Διαφορετικοί άνθρωποι Η Αλίκη μεγάλωνε ως κορίτσι ιδιαίτερο. Και ο Σίμος και η Μαρίνα το ήξεραν· οι ίδιοι έφταιγαν. Την κακομάθαιναν πολύ. Αλλά πώς να μην την κακομαθαίνουν; Τόσο όμορφη, τόσο τρυφερή και τόσο δύσκολα την απέκτησαν. Η Μαρίνα δεν μπορούσε να μείνει έγκυος. Ό,τι και να έκαναν, σε όλους τους γιατρούς πήγαν, ακόμη και στην Αθήνα. Όλοι έλεγαν πως όλα είναι καλά. Αλλά αφού όλα είναι καλά, γιατί δεν ερχόταν παιδί; Κάποιος γέρος γιατρός είπε να δοκιμάσουν λαϊκή ιατρική. Βρήκαν μια γιαγιά, τους έδωσε ένα βαρύ βάμμα, η Μαρίνα το έπινε και τελικά έμεινε έγκυος. Η χαρά τους δεν περιγραφόταν. Ο Σίμος πετούσε απ’ τη χαρά του, το μάθαινε όλη η γειτονιά. Η εγκυμοσύνη ήταν τόσο δύσκολη, που ο Σίμος πίστεψε πολλές φορές πως η Μαρίνα δεν θα τα καταφέρει. Συνεχής ναυτία, δεν άντεχε ούτε φαγητό ούτε μυρωδιές, τα άκρα της φούσκωναν, ο ύπνος λιγοστός, σχεδόν δεν έβγαινε από το σπίτι. Όταν ήρθαν οι πόνοι, ο Σίμος αναστέναξε ανακουφισμένος, αλλά τα προβλήματα μόλις άρχιζαν. Οι ώρες περνούσαν χωρίς αποτέλεσμα, και τελικά έκαναν καισαρική. Το κορίτσι βγήκε αδύναμο, ταλαιπωρημένο, η Μαρίνα έχασε πολύ αίμα και δυο μέρες βρισκόταν στο όριο ζωής–θανάτου. Τα κατάφεραν. Μετά από σχεδόν μήνα στο νοσοκομείο μητέρας–παιδιού, γύρισαν σπίτι. Ο Σίμος δεν κρατιόταν από τη λαχτάρα του να φροντίσει την κορούλα του. Τώρα θα είχαν αληθινή ευτυχία. Η οικογένεια που πάντα ονειρευόταν. Όλα όπως ήθελε. Όταν η Αλίκη έγινε πέντε χρόνων, ο Σίμος γύρισε σπίτι και είπε: –Μαρίνα, πρέπει να χτίσουμε σπίτι. Πώς να μείνουμε για πάντα στη γκαρσονιέρα; Η Αλίκη θα μεγαλώσει, χρειάζεται δικό της δωμάτιο. Η Μαρίνα, πάντα δίπλα στον άντρα της, σαράντα σκέψεις στο μυαλό της. Πού θα βρουν τόσα χρήματα; –Το έχω σκεφτεί, αν το πάμε σιγά–σιγά, θα τα καταφέρουμε. Μην αγχώνεσαι, θα φτιαχτεί. Δεν πρόλαβαν να χαρούν το όνειρο. Σε μισό χρόνο, αρρώστησε βαριά η Αλίκη. Πρώτα ένα απλό κρυολόγημα, μετά κολλητικά, μετά συνεχόμενα νοσοκομεία, δανεικά παντού. Τρία χρόνια θεραπείες, ώσπου στάθηκε η μικρή στα πόδια της. Δεν ξαναειπώθηκε για σπίτι, έπρεπε πρώτα να πληρώσουν τα δάνεια. Η Μαρίνα βγήκε στο εργοστάσιο, κι έτσι τα κατάφεραν όταν η Αλίκη ήταν 14. Η έφηβη είχε όλο και