Δεν το περίμενα από τον άντρα μου
Μαρία μου, κάτι πρέπει να κάνουμε αναστέναξε η Ελευθερία μιλώντας στο κινητό.
Τι έγινε πάλι; απάντησε με μια κάποια ανησυχία η μικρότερη αδελφή της, η Νικολέτα.
Η κλήση της μεγάλης είχε ήδη ανεβάσει το άγχος της. Συνήθως μιλούσαν μέσω Viber με κάτι ξεπέτα μηνυματάκια. Αλλά αυτή τη φορά, η Ελευθερία ήθελε οπωσδήποτε να μιλήσει με φωνή και να κάνει την κάμερα να παραπονιέται για διάρκεια κλήσης.
Η μαμά δεν μπορεί να μένει πια μόνη της, είπε με εκείνη τη φωνή που σήμαινε θα σου το τρίψω στη μούρη Αν μιλούσες και εσύ λίγο πιο συχνά μαζί της, θα ήξερες πρόσθεσε ξεκάθαρα ενοχλημένη.
Ωχ, άσε τις νουθεσίες, πες μου στα ίσια τι τρέχει. Τι έχω χάσει; αποκρίθηκε Νικολέτα, νιώθοντας ήδη πως έμπλεξε.
Η Ελευθερία πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα φανερό, η μικρή της αδελφή είχε πάντα άποψη για όλα και τελευταία δεν της άφηνε να της βγουν τα κουμάντα.
Να σου θυμίσω ότι η μαμά είναι πια 73. Της πέφτει η πίεση, νιώθει αδυναμία συνεχώς… Με το ζόρι μαγειρεύει για τον εαυτό της, και το σπίτι είναι στα όρια της συμμαζεμένο είπε με στωικότητα. Κι ούτε για μια φραντζόλα ψωμί δεν μπορεί να πάει στη λαϊκή, να ευχαριστούμε την κυρία Κατερίνα, τη γειτόνισσα, που της φέρνει κάτι ψώνια πότε-πότε.
Δηλαδή λες ότι η μάνα μας πεινάει; πέταξε ανησυχημένη η Νικολέτα.
Όχι βρε παιδί μου! Πηγαίνω κάθε δύο εβδομάδες, της φέρνω ό,τι χρειάζεται. Δεν είναι θέμα φαγητού, αλλά ότι πλέον η μαμά δεν τα βγάζει πέρα μόνη της. Αν πέσει και σπάσει τίποτα; Ποιος να τη μαζέψει;
Γύρισαν σιωπή στη γραμμή.
Η κυρία Θεοδώρα, η μανούλα τους, πάντα ήτανε της αφθονίας στο τραπέζι και όσο μεγάλωνε, τόσο πιο πολύ αγαπούσε το καλό φαγητό, προς απόγνωση των κορών.
Α και κάτι άλλο: βαριέται αφόρητα μόνη της. Κοντεύει να βάλει τα κλάματα κάθε φορά που φεύγω! Παραπονιέται ότι όλοι την εγκατέλειψαν συνέχισε η Ελευθερία. Δεν αντέχεται άλλο αυτό.
Οπότε; Τι προτείνεις, για πες.
Η Ελευθερία κράτησε μικρή παύση, γιατί κάθε χρόνο της έβγαινε πιο δύσκολο να συνεννοηθεί με τη μικρή.
Σου προτείνω να μετακομίσεις να μείνεις μαζί της.
Τέλειο! Και γιατί δε μετακομίζεις εσύ; Να μαντέψω! Έχεις τον Γιαννάκη σου, τον άντρα-διαμάντι, και τον πατριό σου, το παιδί, που πλέον κοντεύει τα 25, να τους φροντίζεις… Έτσι;
Νίκο, σε παρακαλώ…
Ναι, γιατί εσύ πάντα το λύνεις το ζήτημα για όλους! Δε σε νοιάζει εμένα όμως! σχεδόν φώναζε η Νικολέτα.
Η Ελευθερία τσιτωμένη της απαντά:
Και όταν η μαμά έτρεχε με τον άρρωστο τον πατέρα, με σένα, με τη μικρή Άννα, στα χωριά και στις πόλεις και κουβαλούσε ψώνια και έφτιαχνε γιουβαρλάκια στης γιαγιάς σου το σπίτι ώστε να πας διακοπές ή να δουλέψεις, όλα καλά ε; Τότε σε βόλευε!
Η Νικολέτα το βούλωσε για λίγο είχε δίκιο η αδελφή της. Με το διαζύγιο και το σογιό της, την είχε βγάλει με μικρά διαλείμματα φιλοξενίας και φτηνές διακοπές στα πεθερικά. Η γιαγιά της την είχε ανεχτεί κι εκείνη με χίλια ζόρια μεγάλωσε το παιδί της η Νικολέτα, με μπαμπάδες άφαντους και δουλειές του ποδαριού, μέχρι και στην Αθήνα κατέληξε να δουλεύει από εδώ και από εκεί για τον επιούσιο.
