Δεν το περίμενα από τον άντρα μου — Άννα, κάτι πρέπει να κάνουμε… — είπε με έναν βαθύ αναστεναγμό η Ειρήνη στο τηλέφωνο. — Τι έγινε πάλι; — απάντησε ανήσυχα η μικρή της αδελφή. Αυτό το τηλεφώνημα την είχε ήδη αγχώσει. Συνήθως επικοινωνούσαν με σύντομα μηνύματα στο viber, αλλά σήμερα η Ειρήνη είχε επιμείνει για τηλεφωνική συνομιλία. — Η μαμά δεν αντέχει πια να μένει μόνη. Αν μιλούσες μαζί της πιο συχνά, θα το ήξερες — σχολίασε με μια δόση επίπληξης η Ειρήνη. — Άντε καλά! Μη μου αρχίζεις πάλι! Πες κατευθείαν τι θες. Τι συμβαίνει; Η Ειρήνη ξαναναστέναξε — ήταν τυπικό της μικρής να τσιτώνει για κάθε παρατήρηση, ειδικά τώρα που για χρόνια έδειχνε πόσο ανεξάρτητη νιώθει. — Να σου θυμίσω ότι η μαμά έφτασε τα 73. Η πίεσή της όλη την ώρα χτυπάει κόκκινο, όλο αδυναμία έχει. Με το ζόρι φτιάχνει φαγητό και κρατάει καθαρό το σπίτι — είπε υπομονετικά η μεγάλη αδελφή. — Για να μη μιλήσω πως δεν μπορεί να πάει ούτε μέχρι το φούρνο για ψωμί. Ευτυχώς που η γειτόνισσα, η κυρία Νίνα, της φέρνει κάτι τις. — Θες να πεις ότι η μαμά πεινάει; — ανησύχησε η Άννα. — Όχι, βέβαια! Κάθε δύο βδομάδες πάω και της φέρνω ό,τι χρειάζεται. Δεν είναι αυτό το θέμα. Πλέον, η μαμά δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς βοήθεια. Κι αν πέσει και χτυπήσει; Πώς θα την φροντίσουμε μετά με τα κιλά που έχει; Οι αδελφές σώπασαν. Η Ελένη ήταν πάντα στρουμπουλή και τώρα είχε βάλει κι άλλα κιλά. Παρότι είχε θέματα υγείας, της άρεσε να τρώει και στενοχωριόταν αν της έλεγαν τίποτα για δίαιτες. — Κι από μοναξιά πάει να βάλει τα κλάματα μόλις φεύγω. Παραπονιέται πως όλοι την άφησαν — συνέχισε η Ειρήνη. — Όλο αυτό δεν αντέχεται πια. — Δηλαδή, τι προτείνεις;— ρώτησε η Άννα. Η Ειρήνη πήρε βαθιά ανάσα — όλο και πιο δύσκολη γινόταν η συζήτηση με τα χρόνια. — Προτείνω να μετακομίσεις εσύ σε αυτήν. — Χα! Γιατί δεν πας εσύ μαμάς; Να μαντέψω; Έχεις τον Φωτάκη σου, τον άντρα σου, και τον θετό σου γιο που τον έχεις σαν μωρό-ενήλικα, ε; Έτσι είναι; — Άννα, πάλι τα ίδια λες; — Τα λέω γιατί εσύ πάντα αποφασίζεις για όλους! Εγώ δεν σε νοιάζω καθόλου!— άρχισε να φωνάζει η Άννα. Η Ειρήνη εκνευρίστηκε επίσης: — Όταν η μαμά έτρεχε για σένα και τη Μάγδα, ή όταν σε βοηθούσε στη δύσκολη εποχή σου, τότε σου φαινόταν μια χαρά;! Δεν παραπονιόσουν! Η Άννα σώπασε. Ήξερε ότι η αδελφή της έλεγε αλήθεια — όλα η μαμά τα είχε κάνει, όταν ο γάμος της διαλύθηκε και με ένα παιδί έπρεπε να βγάζει πέρα μόνη. Όλη η βοήθεια τότε ήταν βάλσαμο, αλλά τώρα δεν άντεχε να της το χτυπούν συνέχεια στη μούρη. Η πεθερά κράτησε το λόγο της και δεν τις ενόχλησε ως την ενηλικίωση της εγγονής. Μετά τις ζήτησε να φύγουν. Τότε η Μάγδα σπούδαζε Θεσσαλονίκη και η Άννα αποφάσισε να αλλάξει τη ζωή της, να πάει για δουλειά στην Αθήνα. Τώρα ζούσε σε νοικιασμένο διαμέρισμα στα Μεσόγεια, έπιανε δουλειές όπου έβρισκε — μετά τα 40 δεν είναι εύκολο… Αλλά δεν ήθελε με τίποτα να γυρίσει στο χωριό. — Εσύ δεν ξέρεις τι θα πει να μεγαλώνεις μόνη παιδί! — απάντησε δηκτικά. — Κάτσε να το ζήσεις κι εσύ, και μετά κρίνε! Η μεγάλη σώπασε. Η δική της ζωή είχε πάει καλύτερα — καλές σπουδές, σταθερή δουλειά λογίστρια στην περιφέρεια, προσδοκίες για „σωστό” γάμο. Μα οι άντρες που γνώριζε όλο και κάτι τους έλειπε — χρήματα, μυαλό, σοβαρότητα. Μόνο στα 39 της γνώρισε τον Φώτη — τρία χρόνια μεγαλύτερος, χήρος με γιο δεκάχρονο. Ο Φώτης, μάστορας για τα πάντα, δεν έπινε, ήταν