περισσότερες ανάγκες: ρούχα, παλτά, γιορτές, εξετάσεις, προετοιμασίες. Πήγε τελικά Πανεπιστήμιο, έφυγε απ’ το σπίτι. Σε δύο χρόνια ο Σίμος έκτισε τοίχους για το σπίτι – χωρίς παράθυρα, χωρίς πόρτες ακόμη, αλλά σπίτι ήταν. Άλλη μία φορά θα τους αναστατώσει η τύχη. Ένα απόγευμα Σαββάτου, μετά από ημέρα στη δουλειά του σπιτιού, τους χτυπάει το κουδούνι. Η Αλίκη, έγκυος και με έναν μακρυμάλλη νεαρό, τον Ρούλη. Ανακοίνωση: θα ζήσουν μαζί, θα παντρευτούν, ο Ρούλης παρατά το πανεπιστήμιο – δεν τον νοιάζει. Ούτε δουλεύει, ούτε σκοπεύει άμεσα. Ρώτησε ο Σίμος: „Πώς θα ζει η οικογένεια;” „Έχω γονείς εγώ!”, απαντά η κόρη του. Το ζευγάρι, αντί να μαλώσει, αποφασίζει να αφήσει το διαμέρισμα στην Αλίκη και τον Ρούλη και να μετακομίσουν με όσα έχουν στο μισοτελειωμένο σπίτι τους. Εκεί, με δουλειά, κόπους, βραδινό τσάι στην αυλή, γνωρίζουν τον μικρό γείτονα, τον Αντώνη, που μένει με τη γιαγιά του. Τον παίρνουν στην οικογένεια σαν παιδί τους. Ο Αντώνης γίνεται στήριγμα για τον Σίμο και τη Μαρίνα, τον μαθαίνουν, τον αγαπούν. Η Αλίκη με τον Ρούλη ζουν στη μικρή τους γειτονιά. Η Μαρίνα τρέχει να φυλάει το εγγόνι, ώσπου ακούει τον Ρούλη να παραπονιέται πως „δεν τους χρειάζονται πια”. Σταματάει να τους ενοχλεί – μόνο καμιά φορά αφήνει ψώνια έξω από την πόρτα. Τα χρόνια περνούν, ο Αντώνης μεγαλώνει, σπουδάζει, βοηθάει και στέκεται πάντα δίπλα. Τα γράφει όλα σαν να είναι δικός τους. Όταν η Μαρίνα αρρωσταίνει, μόνο ο Αντώνης στηρίζει τον Σίμο. Η Αλίκη, απούσα, αδιάφορη. Η Μαρίνα „φεύγει”, ο Αντώνης κλαίει, γίνεται πια κανονικός γιος. Ο Σίμος δίνει το σπίτι στο Αντώνη με διαθήκη: „Είσαι σαν παιδί μας, σε αγαπάμε, να φτιάξεις τη ζωή σου με την Αλένα.” Η Αλίκη όταν το μαθαίνει, εξοργίζεται, εύχεται θάνατο στον πατέρα της. Ο Σίμος φεύγει ήσυχος, με φωτογραφία της Μαρίνας στο χέρι, έχοντας αφήσει τα πάντα στον Αντώνη – το παιδί που δεν γέννησε, αλλά μεγάλωσε με αγάπη. Έτσι, οι διαφορετικοί άνθρωποι συναντήθηκαν και έγιναν αληθινή οικογένεια. (Διατηρήθηκαν τα ελληνικά ονόματα, η ιατρική αντιμετώπιση και οι πολιτισμικές αναφορές προσαρμόστηκαν στην ελληνική πραγματικότητα με διατήρηση όλων των σημαντικών λεπτομερειών της ιστορίας και ατμόσφαιρας)

