Απ 14 Μαρτίου,
Απόψε ξύπνησα νωρίς, καθόταν μου η καρδιά σαν να γυρίζει μέσα σε μια βροχομπουρική. Η Ελένη, η μητέρα μου, με κλήθηκε στο τηλέφωνο και η συζήτηση ξεκίνησε σαν το συνήθη παιχνίδι της «Προβλέπεις τι με λυπεί». Η διάθεση της ήταν πιο βαριά απ το συνήθη· δεν υπήρχε κανένα προφανές σήμα για το τι την έβλαψε. Προσπάθησα να φτάσω εκείνη νωρίς το πρωί, αλλά η γραμμή ήττασε, και όταν τελικά μίλησα, η φωνή της ήταν ένας αχνός γρίφος.
Μαμά, τι έγινε; ρώτησα, προσπαθώντας να μην ακούσω τη βαρύτητα της απάθειας.
Σκέψου, Νίκο μου απάντησε, με έναν ελαφρύ βήχα που έμοιαζε με γουγώσι. Τι ξέχασες;
Αναστέναξα. Σκέφτηκα το πρόσφατο τηλεφώνημά μας πριν μεσημέρι: «Μαμά, θα ήθελα να σε καλέσω στις εννιά το βράδυ». Έφτασα στο τηλέφωνο μόνο στις δέκα. Η ώρα που περίμενε, είναι μια ώρα που φαινόταν σαν να κυλούσε με βραχυκύκλους. Έκανα ό,τι μπορούσα να εξηγήσω ότι κοίταγα μια συνάντηση στη δουλειά, το θέμα τράβηξε περισσότερο χρόνο απ ό,τι προεξέφρασα, και έξωφελησα ότι ήταν μόνο μια μικρή αμέλεια.
Δεν κάνεις πια τις υποσχέσεις, Νίκο είπε η Ελένη, η φωνή της γεμάτη πικρία. Πόσες φορές λέγεις «άλλοτε» και ποτέ δεν το τηρείς; Θυμάσαι όταν ήσουν στο γυμνάσιο, η τάξη σου έπαιζε «σώμα», και έπρεπε να διαβάσεις το βιβλίο της μητέρας σου; Εγώ έλεγα «πρέπει να πιάσεις», εσύ απλώς «ξεχνώ».
Από εκείνη τη στιγμή, ένιωσα το βάρος των μικρών μου αδυναμιών να μεγαλώνουν σε ολόκληρους τυφώματα. Κάθε μικρή λεπτομέρειανα μην πετάξεις το σκουπίδι, να αγοράσεις το λάδι που δεν της αρέσειγίνονταν σινεμά καταστροφών. Η Ελένη είχε το ταλέντο να υπερβάλλει, και εγώ, ατυχώς, ήμουν το μόνο της κοινό.
Στις φωνάζωντες τις λέξεις, η Αγνή, η κοπέλα που αγαπώ, μου έστειλε μήνυμα: «Αντίο, βρήκες τη γαλήνη με τη μητέρα;»
Κοίταξα την απάντησή της και έκανα το βήμα ότι ίσως να μην ήταν τόσο δύσκολο: μια διακοπική απόδραση μαζί. Σε ό,τι κι αν ήταν, η Αγνή ήξερε ότι δεν ήθελα να «διασπώ» την οικογένειά μου, απλώς ήθελα λίγο χρόνο μόνοι μας. Μας πρότεινε να ψάξουμε για πακέτα. Σκέφτηκα το νησί της Κρήτηςμπορεί η Σαντορίνη ή το Ρόδος, με πτήσεις που φεύγουν σε μια εβδομάδα. Το κόστος ήταν 800 ευρώ, κάτι που θα μπορούσε να καλύψει το ταξίδι μας.
Καθώς έβαζα τις λεπτομέρειες στο site, κάτι έφτασε στο μυαλό μου. Γιατί όχι και τη μητέρα; Μπορούμε να της αγοράσουμε ένα ξεχωριστό πακέτο, να φτάσει σε ένα ήσυχο θέρετρο στη Χαλκιδική, να χαλαρώσει και να απολαύσει τη θάλασσα που μαθαίνουμε να αγαπάμε όταν ήμασταν παιδιά.