σκληροτράχηλος, αλλά καλόκαρδος. Η Ειρήνη, τον αγάπησε τρελά. Δεκατέσσερα χρόνια γάμου, πάντα τους είχε στην προτεραιότητα, κι ο θετός γιος την αγάπησε. Ήθελε και δικό της παιδί, αλλά δεν έτυχε. — Εγώ ήθελα να πάρω τη μαμά να μείνει μαζί μας, — είπε τελικά η Ειρήνη, με φωνή βραχνή, — αλλά ούτε να το ακούει. — Και ο αντρούλης σου, ο Φωτάκης, δεν έχει πρόβλημα να φιλοξενήσετε την πεθερά στο διαμέρισμα των δύο δωματίων; — ειρωνεύτηκε η Άννα. — Ή πάλι δεν τον ρώτησες, ε; Ήξερες ότι η μαμά θα αρνιόταν; — Άννα! Σταμάτα! Μιλάμε σοβαρά τώρα! — Δεν έχει νόημα, — είπε η μικρή και το έκλεισε. Η Ειρήνη έμεινε να κοιτά το κινητό. Το καλύτερο θα ήταν να πάει η Άννα στην μαμά. Θα βοηθούσε κι εκείνη όπου μπορούσε — με τρόφιμα, χρήματα. Κι η Άννα θα 'βρισκε και τηλε-εργασία, αφού στο χωριό έχει καλό ίντερνετ. Αλλά η Άννα δεν ήθελε να της κάνει τη ζωή πιο εύκολη. Πάντα το καλομαθημένο παιδί έμενε καλομαθημένο. Μια μέρα μετά, η Άννα της έστειλε: «Μίλησα με τη μαμά. Μου είπε είναι καλά, δεν χρειάζεται βοηθό. Σταμάτα να κάνεις δράμα». Η Ειρήνη ούτε απάντησε. Τι να αποδείξεις; Η Άννα μιλά στη μαμά μία φορά τον μήνα, κι αυτή δεν παραπονιέται για να μη την πικράνει. Η Ειρήνη τα ακούει όλα, χάνει τον ύπνο της. Ακόμα κι ο Φώτης, που δεν πολυδίνει σημασία, τη ρώτησε αν της συνέβη κάτι. Σκεφτόταν «Τι να πω στον άντρα μου; Δεν χρειάζεται να τον φορτώσω κι αυτόν». Να προσλάβει γυναίκα για τη μαμά; Πού να βρει τόσα λεφτά; — Έλεος τώρα! — Ο Φώτης ακούμπησε δυνατά το ποτήρι τσάι. — Εδώ τρεις μήνες δεν είσαι καλά. Πες μου, τι συμβαίνει; Η Ειρήνη λύγισε, συγκρατήθηκε και του εξήγησε. — Γιατί δεν μου είπες ότι η μαμά σου δεν είναι καλά; — την κοίταξε στα μάτια. — Δεν ήθελα να σε ανησυχήσω… — ψέλλισε με σκυμμένο κεφάλι. Μάλλον τζάμπα του τα είπε όλα. Ούτε που τα χρειάζεται αυτά ένας άντρας… — Κατάλαβα, — σηκώθηκε. — Σε ευχαριστώ για το φαγητό. Θα κοιμηθώ. Ούτε ειδήσεις δεν είδε. Τώρα τι θα γίνει; Η Ειρήνη δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα, και το πρωί άργησε να ξυπνήσει. Το Σάββατο δεν δουλεύει, αλλά στον Φώτη φροντίζει να έχει πάντα έτοιμο πρωινό. Όμως ο άντρας της την περίμενε ήρεμος στην κουζίνα. — Ξύπνησες; — της είπε ήρεμα, κι ας ήταν σοβαρός. — Ναι, Φώτη! Σε λίγο σου φτιάχνω πρωινό! — είπε τρέχοντας. — Κάτσε, πρέπει να μιλήσουμε. Η Ειρήνη κάθισε προσεκτικά. — Το σκέφτηκα. Πρέπει να βοηθήσουμε τη μάνα σου. Δεν αφήνεις έτσι τους γέρους. Εγώ τη δική μου δεν την πρόλαβα… Αποφάσισα: πάμε να μείνουμε στο χωριό μαζί της. Βρήκα ήδη δουλειά σ’ έναν ντόπιο αγρότη, και για σένα θα βρούμε σίγουρα κάτι. Η Ειρήνη έμεινε άφωνη. — Φώτη… Είσαι σίγουρος; — Παντελώς. Ή μήπως ξέχασες πώς η κυρά-Ελένη αγκάλιασε τον Βασίλη, τον γιο μου, κάθε καλοκαίρι και μ’ έβαζε σπίτι της σαν βασιλιά; Δεν ξεχνάω τίποτα, Ειρήνη. Και μεταξύ μας, χρόνια το ήθελα να μείνω στην επαρχία. Αν, φυσικά, δεν έχει αντίρρηση κι η κυρά-Ελένη. Η Ειρήνη κοίταζε τον άντρα της με μάτια γουρλωμένα. Αυτό πραγματικά δεν το περίμενε απ’ τον Φωτάκη της. Μήπως ονειρευόταν; — Κι ο Βασίλης; — ρώτησε. — Ο Βασίλης; — απόρησε ο Φώτης. — Στέκων άντρας, δουλειά έχει, μόρφωση έχει. Μάλλον χαρούμενος θα είναι να του αφήσουμε το διαμέρισμα! — Φωτάκη! — Τον αγκάλιασε χωρίς να την νοιάζει αν του αρέσουν οι αγκαλιές. Κι εκείνος αυτή τη φορά δεν την έσπρωξε. Μόνο της χάιδεψε τους ώμους: — Έλα τώρα… Όλα θα πάνε καλά. Κι εκείνη το ήλπιζε πραγματικά…

