Δε μπόρεσαν να μοιραστούν τον καναπέ. Ιστορία

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

Σήμερα ξύπνησα με το κεφάλι μου να είναι σπασμένο στα κομμάτια, το πνεύμονα του θυμού μου να διπλώνει πάνω στην άνεση της σίτου μου. Περπατώντας αργά στο μικρό μας σαλόνι του διαμερίσματος στην Αττική, άκουγα τη γρύζι της πόρτας του ντουλάπιου να ανοίγει και να κλείνει ενώ προσπαθούσα να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου. Η φωνή του Στέφανου, που έτρεχε γύρω στον χώρο σαν τρελός, έμοιαζε να προσπαθεί να σβήσει τη σιωπή, αλλά δεν ήταν παρά μια θόρυβη διασκέδαση.

Μήπως νομίζεις ότι θα με αφήσεις ήσυχη, να με παρακολουθείς σαν τσέπης; έσπασε η φωνή της Λήδας, ρίχνοντας τη τσάντα της πάνω στο κέθρο. Διαζύγιο και καθαρισμός του περιουσιακού μας. Μαζέψτε τα χρήματά σας και φύγετε από εδώ. Αυτό είναι το δικό μου διαμέρισμα.

Το διαμέρισμα μπορεί να είναι δικό σου, αλλά όλα όσα περιέχει είναι δικά μου. Εγώ τα αγόρασα όλα.

Ένα δευτερόλεπτο! οργίστηκε η Λήδα, σέρνοντας τα μαλλιά της από το μέτωπό της. Φύγε, δεν θέλω να σε δω ξανά!

Πριν από έναν χρόνο, η Λήδα και ο Στέφανος είχαν παντρευτεί με έντονη αγάπη. Ήμασταν αδύνατοι να στενάζουμε ο ένας στον άλλον. Η ιστορία μας ξεκίνησε τυχαία, ένα ηλιόλουστο απόγευμα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Περπατούσαμε αντίθετα, τα βλέμματά μας συνάντησαν, και σταυτόχρονα γυρίσαμε και γελάσαμε. Αποχαιρέτησα τον Στέφανο όταν σκοτείνιαζε, ξανασυναντηθήκαμε την επόμενη μέρα, και ποτέ πια δεν χωρίσαμε.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι χθες, όταν η Λήδα ζήλεψε έναν παλιό συμμαθητή, την Νίκη, που εμφανίστηκε τυχαία στο εμπορικό κέντρο. Η Λήδα δεν αναγνώρισε αμέσως την Νίκη, η οποία είχε έτοιμο ένα λουλουδένιο μακιγιάζ και μύτη γεμάτη φίλτρα.

Τι έγινε, να το λες; την πήρε η Λήδα από το μανίκι. Ή μήπως δεν με γνωρίζεις; Σε εντοπίζω από μακριά, δεν έχεις αλλάξει καθόλου, όλα είναι ίδιο γκρίζα…

Νίκη; Συγγνώμη, δεν την είδα. Έμοιαζε με τη μητέρα του Νίκου, με την ίδια κόμμωση, όμως τα μαλλιά της ήταν πέντε ετών πιο γκρίζα από ό,τι τα δικά μου.

Θα πάμε για καφέ; πρότεινε η Νίκη, κουνώντας τα πόδια της. Πρέπει να αγοραστώ τα δώρα για τα γενέθλια του πατέρα μου. Δεν μπορώ να βρω τη μισή λίστα.

Καλή ιδέα, απάντησε ο Στέφανος, «Θα πιθώ κάτι και θα τρώω». Λήδα δεν εντάσσεται στο αντίθετο.

Και οι τρεις παραγγείλουν: εγώ, το κομμάτι μου, ένα πιάτο με κοτόπουλο και λαχανικά· η Λήδα παρήγγειλε παγωτό, η Νίκη ένα φλιτζάνι κακάο. Η Νίκη άρχισε να ρωτάει για παλιούς γνωστούς.

Θυμάσαι τον Βαλέρικο; ρώτησε, υποδεικνύοντας τον Στέφανο. Τον Δένο που με κυνηγούσε στη σχολική αυλή;

Φυσικά, παραδέχτηκε ο Στέφανος. Ή ήταν εκεί στην αποδυτική.

Μάλιστα! Τον είδα στο Instagram, ζει τώρα στην Πάτρα, έχει δουλειά. προσέθεσε η Νίκη.

Η Λήδα άκουγε, αλλά το μυαλό της έτρεχε σε άλλα πράγματα: η επιθυμία για το καναπέ, το μεγάλο καναπέ που αγόρασα μόνοι μας. Με μια ματιά στο καταφύγιο του νυμφικού μας σπιτιού, ο Στέφανος έσπασε το φαγητό του, αδιάφορος για τη συζήτηση, ενώ η Λήδα άρχισε να μιλάει πιο δυνατά.

Δεν τρέξαμε πίσω από τον Γεννάδη; είπε, βγάζοντας καθρέφτη και κραγιόν από την τσάντα της. Στέφανε, έχεις τελειώσει; Πρέπει να φύγουμε.

Απομαγδαίνοντας, η Νίκη ζήτησε να μας πάρει μαζί της με το αυτοκίνητό της, λέγοντας ότι δεν θέλει να βαριέται με τις βαλίτσες. Καθόταν στο μπροστινό κάθισμα, τοποθετώντας τις σακούλες στο γόνατό της, και έλεγε με πειθώ.

Εσείς φαίνεστε πλούσιοι, αλλά το αμάξι σας είναι φτωχό. Δεν σας δίνουν δάνειο; Θα βοηθούσα τον σύζυγό μου να αγοράσει κάτι πιο ωραίο.

Εντάξει, αδερφή μου, απάντησε ο Στέφανος με γέλιο, «Κοίτα, τι λέει η καλή μου σύζυγος». Ξέρω ότι θέλεις κάτι πιο αξιοπρεπές, αλλά τα λεφτά μας δεν επαρκούν.

Σίγουρα πρέπει να πάρουμε πιο βολικό αυτοκίνητο έπληξε η Νίκη, τοποθετώντας τα χείλη της σαν περιστέρι. Ο αδερφός μου από τη Γερμανία μας έστειλε ένα αυτοκίνητο. Μπορώ να σου δώσω το τηλέφωνο του, θα βρει κάτι κατάλληλο.

Αναπόφευκτα, η Λήδα έπιανε την ευκαιρία να προχωρήσει σε ακόμη πιο έντονη διαμάχη.

Μήπως θα έπρεπε να μιλήσουμε για το διαζύγιο; φώναξε πάνω στον Στέφανο. Δεν θα δώσεις στον γιο σου να αγοράσει αυτοκίνητο; Δεν έχετε αρκετά χρήματα;

Τι λες; άμαξε ο Στέφανος, προσπαθώντας να καταλάβει. Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς.

Θέλω το καναπέ! καταριέται η Λήδα, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει δυνατά.

Για λίγο, η Νίκη έμεινε ήσυχη, αλλά μετά συνεχίζει:

Εμείς θα χωρίσουμε, λοιπόν. Θα μοιράσουμε τα πράγματα όπως σε κάθε διαζύγιο.

Εσύ είσαι τσούλα, μου είπε η μητέρα του Στέφανου, με την προειδοποίηση ότι η „πρωταρχική” περιουσία θα είναι δική μου.

Οι γονείς τους έφτασαν αμέσως, αλλάζοντας το σκηνικό. Η μητέρα του Στέφανου, η κουνική του Θεσσαλονίκης, άρχισε να μιλάει για το πόσο μας βοήθησε οικονομικά, πόσο η μισθωτική του βγήκε πιο πολλαπλή από τη δική μου, και πώς η Λήδα πρέπει να φύγει με ό,τι της απομένει.

Ο πατέρας του Στέφανου έτρεξε να πνίξει τα δάκρυά του, κρατώντας μια μαντήλι. Η αδελφή του Στέφανου έσπασε το λόγο, θέτοντας το τέλος: «Θα προχωρήσουμε στο δικαστήριο». Έβαλε το χέρι του στο ώμο της μητέρας και είπε:

Ας φέρουμε όλα τα τιμολόγια, τα αποδεικτικά τραπεζικών εκθέσεων. Όλα τα έγγραφα θα συγκεντρώσουμε. Θα κληθεί ο δικηγόρος.

Πανικό βρήκε η Λήδα, στέκεται σιωπηλή, αναπνέοντας βαθειά.

Μητέρα, θα μείνω εδώ να φύλαξω το διαμέρισμα. Δεν θα αφήσω κανέναν να πάρει τα πράγματα μου κρυφά ψιθυρίζει.

Έφυγα με το αυτοκίνητο, το μυαλό μου γεμάτο σκέψεις. Ο Στέφανος, η Νίκη, η μητέρα του, ο πατέρας του, όλοι με τις δικές τους απόψεις. Αλλά το πιο σκληρό ήταν το βάρος του καναπέ στο σαλόνι. Μου θυμίζει το πώς ήμασταν αρχικά, πώς βρισκόμασταν στην ομορφιά του αγκαλιού μας.

Τώρα, με το γέλιο του Στέφανου να ηχεί στο σπίτι, σκέφτομαι: «Θέλεις να περάσεις τη ζωή σου με αυτόν τον καναπέ;»

Κοιτάζομαι στον καθρέφτη, σηκώνω το κεφάλι μου, και ψιθυρίζω:

Ορκίζομαι, ποτέ ξανά δεν θα παίζω παιχνίδια με τα μάτια μου.

Το ημερολόγιο, θα είμαι εγώ η μόνη που θα ξέρει πόσο άξιο πάθος κρύβεται πίσω από έναν καναπέ.

Καληνύχτα.

Oceń artykuł
Δε μπόρεσαν να μοιραστούν τον καναπέ. Ιστορία