Αγνή, τι λέμε; της έστειλα. Ας κλείσουμε και για τη μητέρα. Τι λες;
Μπράβο, Νίκο! έδωσε απάντηση γεμάτη ενθουσιασμό. Θα του πω ότι και αυτή ξεκουράζεται. Ένας κύλινδρος ευτυχίας για όλους.
Το τηλέφωνο της Ελένης έσβησε εκείνη τη νύχτα, αλλά το μυαλό μου ήταν γεμάτο ερωτήματα. Στηρίχτηκα στο κρεβάτι, άκουσα τη σιωπή του δωματίου και σκέφτηκα τα λόγια της. Δεν θέλει λίγη μόνο η «ταξιδιάρα», θέλει την παρουσία μου. Άλλωστε, τι είναι η χαρά της απόδρασης αν δεν μοιράζεται με τη μητέρα σου την ευκαιρία για ξεκούραση;
Αλλά η Αγνή μου έλεγε: «Αυτή η απόφαση δεν είναι για σένα μόνο, είναι για τη σχέση μας, για την οικογένεια». Έτσι, άρχισα να φαντάζομαι την Ελένη να περπατά από το κείμενο του παραλιακού καταλύματος, να κοιτάζει το ήλιο να βυθίζεται στο Αιγαίο. Θα της έστειλε ένα μήνυμα: «Φίλε, φτάνουμε σύντομαδεν θα ξεχάσεις τη μητέρα;»
Και της απάντησα: «Μαμά, έχω πάρει το εισιτήριο για τη Χαλκιδική. Θα έχεις λίγες ημέρες μόνο σου, να φροντίσεις τον εαυτό σου. Εγώ και η Αγνή θα περάσουμε το καλοκαίρι μας στη Ρόδο.»
Η φωνή της έμεινε κρύα. «Τι; Σου αρέσει η ιδέα να μου αφήνεις τα πράγματα; Εγώ ήθελα ένα καλοκαίρι μαζί σου!» έσφιξα τις γωνίες του ατόμου μου. Ήταν η απώλεια του ορίζοντα, η αντίστροφη της ανάμειξης των ελπίδων. Ξαφνικά, το βαρύ φορτίο των χτυπημάτων του χρόνου με καταπνίγει.
Μαμά, μην φοβάσαι ψιθύρισα. Θέλω και εσύ να ξεκουραστείς, όχι μόνο να μείνεις πίσω.
Αλλά εκείνη είχε ήδη φτάσει στο σημείο που τα λόγια δεν μπορούσαν να σώσει τα πάντα. Μετά από μερικές παφλαστικές αλληλεπιδράσεις, η Αγνή ακούει την κλήση στο πλάι: «Νίκο, τι συνέβη;» Απαντώ: «Η μητέρα… δεν θέλει να φύγει μόνη». Κοιτάζω το πρόσωπό της, δείχνει αποδοχή, αλλά και μια δόση ειρωνείας. «Μην λες, Νίκο, ότι το παρελθόν έχει τυπώματα;», μου ψιθυρίζει.
Τελικά, βγήκαμε στην άκρη του αεροδρομίου με τις βαλίκες μας, κατευθυνόμενοι για τη Ρόδο. Η Ελένη, ωστόσο, στο τηλέφωνο, μιλάει με τη θείο της Βαλέρια: «Δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί ο γιος μου να αγοράσει ένα εισιτήριο για κι εγώ! Ξέχασα πως θα παίζουμε μαζί, όπως παλιά.»
Η Βαλέρια της προτείνει: «Άσε το, Νίκο. Μόλις φτάσει η Αγνή, ίσως να δεις την ευκαιρία να αλλάξετε σχέδια». Η Ελένη απαντά: «Αλλά πώς; Εγώ θέλω να σε δω, όχι την Αγνή.»
Η ανάπλαση των συναισθημάτων μοιάζει με την κίνηση του κύματος που φτάνει στην ακτή και διαρκεί μόνο για μια στιγμή. Εγώ, Νίκος, έχω μάθει σήμερα ότι η οικογένεια δεν είναι μόνο το παρελθόν, αλλά και οι επιλογές που κάνουμε για το μέλλον.
Κλείνοντας τη μέρα, θυμάμαι τη φράση: «Στο δρόμο της ζωής, δεν υπάρχει μια μόνο διασταύρωση». Ελπίζω το σχέδιο μου με τη μητέρα και τη σύντροφό μου να βάλει στο χάρτη μια πιο ήρεμη διαδρομή.
Νίκος.