Δεν το περίμενα από τον άντρα μου

Μαρία μου, κάτι πρέπει να κάνουμε αναστέναξε η Ελευθερία μιλώντας στο κινητό.

Τι έγινε πάλι; απάντησε με μια κάποια ανησυχία η μικρότερη αδελφή της, η Νικολέτα.

Η κλήση της μεγάλης είχε ήδη ανεβάσει το άγχος της. Συνήθως μιλούσαν μέσω Viber με κάτι ξεπέτα μηνυματάκια. Αλλά αυτή τη φορά, η Ελευθερία ήθελε οπωσδήποτε να μιλήσει με φωνή και να κάνει την κάμερα να παραπονιέται για διάρκεια κλήσης.

Η μαμά δεν μπορεί να μένει πια μόνη της, είπε με εκείνη τη φωνή που σήμαινε θα σου το τρίψω στη μούρη Αν μιλούσες και εσύ λίγο πιο συχνά μαζί της, θα ήξερες πρόσθεσε ξεκάθαρα ενοχλημένη.

Ωχ, άσε τις νουθεσίες, πες μου στα ίσια τι τρέχει. Τι έχω χάσει; αποκρίθηκε Νικολέτα, νιώθοντας ήδη πως έμπλεξε.

Η Ελευθερία πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα φανερό, η μικρή της αδελφή είχε πάντα άποψη για όλα και τελευταία δεν της άφηνε να της βγουν τα κουμάντα.

Να σου θυμίσω ότι η μαμά είναι πια 73. Της πέφτει η πίεση, νιώθει αδυναμία συνεχώς… Με το ζόρι μαγειρεύει για τον εαυτό της, και το σπίτι είναι στα όρια της συμμαζεμένο είπε με στωικότητα. Κι ούτε για μια φραντζόλα ψωμί δεν μπορεί να πάει στη λαϊκή, να ευχαριστούμε την κυρία Κατερίνα, τη γειτόνισσα, που της φέρνει κάτι ψώνια πότε-πότε.

Δηλαδή λες ότι η μάνα μας πεινάει; πέταξε ανησυχημένη η Νικολέτα.

Όχι βρε παιδί μου! Πηγαίνω κάθε δύο εβδομάδες, της φέρνω ό,τι χρειάζεται. Δεν είναι θέμα φαγητού, αλλά ότι πλέον η μαμά δεν τα βγάζει πέρα μόνη της. Αν πέσει και σπάσει τίποτα; Ποιος να τη μαζέψει;

Γύρισαν σιωπή στη γραμμή.

