Δεν υπάρχει χαρά χωρίς αγώνα
5 Ιουλίου
«Πώς μπόρεσες να μπλέξεις έτσι, χαζό κορίτσι; Ποιος θα σε πάρει τώρα, με το παιδί στην κοιλιά σου; Και πώς σκοπεύεις να το μεγαλώσεις; Μη βασίζεσαι πάνω μου. Εγώ σε μεγάλωσα, τώρα να πάρω στο λαιμό μου και το δικό σου το παιδί; Δεν σε θέλω πια εδώ. Μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε από το σπίτι μου!»
Η Ειρήνη στεκόταν μπροστά στη θεία Ασπασία με το κεφάλι χαμηλωμένο. Η τελευταία της ελπίδα να της ανοίξει η θεία το σπίτι, έστω και μέχρι να βρει μια δουλειά, χάθηκε απ τη μια στιγμή στην άλλη.
Αν ζούσε η μάνα μου…
Τον πατέρα της, η Ειρήνη δεν τον ήξερε ποτέ. Η μαμά της είχε σκοτωθεί πριν από δεκαπέντε χρόνια, την είχε παρασύρει κάποιος μεθυσμένος με το αυτοκίνητο στη διάβαση των πεζών. Πήγαν να τη στείλουν σε ίδρυμα, αλλά εμφανίστηκε ξαφνικά μια μακρινή συγγενής· η Ασπασία, δεύτερη ξαδέρφη της μάνας της. Η θεία είχε δική της δουλειά και σπίτι σε επαρχιακή πόλη της Νότιας Ελλάδας, στην άκρη του Άργους. Έτσι, πήρε χωρίς πρόβλημα και την επιμέλεια.
Εκεί τα καλοκαίρια μοσχοβολούσαν γιασεμιά και λεβάντα, οι χειμώνες ήταν υγροί και μυρίζανε μούχλα και χώμα. Η Ειρήνη δεν πείνασε ποτέ, ήταν πάντα καθαρή και έμαθε να δουλεύει από μικρή σπιτικές δουλειές, κήπος, κότες, λίγες κατσίκες. Μητρική αγάπη δεν πήρε, αλλά σε ποιον να κάνει παράπονα;
Η Ειρήνη ήταν καλή μαθήτρια. Τελείωσε το λύκειο κι έπειτα μπήκε στη σχολή Νηπιαγωγών στην Τρίπολη. Τα φοιτητικά της χρόνια πέρασαν γρήγορα κι ωραία. Μα τώρα όλα είχαν τελειώσει. Οι εξετάσεις πέρασαν κι η επιστροφή της στο Άργος μόνο χαρά δεν έφερε.
Η θεία ξεθύμανε και μαλάκωσε λίγο.
«Εντάξει, φτάνει, μπράβο. Μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε απ τα μάτια μου.»
Θέλησα να πω κάτι, να ζητήσω έστω λίγες μέρες, αλλά με διέκοψε.
«Όχι, μίλησα αρκετά!»
Μάζεψα τη βαλίτσα μου και βγήκα στο δρόμο. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι έτσι θα γύριζα. Ταπεινωμένος, μόνος κι έγκυος όχι πολύ, αλλά δεν άντεχα πια να το κρύβω.
Έπρεπε να βρω κάπου να μείνω. Περπατούσα στις γειτονιές χαμένος στις σκέψεις.
Το καλοκαίρι ήταν στα φόρτε του. Στους κήπους ρόδιζαν μήλα και αχλάδια, βερύκοκα χρυσάφι. Τα αμπέλια σχεδόν έσπαγαν από το σταφύλι και κάτω απ τις ελιές η δροσιά μύριζε χώμα και θάλασσα. Από τα σπίτια ερχόντουσαν μυρωδιές από γλυκά του κουταλιού και φρέσκο ψωμί. Διψούσα από τη ζέστη. Είδα μια γυναίκα δίπλα στη βρύση έξω από το σπίτι και της φώναξα:
«Δίνετε λίγο νερό;»
Η κυρά Μαρία, γύρω στα πενήντα, με κάλεσε «Έλα κόρη μου, με το καλό».
Μου έδωσε ένα ποτήρι. Έκατσα κουρασμένος στο πεζούλι.