Και τώρα ήθελαν να της φορτώσουν τη μαμά και το χωριό ξανά…
Πού να ξέρεις εσύ τι θα πει να μεγαλώνεις παιδί μόνη σου; της τη γύρισε η Νικολέτα, ξέροντας ότι την πονάει εκεί.
Η Ελευθερία το βούλωσε και κείνη. Η ζωή της είχε κυλήσει πιο ομαλά: σπουδές στη Θεσσαλονίκη, λογίστρια σε πολυκατάστημα, όνειρο καλού γάμου, αλλά… ή αλκοολικός, ή μαμάκιας, ή τσιγκούνης της τύχαινε!
Μέχρι που στα 39 γνώρισε τον Γιάννη τρία χρόνια μεγαλύτερος, χήρος, με τον δεκάχρονο Χρήστο του στο σπίτι. Ηλεκτρολόγος στην πολυκατοικία, έπιανε τα πάντα με τα χέρια του από μπρίζες μέχρι πόμολα!
Δεν έπινε, μιλούσε λίγο, τακτικός μέχρι αηδίας, αλλά η Ελευθερία τον ερωτεύτηκε άγρια. 14 χρόνια παντρεμένοι πλέον, και έκανε τα πάντα να χαροποιήσει άπαντες στο σπίτι σύζυγο και πατριό. Ήταν φως στο σπίτι της. Δικό της παιδί δεν ήρθε, οπότε τα αγκάλιασε και τα δυο σαν δικούς της.
Άλλη σιωπή…
Ήθελα να πάρω τη μαμά κοντά μου είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν βραχνιασμένη από το παράπονο αλλά ούτε να το ακούει δεν θέλει.
Τι; Και ο Γιαννάκης σου δε διαμαρτυρήθηκε για την πεθερά στη δυάρα σας; Ή πάλι του το κράτησες μυστικό γνωρίζοντας πως η μαμά θα το αρνηθεί;
Νίκο, σοβαρέψου! Δεν είναι ώρα για πλάκα.
Είπαμε αρκετά είπε κοφτά η μικρή και το κλεισε.
Τώρα όντως τα είπαν.
Η Ελευθερία κάθισε κοιτώντας το τηλέφωνο. Η ιδανική λύση θα ήταν να έρθει η Νικολέτα σπίτι. Να βοηθάει, να στέλνει η ίδια χρήματα και τρόφιμα. Εξάλλου, με ίντερνετ στο χωριό, remote δουλειές υπάρχουν και στην Ελλάδα (εκτός αν πέσει ο ΟΤΕ γιατί βρέχει). Αλλά πού να θυσιάζει η άλλη την άνεσή της; Από παιδί ίδια φιλοσοφία, δεν άλλαξε τίποτα.
Την επόμενη μέρα ήρθε μήνυμα: «Μίλησα με τη μαμά. Λέει είναι μια χαρά, έχει βοήθειες, σταμάτα το θέατρο!» Δεν απάντησε καν η Ελευθερία.
Η μικρή της μιλούσε μια φορά το μήνα, αν θυμόταν και έστελνε κανένα gif καρδούλα. Μαμά της όμως δεν ήθελε να τη στεναχωρήσει, οπότε της έλεγε πάντα ότι όλα καλά. Η Ελευθερία κάθε εβδομάδα άκουγε τα παράπονά της, μετά είχε αϋπνίες. Ακόμα και ο Γιάννης το κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Δεν ήθελε να τον φορτώσει με τα της μάνας της. Αλλά και λύση δεν έβρισκε.
Να πάρουν βοήθεια; Άστο, ούτε ο μισθός της στη λογιστική δεν φτάνει για Αλβανίδα νοσοκόμα πια!
Λοιπόν, αρκετά! ο Γιάννης ακούστηκε από την κουζίνα, χτυπώντας το ποτήρι με το τσάι πάνω στο τραπέζι. Τρεις μήνες δεν είσαι καλά. Τι συμβαίνει επιτέλους;
Η Ελευθερία το ριξε στο κλάμα, αλλά το μάζεψε τάχιστα (καθότι τους άντρες δεν τους αρέσουν τα δάκρυα), και του εξήγησε το δράμα. Ο Γιάννης την κοίταξε γουρλωμένος: Γιατί δεν μου το είπες τόσο καιρό για την κυρα-Θεοδώρα;
Δεν ήθελα να σε ανησυχήσω… ψέλλισε αποφεύγοντας τα μάτια του. Λάθος που του το είπε; Δεν έχει ανάγκη τέτοια ο άντρας έλεγε μέσα της.