Η κυρία Θεοδώρα, η μανούλα τους, πάντα ήτανε της αφθονίας στο τραπέζι και όσο μεγάλωνε, τόσο πιο πολύ αγαπούσε το καλό φαγητό, προς απόγνωση των κορών.

Α και κάτι άλλο: βαριέται αφόρητα μόνη της. Κοντεύει να βάλει τα κλάματα κάθε φορά που φεύγω! Παραπονιέται ότι όλοι την εγκατέλειψαν συνέχισε η Ελευθερία. Δεν αντέχεται άλλο αυτό.

Οπότε; Τι προτείνεις, για πες.

Η Ελευθερία κράτησε μικρή παύση, γιατί κάθε χρόνο της έβγαινε πιο δύσκολο να συνεννοηθεί με τη μικρή.

Σου προτείνω να μετακομίσεις να μείνεις μαζί της.

Τέλειο! Και γιατί δε μετακομίζεις εσύ; Να μαντέψω! Έχεις τον Γιαννάκη σου, τον άντρα-διαμάντι, και τον πατριό σου, το παιδί, που πλέον κοντεύει τα 25, να τους φροντίζεις… Έτσι;

Νίκο, σε παρακαλώ…

Ναι, γιατί εσύ πάντα το λύνεις το ζήτημα για όλους! Δε σε νοιάζει εμένα όμως! σχεδόν φώναζε η Νικολέτα.

Η Ελευθερία τσιτωμένη της απαντά:

Και όταν η μαμά έτρεχε με τον άρρωστο τον πατέρα, με σένα, με τη μικρή Άννα, στα χωριά και στις πόλεις και κουβαλούσε ψώνια και έφτιαχνε γιουβαρλάκια στης γιαγιάς σου το σπίτι ώστε να πας διακοπές ή να δουλέψεις, όλα καλά ε; Τότε σε βόλευε!

Η Νικολέτα το βούλωσε για λίγο είχε δίκιο η αδελφή της. Με το διαζύγιο και το σογιό της, την είχε βγάλει με μικρά διαλείμματα φιλοξενίας και φτηνές διακοπές στα πεθερικά. Η γιαγιά της την είχε ανεχτεί κι εκείνη με χίλια ζόρια μεγάλωσε το παιδί της η Νικολέτα, με μπαμπάδες άφαντους και δουλειές του ποδαριού, μέχρι και στην Αθήνα κατέληξε να δουλεύει από εδώ και από εκεί για τον επιούσιο.

Και τώρα ήθελαν να της φορτώσουν τη μαμά και το χωριό ξανά…

Πού να ξέρεις εσύ τι θα πει να μεγαλώνεις παιδί μόνη σου; της τη γύρισε η Νικολέτα, ξέροντας ότι την πονάει εκεί.

Η Ελευθερία το βούλωσε και κείνη. Η ζωή της είχε κυλήσει πιο ομαλά: σπουδές στη Θεσσαλονίκη, λογίστρια σε πολυκατάστημα, όνειρο καλού γάμου, αλλά… ή αλκοολικός, ή μαμάκιας, ή τσιγκούνης της τύχαινε!

Μέχρι που στα 39 γνώρισε τον Γιάννη τρία χρόνια μεγαλύτερος, χήρος, με τον δεκάχρονο Χρήστο του στο σπίτι. Ηλεκτρολόγος στην πολυκατοικία, έπιανε τα πάντα με τα χέρια του από μπρίζες μέχρι πόμολα!

Δεν έπινε, μιλούσε λίγο, τακτικός μέχρι αηδίας, αλλά η Ελευθερία τον ερωτεύτηκε άγρια. 14 χρόνια παντρεμένοι πλέον, και έκανε τα πάντα να χαροποιήσει άπαντες στο σπίτι σύζυγο και πατριό. Ήταν φως στο σπίτι της. Δικό της παιδί δεν ήρθε, οπότε τα αγκάλιασε και τα δυο σαν δικούς της.

Άλλη σιωπή…

Ήθελα να πάρω τη μαμά κοντά μου είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν βραχνιασμένη από το παράπονο αλλά ούτε να το ακούει δεν θέλει.

Τι; Και ο Γιαννάκης σου δε διαμαρτυρήθηκε για την πεθερά στη δυάρα σας; Ή πάλι του το κράτησες μυστικό γνωρίζοντας πως η μαμά θα το αρνηθεί;

Νίκο, σοβαρέψου! Δεν είναι ώρα για πλάκα.

Είπαμε αρκετά είπε κοφτά η μικρή και το κλεισε.

Τώρα όντως τα είπαν.