Διαφορετικοί άνθρωποι

Η Ελενίτσα δεν ήταν και το πιο απλό κορίτσι. Και ο Στέλιος με τη Μαρία το ήξεραν καλά. Δικό τους φταίξιμο ήταν την είχαν κακομάθει λιγάκι. Μα πώς να μην καλομάθεις τέτοιο παιδί; Όμορφη, τρυφερή, κι ήρθε στη ζωή τους έπειτα από πολλές δυσκολίες. Η Μαρία δεν μπορούσε να πιάσει παιδί με τίποτα. Ό,τι γιατρούς και να επισκέφτηκαν, μέχρι και στην Αθήνα πήγαν, όλοι τους έλεγαν ότι όλα είναι μια χαρά. Μα αν ήταν όλα μια χαρά, τότε πού ήταν το μωρό;

Ένας παλιός γιατρός τους είπε να το γυρίσουν στο λαϊκό. Βρήκαν λοιπόν μια γιαγιά σε χωριό που έδωσε στη Μαρία κάτι σταγόνες μυστήριες, που μύριζαν σαν το παλιό ούζο που είχε ξεμείνει στην αποθήκη του παππού. Η Μαρία σιχαινόταν, αλλά τις έπινε και, να σου, έμεινε έγκυος. Χαρά μέχρι τα σύννεφα! Ο Στέλιος το γιόρτασε τόσο που οι γείτονες νόμιζαν πως παντρεύεται όλο το τετράγωνο.

Η εγκυμοσύνη όμως σκέτη Οδύσσεια. Η Μαρία ήθελε να πετάξει από το πρώτο τρίμηνο, κι αν μπορούσε, θα έστελνε και το στομάχι της διακοπές στη Μύκονο χωρίς επιστροφή. Μύριζε μανταρίνι; Έκανε εμετό. Μύριζε λαδερό; Εκείνη λιπόθυμη. Χέρια, πόδια, πρησμένα σα μπαστούνια για ποδόσφαιρο. Ύπνος μηδέν. Μόλις άρχισαν οι πόνοι, ο Στέλιος πήρε ανάσα, αλλά δυστυχώς, τα δύσκολα μόλις ξεκινούσαν. Δέκα ώρες βάσανο ώσπου τελικά οι γιατροί πήραν απόφαση για καισαρική. Η μικρή Ελένη βγήκε αδύναμη, ταλαιπωρημένη, κι η Μαρία έχασε τόσο αίμα που δύο μέρες τη πάλευαν για να μείνει στη ζωή. Τελικά τα κατάφεραν και μετά από σχεδόν μήνα στο Παίδων, γύρισαν σπίτι. Ο Στέλιος ήταν λες και κέρδισε τα Τζόκερ!

Τώρα πια, θα ζούσαν ευτυχισμένοι! Κλασικά ελληνικά όνειρα: δικό τους σπίτι, δυνατή οικογένεια, όλα όπως τα είχε φανταστεί ο Στέλιος.

Όταν η Ελενίτσα έγινε πέντε, ο Στέλιος ήρθε σοβαρός μια μέρα.

Μαρία, πρέπει να φτιάξουμε σπίτι. Τι θα γίνει εδώ μέσα στη γκαρσονιέρα; Τώρα η μικρή, μικρή· σε λίγο; Κορίτσι είναι, πρέπει να 'χει το δικό της δωμάτιο.

Η Μαρία τον στήριζε πάντα, τώρα όμως την έπνιξε η ανησυχία.

Κι από πού θα βρεθούν τόσα ευρώ, Στέλιο; Περίπτερο να πουλήσουμε;

Άκου με που σου λέω. Σιγά σιγά. Καμία πολυκατοικία να σηκώσουμε μονομιάς! Εμείς το πάμε βήμα βήμα. Θα τα καταφέρουμε.

Η Μαρία ήξερε πως είχε δίκιο. Το δικό τους σπιτάκι ήταν όνειρο ζωής.

Αλλά δυστυχώς τα όνειρα δεν συμφωνούν πάντα με την πραγματικότητα. Σε έξι μήνες η μικρή αρρώστησε βαριά. Από ένα απλό κρυολόγημα, ξαφνικά μπήκαν σε μαραθώνιο νοσοκομείων σε όλη την Αττική ώσπου βούλιαξαν στα χρέη. Ευτυχώς, το παιδί στάθηκε στα πόδια του· αλλά οι τρεις χρονιές μπερδεύονταν με γιατρούς και δάνεια.

Το σπίτι ξεχάστηκε· ο Στέλιος έβλεπε μόνο τους πιστωτές στα όνειρά του. Η Μαρία ήξερε πως το καημό το είχε μέσα του, μονάχα δεν μιλούσε.