«Να κάτσω για λίγο; Η ζέστη»
«Βεβαίως, κόρη μου. Από πού; Με τη βαλίτσα;»
«Μόλις τελείωσα τη σχολή. Ήθελα να δουλέψω με παιδιά, αλλά δεν έχω κάπου να μείνω. Ξέρετε αν κάποιος νοικιάζει ένα μικρό δωμάτιο;»
Με κύτταξε καλά. Πεντακάθαρη, μα ταλαιπωρημένη, σα να κουβαλούσα ολόκληρη θλίψη στους ώμους.
«Να μείνεις εδώ αν θέλεις. Θα ζωντανέψει το σπίτι. Θα πληρώνεις ότι μπορείς, αλλά να είσαι τακτική. Συμφωνείς; Να σου δείξω το δωμάτιο;»
Χάρηκα. Δεν το πίστευα πόσο τυχερός ήμουν. Το δωμάτιο ήταν μικρό αλλά φωτεινό: τραπεζάκι, κρεβάτι, παλιός καθρέφτης με θέα τον κήπο. Μιλήσαμε για το νοίκι και πήγα στην διεύθυνση εκπαίδευσης.
Κι από τότε άρχισε πάλι ο κύκλος: δουλειά-σπίτι-δουλειά. Με την κυρά Μαρία έγινα σχεδόν οικογένεια. Τα βράδια πίναμε τσάι στο κιόσκι. Το φθινόπωρο απλώνεται αργά σ αυτή τη γη.
Η εγκυμοσύνη μου κυλούσε εύκολα μάλλον, απροσδόκητα εύκολα. Δεν είχα ναυτίες, μόνο λίγο παραπάνω στρογγυλός ούτως ή άλλως. Σιγά σιγά διηγήθηκα στην κυρά Μαρία την ιστορία μου.
Στο δεύτερο έτος της σχολής είχα γνωρίσει τον Χρήστο, γιο γνωστών φιλόλογων της Τρίπολης. Μέλλον εξασφαλισμένο πτυχίο, διδακτορικό, θέση στο πανεπιστήμιο κοντά στην οικογένεια. Όμορφος, κύριος, πολυλογάς, γοήτευε όλες τις συμφοιτήτριες. Αλλά διάλεξε εμένα δεν ξέρω γιατί. Ίσως γι αυτό που έβλεπε στα μάτια μου ή επειδή καταλάβαινε τι πάει να πει αγώνας. Τα υπόλοιπα χρόνια ήμασταν αχώριστοι· ούτε μια μέρα χώρια.
Θυμάμαι την ημέρα. Ξύπνησα και τα ηλεκτρικά σίδερα στο στομάχι, μυρωδιές βαρύδι. Κατάλαβα καθυστέρηση. Πήγα στο φαρμακείο, πήγα σπίτι, περίμενα. Δύο κόκκινες γραμμούλες. Έμεινα να παγώσω δυο γραμμές! Πώς θα το πω στον Χρήστο; Το παιδί δεν ήταν στα σχέδια μας.
Αλλά ξαφνικά όλη μου η στοργή πήγε σ εκείνο το μικροσκοπικό θαύμα μέσα μου.
«Ψυχή μου», ψιθύρισα και χάιδεψα τη κοιλιά μου.
Ο Χρήστος το βράδυ με πήγε κατευθείαν στους γονείς του. Πονάει ακόμα το θυμάμαι. Με λίγα λόγια, μου είπαν να το ρίξω και να χαθώ, να μη χαλάσω το μέλλον του γιου τους. Ο Χρήστος με κοίταξε μια φορά μόνο, την επόμενη μέρα άφησε έναν φάκελο με μερικές εκατοντάδες ευρώ και έφυγε χωρίς ένα „αντίο”.
Το έμβρυο το είχα αγαπήσει. Δεν μπορούσα να διανοηθώ να το δώσω. Τα λεφτά τα πήρα ήξερα θα μου χρειαστούν.
Η κυρά Μαρία όταν τα άκουσε με παρηγόρησε: «Ποιος δεν έχει προβλήματα, κόρη μου; Εσύ είσαι δυνατή, καλά έκανες και κράτησες το παιδί κάθε παιδί ευλογία».