Η Ελευθερία κάθισε κοιτώντας το τηλέφωνο. Η ιδανική λύση θα ήταν να έρθει η Νικολέτα σπίτι. Να βοηθάει, να στέλνει η ίδια χρήματα και τρόφιμα. Εξάλλου, με ίντερνετ στο χωριό, remote δουλειές υπάρχουν και στην Ελλάδα (εκτός αν πέσει ο ΟΤΕ γιατί βρέχει). Αλλά πού να θυσιάζει η άλλη την άνεσή της; Από παιδί ίδια φιλοσοφία, δεν άλλαξε τίποτα.

Την επόμενη μέρα ήρθε μήνυμα: «Μίλησα με τη μαμά. Λέει είναι μια χαρά, έχει βοήθειες, σταμάτα το θέατρο!» Δεν απάντησε καν η Ελευθερία.

Η μικρή της μιλούσε μια φορά το μήνα, αν θυμόταν και έστελνε κανένα gif καρδούλα. Μαμά της όμως δεν ήθελε να τη στεναχωρήσει, οπότε της έλεγε πάντα ότι όλα καλά. Η Ελευθερία κάθε εβδομάδα άκουγε τα παράπονά της, μετά είχε αϋπνίες. Ακόμα και ο Γιάννης το κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Δεν ήθελε να τον φορτώσει με τα της μάνας της. Αλλά και λύση δεν έβρισκε.

Να πάρουν βοήθεια; Άστο, ούτε ο μισθός της στη λογιστική δεν φτάνει για Αλβανίδα νοσοκόμα πια!

Λοιπόν, αρκετά! ο Γιάννης ακούστηκε από την κουζίνα, χτυπώντας το ποτήρι με το τσάι πάνω στο τραπέζι. Τρεις μήνες δεν είσαι καλά. Τι συμβαίνει επιτέλους;

Η Ελευθερία το ριξε στο κλάμα, αλλά το μάζεψε τάχιστα (καθότι τους άντρες δεν τους αρέσουν τα δάκρυα), και του εξήγησε το δράμα. Ο Γιάννης την κοίταξε γουρλωμένος: Γιατί δεν μου το είπες τόσο καιρό για την κυρα-Θεοδώρα;

Δεν ήθελα να σε ανησυχήσω… ψέλλισε αποφεύγοντας τα μάτια του. Λάθος που του το είπε; Δεν έχει ανάγκη τέτοια ο άντρας έλεγε μέσα της.

Κατάλαβα. Σηκώθηκε. Ευχαριστώ για το φαγητό. Πάω για ύπνο.

Ούτε τα νέα δεν είδε στην τηλεόραση, όπως πάντα. Κι η Ελευθερία ξενύχτησε. Και το πρωί ούτε το ξυπνητήρι δεν άκουσε.

Σάββατο δεν είχε δουλειά, αλλά του Γιάννη το πρωινό το έφτιαχνε πάντα την ίδια ώρα. Ένας λόγος παραπάνω να νιώθει τύψεις…

Ο Γιάννης όμως ήπιε ήσυχα το τσάι του και διάβαζε κάτι εμμονικά στο κινητό.

Ξύπνησες; της είπε, με ύφος σοβαρό.

Ναι Γιάννη μου, έρχομαι, το φτιάχνω είπε νευρικά.

Κάτσε, να μιλήσουμε.

Η Ελευθερία κάθεται με το μάτι γουρλωμένο.

Σκέφτηκα. Πρέπει να στηρίξουμε τη μαμά σου. Δεν αφήνεις τους ηλικιωμένους μόνους τους. Η μάνα μου, άτυχη, έφυγε νωρίς. Άκου λοιπόν: Μετακομίζουμε στο χωριό. Βρήκα και δουλειά, με παίρνει ο Σταύρος ο αγρότης να βοηθάω με τ’ αρνιά. Και δουλειά για σένα θα βρεις.

Η Ελευθερία παραλίγο να πέσει απ’ το σκαμπό.

Είσαι σίγουρος; ρώτησε με βουρκωμένα μάτια.

Απόλυτα. Ή μήπως ξέχασα πώς η κυρα-Θεοδώρα υποδεχόταν το Χρήστο μου τα καλοκαίρια, που μας είχε όλους αρχοντάκια; Όχι, μνήμη ελέφαντα έχω, Ελευθερία μου. Και στην τελική, ήθελα πάντα να ξαναγυρίσω στο χωριό, αρκεί να μας θέλει και η μαμά σου.

Η Ελευθερία τον κοίταγε λες και είχε πεταχτεί ο Δίας μπροστά της.

Και ο Χρήστος;

Τι ο Χρήστος; Ένας κελεπούρι κοντά στα 30, με την δουλειά του και το σπίτι του έτοιμο να του αδειάσουμε το διαμέρισμα. Μια χαρά θα είναι, θα χαρεί κιόλας!