Κατάλαβα. Σηκώθηκε. Ευχαριστώ για το φαγητό. Πάω για ύπνο.
Ούτε τα νέα δεν είδε στην τηλεόραση, όπως πάντα. Κι η Ελευθερία ξενύχτησε. Και το πρωί ούτε το ξυπνητήρι δεν άκουσε.
Σάββατο δεν είχε δουλειά, αλλά του Γιάννη το πρωινό το έφτιαχνε πάντα την ίδια ώρα. Ένας λόγος παραπάνω να νιώθει τύψεις…
Ο Γιάννης όμως ήπιε ήσυχα το τσάι του και διάβαζε κάτι εμμονικά στο κινητό.
Ξύπνησες; της είπε, με ύφος σοβαρό.
Ναι Γιάννη μου, έρχομαι, το φτιάχνω είπε νευρικά.
Κάτσε, να μιλήσουμε.
Η Ελευθερία κάθεται με το μάτι γουρλωμένο.
Σκέφτηκα. Πρέπει να στηρίξουμε τη μαμά σου. Δεν αφήνεις τους ηλικιωμένους μόνους τους. Η μάνα μου, άτυχη, έφυγε νωρίς. Άκου λοιπόν: Μετακομίζουμε στο χωριό. Βρήκα και δουλειά, με παίρνει ο Σταύρος ο αγρότης να βοηθάω με τ’ αρνιά. Και δουλειά για σένα θα βρεις.
Η Ελευθερία παραλίγο να πέσει απ’ το σκαμπό.
Είσαι σίγουρος; ρώτησε με βουρκωμένα μάτια.
Απόλυτα. Ή μήπως ξέχασα πώς η κυρα-Θεοδώρα υποδεχόταν το Χρήστο μου τα καλοκαίρια, που μας είχε όλους αρχοντάκια; Όχι, μνήμη ελέφαντα έχω, Ελευθερία μου. Και στην τελική, ήθελα πάντα να ξαναγυρίσω στο χωριό, αρκεί να μας θέλει και η μαμά σου.
Η Ελευθερία τον κοίταγε λες και είχε πεταχτεί ο Δίας μπροστά της.
Και ο Χρήστος;
Τι ο Χρήστος; Ένας κελεπούρι κοντά στα 30, με την δουλειά του και το σπίτι του έτοιμο να του αδειάσουμε το διαμέρισμα. Μια χαρά θα είναι, θα χαρεί κιόλας!
Γιαννάκη! πετάγεται και τον αγκαλιάζει, ξεχνώντας ότι ο άντρας της δεν είναι του χαδιού. Εκείνος, παρ όλα αυτά, δεν αποτραβιέται. Της χαϊδεύει την πλάτη.
Έλα, παιδί μου. Όλα θα πάνε καλά.
Και να πεις ότι δεν ήθελε να το πιστέψειΚι έτσι, χωρίς άλλες δικαιολογίες, χωρίς πισωγυρίσματα, άρχισαν να κάνουν σχέδια πραγματικά. Σα να τους έφυγε ένα μεγάλο βάρος απ τα στήθη. Εκείνο το ίδιο απόγευμα, η Ελευθερία τηλεφώνησε στη μαμά, με φωνή σταθερή όχι μόνο να δει τα χάλια της, αλλά να της πει πως θα φέρει μαζί της και τον άντρα της τούτη τη φορά, και πως μαζί θα κάνουν το παλιό σπίτι να γεμίσει ξανά φωνές και μυρωδιές μαγειρικής.
Στην αρχή, η κυρα-Θεοδώρα γκρίνιαξε λίγο, μα στην άκρη του τηλεφώνου η μικρή της χαμογελούσε: «Έλα, μανούλα. Θα κάνω τις φακές που αγαπάς εσύ. Και ο Γιάννης σου λέει να φυτέψει ντοματούλες στην αυλή!»
Μετά, σιγή. Και έπειτα, ένας αναστεναγμός ανακούφισης που χώρεσε μέσα του χρόνια μοναξιάς ένας ήχος που κανένα τηλέφωνο δεν ακυρώνει ποτέ.
Και κάπως έτσι, χωρίς δάκρυα πια, μπήκε η άνοιξη στο τσακισμένο σπίτι τους. Γιατί καμιά φορά, δεν είναι ο γάμος, τα παιδιά ή τα λεφτά που σε μεγαλώνουν. Είναι εκείνη η στιγμή που κάποιος, μέσα στην απλότητά του, λέει: «Θα γυρίσουμε σπίτι». Κι εκεί που νόμιζες πως όλα τελείωσαν, αρχίζει πάλι η ζωή από την αρχή με μυρωδιά βασιλικού στα ράφια και το τραπέζι ανοιγμένο για μία καλημέρα ακόμα.
Και αυτή τη φορά, η Ελευθερία δεν το περίμενε. