη μνηστή του, που δούλευε νοσηλεύτρια. Αμέσως στο νοσοκομείο, ξενύχτια, φροντίδες. Στο εξιτήριο, η Αλεξάνδρα μαγείρεψε, του άφησε φαγητό για δύο μέρες (Ξεκουράσου, παππού). Η κόρη, όταν πέρασε μετά από μέρες, του είπε:
Πάλι γκρινιάζεις; Τι να 'ρθω να κάνω, να στριμώξω τις σκοτούρες μου;
Τότε ο Στέλιος έσκασε το παράπονο. Τότε για πρώτη φορά της το είπε ξεκάθαρα. Κι εκείνη θύμωσε, έχασε την ψυχραιμία της:
Άντε, πια! Περιμένουμε πότε θα πεθάνεις! Έχεις σπίτι ολόκληρο να κάθεσαι μοναχός, κι εμείς μέσα στη γκαρσονιέρα σαν τις σαρδέλες! Τι ντροπή…
Ο Στέλιος ένιωσε μια απερίγραπτη ηρεμία. Τελικά, είπε, ήρθε η ώρα για αποφάσεις.
Ζήτησε από τον Αντώνη να του φέρει συμβολαιογράφο. Την επόμενη γράφτηκε το σπίτι του στον Αντώνη, μαζί με ένα γράμμα:
„Αντώνη, αν διαβάζεις αυτό το γράμμα, δεν είμαι πια εδώ. Άγγιξες τη ζωή μου σαν γιος, συμπαράσταση και χαρά, και σου αφήνω το σπίτι να το γεμίσεις με τη δική σου οικογένεια και ευτυχία. Μην αρνηθείς εκεί θα σε προσέχουν τα χέρια μου και της Μαρίας. Καλό δρόμο, παλικάρι μου, κι αγάπη παντοτινή.”
Όταν ο Στέλιος έφυγε, ο Αντώνης τον βρήκε ήρεμο, χαμογελαστό, με μια φωτογραφία παλιά στα χέρια. Έκλαψε με λυγμούς καμία ντροπή. Η Ελενίτσα, μπαίνοντας, βρήκε το γράμμα στα χέρια του Αντώνη, ενώ μέτραγε το σπίτι με το μέτρο και τον Ρούλη να κρατάει σημειωματάριο.
Σιγά τον έξυπνο! Όλο τρέλες, να μην έχεις μυαλό μέχρι τέλους! Θα δούμε αν περνάει έτσι εύκολα το σπίτι!
Κι έφυγε θυμωμένη απ το σπίτι και κανείς δεν συγκινήθηκε.
Γιατί μερικοί άνθρωποι είναι η οικογένειά σου, ακόμα κι αν το αίμα σου κοιτάει αλλού. Τι να κάνεις; Έλληνες.