Γιαννάκη! πετάγεται και τον αγκαλιάζει, ξεχνώντας ότι ο άντρας της δεν είναι του χαδιού. Εκείνος, παρ όλα αυτά, δεν αποτραβιέται. Της χαϊδεύει την πλάτη.

Έλα, παιδί μου. Όλα θα πάνε καλά.

Και να πεις ότι δεν ήθελε να το πιστέψειΚι έτσι, χωρίς άλλες δικαιολογίες, χωρίς πισωγυρίσματα, άρχισαν να κάνουν σχέδια πραγματικά. Σα να τους έφυγε ένα μεγάλο βάρος απ τα στήθη. Εκείνο το ίδιο απόγευμα, η Ελευθερία τηλεφώνησε στη μαμά, με φωνή σταθερή όχι μόνο να δει τα χάλια της, αλλά να της πει πως θα φέρει μαζί της και τον άντρα της τούτη τη φορά, και πως μαζί θα κάνουν το παλιό σπίτι να γεμίσει ξανά φωνές και μυρωδιές μαγειρικής.

Στην αρχή, η κυρα-Θεοδώρα γκρίνιαξε λίγο, μα στην άκρη του τηλεφώνου η μικρή της χαμογελούσε: «Έλα, μανούλα. Θα κάνω τις φακές που αγαπάς εσύ. Και ο Γιάννης σου λέει να φυτέψει ντοματούλες στην αυλή!»

Μετά, σιγή. Και έπειτα, ένας αναστεναγμός ανακούφισης που χώρεσε μέσα του χρόνια μοναξιάς ένας ήχος που κανένα τηλέφωνο δεν ακυρώνει ποτέ.

Και κάπως έτσι, χωρίς δάκρυα πια, μπήκε η άνοιξη στο τσακισμένο σπίτι τους. Γιατί καμιά φορά, δεν είναι ο γάμος, τα παιδιά ή τα λεφτά που σε μεγαλώνουν. Είναι εκείνη η στιγμή που κάποιος, μέσα στην απλότητά του, λέει: «Θα γυρίσουμε σπίτι». Κι εκεί που νόμιζες πως όλα τελείωσαν, αρχίζει πάλι η ζωή από την αρχή με μυρωδιά βασιλικού στα ράφια και το τραπέζι ανοιγμένο για μία καλημέρα ακόμα.

Και αυτή τη φορά, η Ελευθερία δεν το περίμενε. Αλλά το άξιζε.