Για επιστροφή στον Χρήστο, ούτε συζήτηση. Δεν θα επέστρεφα, δεν θα του συγχωρούσα αυτό το φύγε.
Ο καιρός πέρασε. Σταμάτησα τη δουλειά, ετοιμαζόμουν να γεννήσω, μ’ έναν φόβο και μια λαχτάρα μαζί. Το φύλο δεν μου το είχαν πει ό,τι να ναι, μόνο να ναι καλά.
Τον Φλεβάρη, ένα κυριακάτικο πρωινό, ήρθαν οι πόνοι. Η κυρά Μαρία με πήγε στο νοσοκομείο του Ναυπλίου. Γέννησα εύκολα, ένα γερό αγοράκι.
«Μιχάλη μου», του ψιθύρισα και του χάιδεψα τα μάγουλα.
Στο θάλαμο έκανα αμέσως φίλες. Χάρη στις ιστορίες των άλλων, έμαθα πως δύο μέρες πριν μια γυναίκα γυναίκα αξιωματικού του τελωνείου είχε γεννήσει κορίτσι αλλά την παράτησε, «δεν ήταν έτοιμη για παιδιά» άφησε σημείωμα και χάθηκε.
«Κι ο άντρας;» ρώτησα.
«Έρχεται κάθε μέρα, λουλούδια, σοκολατάκια στις μαίες, γνωριμίες… Το βρέφος το ταΐζουν μπιμπερό, αλλά η νοσοκόμα είπε πως αν κάποια μπορεί να το θηλάσει…»
Λίγο μετά, έφεραν το μωρό. Η νοσοκόμα ρώτησε:
«Μπορεί καμία να ταΐσει τη μικρή; Είναι αδύναμη.»
«Να το δοκιμάσω εγώ», είπα χαμηλόφωνα και πήρα τη μικρή. Μικροσκοπική, σχεδόν διάφανη, τη φώναξα «Μυρτώ». Δίπλα στον Μιχάλη μου φαινόταν πούπουλο.
Τη θήλασα κι αποκοιμήθηκε αμέσως.
Έτσι συνέχισα και τις επόμενες μέρες: δύο μωρά, δύο αγκαλιές. Ένιωθα γεμάτος.
Δύο μέρες μετά, η νοσοκόμα ήρθε με τον πατέρα της μικρής. Ήθελε να με ευχαριστήσει. Έτσι γνώρισα τον Παναγιώτη, λοχαγό του τελωνείου, κοντό, με μάτια βαθιά γαλανά.
Απ εκεί και πέρα, γρήγορα διαδόθηκε η ιστορία μ εμένα, τα δυο παιδιά και τον Παναγιώτη. Την ημέρα του εξιτηρίου έκανε το μισό νοσοκομείο να δακρύσει. Έξω περίμενε ένα αυτοκίνητο διακοσμημένο με γαλάζια και ροζ μπαλόνια. Ο Παναγιώτης μου άνοιξε την πόρτα, κρατώντας τον Μιχάλη και ύστερα την μικρή Μυρτώ. Η κυρά Μαρία μας περίμενε ήδη μέσα.
Το αυτοκίνητο ξεκίνησε μέσα σε ευχές. Κοιτούσα τα δυο μικρά μου ο ένας σφιχτά στο ένα μπράτσο, η άλλη στο άλλο. Στο αυτοκίνητο μύριζε γιασεμί. Ο Παναγιώτης, που λίγες ώρες πριν είχε γονατίσει δίπλα στο κρεβάτι μου και ζήτησε να γίνω γυναίκα του, οδηγούσε χαμογελαστός, κοιτώντας πότε εμένα από τον καθρέφτη, πότε τα παιδιά.
Μας περίμενε σπίτι, όχι απλά μια στέγη, αλλά αγάπη, χαμομήλι στο τραπέζι, παλιές ντουλάπες που τώρα θα γεμίσουν παιχνίδια και μια ζωή που κανείς δεν μπορεί να την προβλέψει, αλλά ξέρω πια πως αξίζει να τη ζεις. Το έμαθα στο πετσί μου: η χαρά έρχεται μόνο με κόπο και στενοχώρια αλλά όσο κι αν παλεύεις, κάτι όμορφο θα ανθίσει.