Η μικρή ανέβηκε, έγινε δεκατεσσάρων, κι οι ανάγκες της ανέβηκαν μαζί. Άλλο φόρεμα ήθελε, άλλο παλτό, όλα να είναι όπως της Κατερίνας. Μα, καλή καρδιά, γιορτή στην πόρτα πανελλήνιες να 'ρχονται, λεφτά να φεύγουν. Είπαν, μόλις τελειώσει το σχολείο θα αρχίσουν να χτίζουν. Αλλά ούτε τότε.

Η Ελενίτσα πέρασε στη σχολή, έφυγε για σπουδές στη Θεσσαλονίκη και οι γονείς, συγκινημένοι, ξεκίνησαν με μπετά, τούβλα και πόρους-κουφέτα-ό,τι είχε η οικοδομή. Σε δύο χρόνια σηκώθηκε το σπίτιχωρίς τζάμια και πόρτες ακόμα, απλά τάβλες για τα μάτια του κόσμου.

Κι εκεί που κάθονταν μια Κυριακή ξέπνοοι από τη λάσπη της οικοδομής, χτυπάει το κουδούνι. Πηγαίνει η Μαρία να ανοίξει, και τι να δει; Η Ελενίτσα, φουσκωμένη λες και ετοιμάζεται για το επόμενο Πάσχα, κι από πίσω της ένας ψηλός με μακριά μαλλιά όλο ταραχή. Αφού εξαφάνισε τρία πακέτα τσίχλες, κατάφεραν να τους γνωρίσει ως Ρούλη.

Ε, μάνα, το βλέπεις; Μωρό έχουμε με τον Ρούλη θα μείνουμε μαζί. Θα παντρευτούμε!

Η παρέα κάθεται, ο Στέλιος ρωτάει.

Καλά, παιδί μου, γιατί δεν μας το είπες;

Ε, για να ακούω κηρύγματα; Μπα

Και με τη σχολή;

Και τι με τη σχολή; Και χωρίς πτυχία μια χαρά θα περάσουμε. Ο Ρούλης τα παράτησε από τον πρώτο χρόνο και ζει ακόμη!

Και δουλειά;

Όποια βρεθεί! Δεν ήρθε ακόμη η έμπνευση.

Ο Στέλιος κάπως σκλήρυνε.

Και πώς θα ζήσετε αν δεν δουλεύει κανείς σας;

Έχουμε γονείς! Σωστό;

Ο Στέλιος πήγε κουζίνα, να μην πει καμιά βαριά κουβέντα. Μετά συνεννοήθηκαν: σπίτι θα πάνε οι ίδιοι, την παλιά γκαρσονιέρα ως δώρο στους νεόνυμφους.

Μετακόμισαν ολοταχώς στη μισοτελειωμένη μονοκατοικία τους, μείνανε με τα απολύτως απαραίτητα. Φίλοι, συγγενείς και πεθερικά πάντα έκαναν τα κουμάντα τους.

Έτσι κυλούσε η ζωή: λίγες μέρες καλές, πολλές δύσκολες. Η Ελενίτσα όλο έψαχνε για βοήθεια. Ο Ρούλης… στην αναζήτηση του νοήματος της εργασίας! Τελικά βρήκε δουλειά γραφείου που πλήρωνε τόσο όσο ένα κεμπάπ στο Μοναστηράκι, αλλά σου λέει „Κάτι είναι κι αυτό”.

Στο μεταξύ, στο διπλανό σπίτι ένας μικρός Αντώνης, που μεγάλωνε με τη γιαγιά του, τους έβλεπε με μια περιέργεια. Ορφανός, βοηθούσε παντού, και γρήγορα έγινε το δεξί χέρι του Στέλιου στην οικοδομή, ενώ οι γυναίκες έπιναν τσάι και έλεγαν τα της γειτονιάς.

Όταν η Ελενίτσα γέννησε, το γλέντι δεν έλειψε. Η Μαρία στην αρχή έτρεχε καθημερινά βοηθός, αλλά σαν έπιασε τ αυτί της τον Ρούλη να λέει „Μα τι ήρθε πάλι αυτή;”, το πήρε βαρέως. Λιγότερες επισκέψεις από τότε

Ο Στέλιος είχε βρει στο πρόσωπο του Αντώνη έναν πραγματικό γιο και η γιαγιά Πέτρω ήταν η μάνα που παίρνεις από το χέρι και σιγοτραγουδάς το Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ. Μαράθηκε, όπως όλοι, και ο Αντώνης, πλέον 14, έμεινε με τους Στέλιο και Μαρία, που τον τάιζαν, σπούδαζαν και τον αγαπούσαν λες και ήταν δικός τους.