Oceń artykuł
Δεν το περίμενα από τον άντρα μου — Άννα, κάτι πρέπει να κάνουμε… — είπε με έναν βαθύ αναστεναγμό η Ειρήνη στο τηλέφωνο. — Τι έγινε πάλι; — απάντησε ανήσυχα η μικρή της αδελφή. Αυτό το τηλεφώνημα την είχε ήδη αγχώσει. Συνήθως επικοινωνούσαν με σύντομα μηνύματα στο viber, αλλά σήμερα η Ειρήνη είχε επιμείνει για τηλεφωνική συνομιλία. — Η μαμά δεν αντέχει πια να μένει μόνη. Αν μιλούσες μαζί της πιο συχνά, θα το ήξερες — σχολίασε με μια δόση επίπληξης η Ειρήνη. — Άντε καλά! Μη μου αρχίζεις πάλι! Πες κατευθείαν τι θες. Τι συμβαίνει; Η Ειρήνη ξαναναστέναξε — ήταν τυπικό της μικρής να τσιτώνει για κάθε παρατήρηση, ειδικά τώρα που για χρόνια έδειχνε πόσο ανεξάρτητη νιώθει. — Να σου θυμίσω ότι η μαμά έφτασε τα 73. Η πίεσή της όλη την ώρα χτυπάει κόκκινο, όλο αδυναμία έχει. Με το ζόρι φτιάχνει φαγητό και κρατάει καθαρό το σπίτι — είπε υπομονετικά η μεγάλη αδελφή. — Για να μη μιλήσω πως δεν μπορεί να πάει ούτε μέχρι το φούρνο για ψωμί. Ευτυχώς που η γειτόνισσα, η κυρία Νίνα, της φέρνει κάτι τις. — Θες να πεις ότι η μαμά πεινάει; — ανησύχησε η Άννα. — Όχι, βέβαια! Κάθε δύο βδομάδες πάω και της φέρνω ό,τι χρειάζεται. Δεν είναι αυτό το θέμα. Πλέον, η μαμά δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς βοήθεια. Κι αν πέσει και χτυπήσει; Πώς θα την φροντίσουμε μετά με τα κιλά που έχει; Οι αδελφές σώπασαν. Η Ελένη ήταν πάντα στρουμπουλή και τώρα είχε βάλει κι άλλα κιλά. Παρότι είχε θέματα υγείας, της άρεσε να τρώει και στενοχωριόταν αν της έλεγαν τίποτα για δίαιτες. — Κι από μοναξιά πάει να βάλει τα κλάματα μόλις φεύγω. Παραπονιέται πως όλοι την άφησαν — συνέχισε η Ειρήνη. — Όλο αυτό δεν αντέχεται πια. — Δηλαδή, τι προτείνεις;— ρώτησε η Άννα. Η Ειρήνη πήρε βαθιά ανάσα — όλο και πιο δύσκολη γινόταν η συζήτηση με τα χρόνια. — Προτείνω να μετακομίσεις εσύ σε αυτήν. — Χα! Γιατί δεν πας εσύ μαμάς; Να μαντέψω; Έχεις τον Φωτάκη σου, τον άντρα σου, και τον θετό σου γιο που τον έχεις σαν μωρό-ενήλικα, ε; Έτσι είναι; — Άννα, πάλι τα ίδια λες; — Τα λέω γιατί εσύ πάντα αποφασίζεις για όλους! Εγώ δεν σε νοιάζω καθόλου!— άρχισε να φωνάζει η Άννα. Η Ειρήνη εκνευρίστηκε επίσης: — Όταν η μαμά έτρεχε για σένα και τη Μάγδα, ή όταν σε βοηθούσε στη δύσκολη εποχή σου, τότε σου φαινόταν μια χαρά;! Δεν παραπονιόσουν! Η Άννα σώπασε. Ήξερε ότι η αδελφή της έλεγε αλήθεια — όλα η μαμά τα είχε κάνει, όταν ο γάμος της διαλύθηκε και με ένα παιδί έπρεπε να βγάζει πέρα μόνη. Όλη η βοήθεια τότε ήταν βάλσαμο, αλλά τώρα δεν άντεχε να της το χτυπούν συνέχεια στη μούρη. Η πεθερά κράτησε το λόγο της και δεν τις ενόχλησε ως την ενηλικίωση της εγγονής. Μετά τις ζήτησε να φύγουν. Τότε η Μάγδα σπούδαζε Θεσσαλονίκη και η Άννα αποφάσισε να αλλάξει τη ζωή της, να πάει για δουλειά στην Αθήνα. Τώρα ζούσε σε νοικιασμένο διαμέρισμα στα Μεσόγεια, έπιανε δουλειές όπου έβρισκε — μετά τα 40 δεν είναι εύκολο… Αλλά δεν ήθελε με τίποτα να γυρίσει στο χωριό. — Εσύ δεν ξέρεις τι θα πει να μεγαλώνεις μόνη παιδί! — απάντησε δηκτικά. — Κάτσε να το ζήσεις κι εσύ, και μετά κρίνε! Η μεγάλη σώπασε. Η δική της ζωή είχε πάει καλύτερα — καλές σπουδές, σταθερή δουλειά λογίστρια στην περιφέρεια, προσδοκίες για „σωστό” γάμο. Μα οι άντρες που γνώριζε όλο και κάτι τους έλειπε — χρήματα, μυαλό, σοβαρότητα. Μόνο στα 39 της γνώρισε τον Φώτη — τρία χρόνια μεγαλύτερος, χήρος με γιο δεκάχρονο. Ο Φώτης, μάστορας για τα πάντα, δεν έπινε, ήταν σκληροτράχηλος, αλλά καλόκαρδος. Η Ειρήνη, τον αγάπησε τρελά. Δεκατέσσερα χρόνια γάμου, πάντα τους είχε στην προτεραιότητα, κι ο θετός γιος την αγάπησε. Ήθελε και δικό της παιδί, αλλά δεν έτυχε. — Εγώ ήθελα να πάρω τη μαμά να μείνει μαζί μας, — είπε τελικά η Ειρήνη, με φωνή βραχνή, — αλλά ούτε να το ακούει. — Και ο αντρούλης σου, ο Φωτάκης, δεν έχει πρόβλημα να φιλοξενήσετε την πεθερά στο διαμέρισμα των δύο δωματίων; — ειρωνεύτηκε η Άννα. — Ή πάλι δεν τον ρώτησες, ε; Ήξερες ότι η μαμά θα αρνιόταν; — Άννα! Σταμάτα! Μιλάμε σοβαρά τώρα! — Δεν έχει νόημα, — είπε η μικρή και το έκλεισε. Η Ειρήνη έμεινε να κοιτά το κινητό. Το καλύτερο θα ήταν να πάει η Άννα στην μαμά. Θα βοηθούσε κι εκείνη όπου μπορούσε — με τρόφιμα, χρήματα. Κι η Άννα θα 'βρισκε και τηλε-εργασία, αφού στο χωριό έχει καλό ίντερνετ. Αλλά η Άννα δεν ήθελε να της κάνει τη ζωή πιο εύκολη. Πάντα το καλομαθημένο παιδί έμενε καλομαθημένο. Μια μέρα μετά, η Άννα της έστειλε: «Μίλησα με τη μαμά. Μου είπε είναι καλά, δεν χρειάζεται βοηθό. Σταμάτα να κάνεις δράμα». Η Ειρήνη ούτε απάντησε. Τι να αποδείξεις; Η Άννα μιλά στη μαμά μία φορά τον μήνα, κι αυτή δεν παραπονιέται για να μη την πικράνει. Η Ειρήνη τα ακούει όλα, χάνει τον ύπνο της. Ακόμα κι ο Φώτης, που δεν πολυδίνει σημασία, τη ρώτησε αν της συνέβη κάτι. Σκεφτόταν «Τι να πω στον άντρα μου; Δεν χρειάζεται να τον φορτώσω κι αυτόν». Να προσλάβει γυναίκα για τη μαμά; Πού να βρει τόσα λεφτά; — Έλεος τώρα! — Ο Φώτης ακούμπησε δυνατά το ποτήρι τσάι. — Εδώ τρεις μήνες δεν είσαι καλά. Πες μου, τι συμβαίνει; Η Ειρήνη λύγισε, συγκρατήθηκε και του εξήγησε. — Γιατί δεν μου είπες ότι η μαμά σου δεν είναι καλά; — την κοίταξε στα μάτια. — Δεν ήθελα να σε ανησυχήσω… — ψέλλισε με σκυμμένο κεφάλι. Μάλλον τζάμπα του τα είπε όλα. Ούτε που τα χρειάζεται αυτά ένας άντρας… — Κατάλαβα, — σηκώθηκε. — Σε ευχαριστώ για το φαγητό. Θα κοιμηθώ. Ούτε ειδήσεις δεν είδε. Τώρα τι θα γίνει; Η Ειρήνη δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα, και το πρωί άργησε να ξυπνήσει. Το Σάββατο δεν δουλεύει, αλλά στον Φώτη φροντίζει να έχει πάντα έτοιμο πρωινό. Όμως ο άντρας της την περίμενε ήρεμος στην κουζίνα. — Ξύπνησες; — της είπε ήρεμα, κι ας ήταν σοβαρός. — Ναι, Φώτη! Σε λίγο σου φτιάχνω πρωινό! — είπε τρέχοντας. — Κάτσε, πρέπει να μιλήσουμε. Η Ειρήνη κάθισε προσεκτικά. — Το σκέφτηκα. Πρέπει να βοηθήσουμε τη μάνα σου. Δεν αφήνεις έτσι τους γέρους. Εγώ τη δική μου δεν την πρόλαβα… Αποφάσισα: πάμε να μείνουμε στο χωριό μαζί της. Βρήκα ήδη δουλειά σ’ έναν ντόπιο αγρότη, και για σένα θα βρούμε σίγουρα κάτι. Η Ειρήνη έμεινε άφωνη. — Φώτη… Είσαι σίγουρος; — Παντελώς. Ή μήπως ξέχασες πώς η κυρά-Ελένη αγκάλιασε τον Βασίλη, τον γιο μου, κάθε καλοκαίρι και μ’ έβαζε σπίτι της σαν βασιλιά; Δεν ξεχνάω τίποτα, Ειρήνη. Και μεταξύ μας, χρόνια το ήθελα να μείνω στην επαρχία. Αν, φυσικά, δεν έχει αντίρρηση κι η κυρά-Ελένη. Η Ειρήνη κοίταζε τον άντρα της με μάτια γουρλωμένα. Αυτό πραγματικά δεν το περίμενε απ’ τον Φωτάκη της. Μήπως ονειρευόταν; — Κι ο Βασίλης; — ρώτησε. — Ο Βασίλης; — απόρησε ο Φώτης. — Στέκων άντρας, δουλειά έχει, μόρφωση έχει. Μάλλον χαρούμενος θα είναι να του αφήσουμε το διαμέρισμα! — Φωτάκη! — Τον αγκάλιασε χωρίς να την νοιάζει αν του αρέσουν οι αγκαλιές. Κι εκείνος αυτή τη φορά δεν την έσπρωξε. Μόνο της χάιδεψε τους ώμους: — Έλα τώρα… Όλα θα πάνε καλά. Κι εκείνη το ήλπιζε πραγματικά…