Τα χρόνια περνούσαν η ζωή χτυπούσε πότε εδώ, πότε εκεί. Η Μαρία αρρώστησε βαριά, ο καρκίνος τύλιξε το σπίτι με σιωπή. Η Ελενίτσα ήρθε μόνο μια φορά στο νοσοκομείο (Τι να κάνω, είμαι κι εγώ μητέρα!) και μετά, άφαντη. Ο Αντώνης δίπλα τους παντού.

Όταν η Μαρία έφυγε, το σπίτι έμεινε βουβό αλλά γεμάτο αναμνήσεις σπίτι σπιτικό, με λουλούδια, τζάκι, και το χαμόγελο των αγαπημένων. Ο Αντώνης σπούδασε, βρήκε δουλειά, ζούσε με την τιμή του. Επισκεπτόταν τον Στέλιο, όσο τα χρόνια τον βάραιναν.

Η Ελενίτσα, όταν ερχόταν, όλο κάτι ζητούσε („Να δούμε πότε θα το κληρονομήσουμε να ησυχάσουμε, σαν τα νέα μοντέρνα της Χαλκιδικής!”).

Κλοτσημένος απ την υγεία, ο Στέλιος τα πήγαινε με τα φάρμακα κατά συνταγή γειτόνισσας. Ο Αντώνης τον μάλωνε Πάνε σε γιατρό, παππού!. Τίποτα αυτός.

Ώσπου μια νύχτα, τον έπιασε δυνατός πόνος στο στήθος. Πήρε τηλέφωνο την κόρη του.

Πάρε ένα depon ή κάλεσε ασθενοφόρο, να δω εγώ τι θα πρωτοπρολάβω, είπε εκείνη.

Ο Στέλιος πήρε τον Αντώνη.

Έρχομαι τώρα, του είπε, κι ήρθε μαζί με την Αλεξάνδρα, τη μνηστή του, που δούλευε νοσηλεύτρια. Αμέσως στο νοσοκομείο, ξενύχτια, φροντίδες. Στο εξιτήριο, η Αλεξάνδρα μαγείρεψε, του άφησε φαγητό για δύο μέρες (Ξεκουράσου, παππού). Η κόρη, όταν πέρασε μετά από μέρες, του είπε:

Πάλι γκρινιάζεις; Τι να 'ρθω να κάνω, να στριμώξω τις σκοτούρες μου;

Τότε ο Στέλιος έσκασε το παράπονο. Τότε για πρώτη φορά της το είπε ξεκάθαρα. Κι εκείνη θύμωσε, έχασε την ψυχραιμία της:

Άντε, πια! Περιμένουμε πότε θα πεθάνεις! Έχεις σπίτι ολόκληρο να κάθεσαι μοναχός, κι εμείς μέσα στη γκαρσονιέρα σαν τις σαρδέλες! Τι ντροπή…

Ο Στέλιος ένιωσε μια απερίγραπτη ηρεμία. Τελικά, είπε, ήρθε η ώρα για αποφάσεις.

Ζήτησε από τον Αντώνη να του φέρει συμβολαιογράφο. Την επόμενη γράφτηκε το σπίτι του στον Αντώνη, μαζί με ένα γράμμα:

„Αντώνη, αν διαβάζεις αυτό το γράμμα, δεν είμαι πια εδώ. Άγγιξες τη ζωή μου σαν γιος, συμπαράσταση και χαρά, και σου αφήνω το σπίτι να το γεμίσεις με τη δική σου οικογένεια και ευτυχία. Μην αρνηθείς εκεί θα σε προσέχουν τα χέρια μου και της Μαρίας. Καλό δρόμο, παλικάρι μου, κι αγάπη παντοτινή.”

Όταν ο Στέλιος έφυγε, ο Αντώνης τον βρήκε ήρεμο, χαμογελαστό, με μια φωτογραφία παλιά στα χέρια. Έκλαψε με λυγμούς καμία ντροπή. Η Ελενίτσα, μπαίνοντας, βρήκε το γράμμα στα χέρια του Αντώνη, ενώ μέτραγε το σπίτι με το μέτρο και τον Ρούλη να κρατάει σημειωματάριο.

Σιγά τον έξυπνο! Όλο τρέλες, να μην έχεις μυαλό μέχρι τέλους! Θα δούμε αν περνάει έτσι εύκολα το σπίτι!

Κι έφυγε θυμωμένη απ το σπίτι και κανείς δεν συγκινήθηκε.

Γιατί μερικοί άνθρωποι είναι η οικογένειά σου, ακόμα κι αν το αίμα σου κοιτάει αλλού. Τι να κάνεις; Έλληνες.

Oceń artykuł
Διαφορετικοί άνθρωποι Η Αλίκη μεγάλωνε ως κορίτσι ιδιαίτερο. Και ο Σίμος και η Μαρίνα το ήξεραν· οι ίδιοι έφταιγαν. Την κακομάθαιναν πολύ. Αλλά πώς να μην την κακομαθαίνουν; Τόσο όμορφη, τόσο τρυφερή και τόσο δύσκολα την απέκτησαν. Η Μαρίνα δεν μπορούσε να μείνει έγκυος. Ό,τι και να έκαναν, σε όλους τους γιατρούς πήγαν, ακόμη και στην Αθήνα. Όλοι έλεγαν πως όλα είναι καλά. Αλλά αφού όλα είναι καλά, γιατί δεν ερχόταν παιδί; Κάποιος γέρος γιατρός είπε να δοκιμάσουν λαϊκή ιατρική. Βρήκαν μια γιαγιά, τους έδωσε ένα βαρύ βάμμα, η Μαρίνα το έπινε και τελικά έμεινε έγκυος. Η χαρά τους δεν περιγραφόταν. Ο Σίμος πετούσε απ’ τη χαρά του, το μάθαινε όλη η γειτονιά. Η εγκυμοσύνη ήταν τόσο δύσκολη, που ο Σίμος πίστεψε πολλές φορές πως η Μαρίνα δεν θα τα καταφέρει. Συνεχής ναυτία, δεν άντεχε ούτε φαγητό ούτε μυρωδιές, τα άκρα της φούσκωναν, ο ύπνος λιγοστός, σχεδόν δεν έβγαινε από το σπίτι. Όταν ήρθαν οι πόνοι, ο Σίμος αναστέναξε ανακουφισμένος, αλλά τα προβλήματα μόλις άρχιζαν. Οι ώρες περνούσαν χωρίς αποτέλεσμα, και τελικά έκαναν καισαρική. Το κορίτσι βγήκε αδύναμο, ταλαιπωρημένο, η Μαρίνα έχασε πολύ αίμα και δυο μέρες βρισκόταν στο όριο ζωής–θανάτου. Τα κατάφεραν. Μετά από σχεδόν μήνα στο νοσοκομείο μητέρας–παιδιού, γύρισαν σπίτι. Ο Σίμος δεν κρατιόταν από τη λαχτάρα του να φροντίσει την κορούλα του. Τώρα θα είχαν αληθινή ευτυχία. Η οικογένεια που πάντα ονειρευόταν. Όλα όπως ήθελε. Όταν η Αλίκη έγινε πέντε χρόνων, ο Σίμος γύρισε σπίτι και είπε: –Μαρίνα, πρέπει να χτίσουμε σπίτι. Πώς να μείνουμε για πάντα στη γκαρσονιέρα; Η Αλίκη θα μεγαλώσει, χρειάζεται δικό της δωμάτιο. Η Μαρίνα, πάντα δίπλα στον άντρα της, σαράντα σκέψεις στο μυαλό της. Πού θα βρουν τόσα χρήματα; –Το έχω σκεφτεί, αν το πάμε σιγά–σιγά, θα τα καταφέρουμε. Μην αγχώνεσαι, θα φτιαχτεί. Δεν πρόλαβαν να χαρούν το όνειρο. Σε μισό χρόνο, αρρώστησε βαριά η Αλίκη. Πρώτα ένα απλό κρυολόγημα, μετά κολλητικά, μετά συνεχόμενα νοσοκομεία, δανεικά παντού. Τρία χρόνια θεραπείες, ώσπου στάθηκε η μικρή στα πόδια της. Δεν ξαναειπώθηκε για σπίτι, έπρεπε πρώτα να πληρώσουν τα δάνεια. Η Μαρίνα βγήκε στο εργοστάσιο, κι έτσι τα κατάφεραν όταν η Αλίκη ήταν 14. Η έφηβη είχε όλο και περισσότερες ανάγκες: ρούχα, παλτά, γιορτές, εξετάσεις, προετοιμασίες. Πήγε τελικά Πανεπιστήμιο, έφυγε απ’ το σπίτι. Σε δύο χρόνια ο Σίμος έκτισε τοίχους για το σπίτι – χωρίς παράθυρα, χωρίς πόρτες ακόμη, αλλά σπίτι ήταν. Άλλη μία φορά θα τους αναστατώσει η τύχη. Ένα απόγευμα Σαββάτου, μετά από ημέρα στη δουλειά του σπιτιού, τους χτυπάει το κουδούνι. Η Αλίκη, έγκυος και με έναν μακρυμάλλη νεαρό, τον Ρούλη. Ανακοίνωση: θα ζήσουν μαζί, θα παντρευτούν, ο Ρούλης παρατά το πανεπιστήμιο – δεν τον νοιάζει. Ούτε δουλεύει, ούτε σκοπεύει άμεσα. Ρώτησε ο Σίμος: „Πώς θα ζει η οικογένεια;” „Έχω γονείς εγώ!”, απαντά η κόρη του. Το ζευγάρι, αντί να μαλώσει, αποφασίζει να αφήσει το διαμέρισμα στην Αλίκη και τον Ρούλη και να μετακομίσουν με όσα έχουν στο μισοτελειωμένο σπίτι τους. Εκεί, με δουλειά, κόπους, βραδινό τσάι στην αυλή, γνωρίζουν τον μικρό γείτονα, τον Αντώνη, που μένει με τη γιαγιά του. Τον παίρνουν στην οικογένεια σαν παιδί τους. Ο Αντώνης γίνεται στήριγμα για τον Σίμο και τη Μαρίνα, τον μαθαίνουν, τον αγαπούν. Η Αλίκη με τον Ρούλη ζουν στη μικρή τους γειτονιά. Η Μαρίνα τρέχει να φυλάει το εγγόνι, ώσπου ακούει τον Ρούλη να παραπονιέται πως „δεν τους χρειάζονται πια”. Σταματάει να τους ενοχλεί – μόνο καμιά φορά αφήνει ψώνια έξω από την πόρτα. Τα χρόνια περνούν, ο Αντώνης μεγαλώνει, σπουδάζει, βοηθάει και στέκεται πάντα δίπλα. Τα γράφει όλα σαν να είναι δικός τους. Όταν η Μαρίνα αρρωσταίνει, μόνο ο Αντώνης στηρίζει τον Σίμο. Η Αλίκη, απούσα, αδιάφορη. Η Μαρίνα „φεύγει”, ο Αντώνης κλαίει, γίνεται πια κανονικός γιος. Ο Σίμος δίνει το σπίτι στο Αντώνη με διαθήκη: „Είσαι σαν παιδί μας, σε αγαπάμε, να φτιάξεις τη ζωή σου με την Αλένα.” Η Αλίκη όταν το μαθαίνει, εξοργίζεται, εύχεται θάνατο στον πατέρα της. Ο Σίμος φεύγει ήσυχος, με φωτογραφία της Μαρίνας στο χέρι, έχοντας αφήσει τα πάντα στον Αντώνη – το παιδί που δεν γέννησε, αλλά μεγάλωσε με αγάπη. Έτσι, οι διαφορετικοί άνθρωποι συναντήθηκαν και έγιναν αληθινή οικογένεια. (Διατηρήθηκαν τα ελληνικά ονόματα, η ιατρική αντιμετώπιση και οι πολιτισμικές αναφορές προσαρμόστηκαν στην ελληνική πραγματικότητα με διατήρηση όλων των σημαντικών λεπτομερειών της ιστορίας και ατμόσφαιρας)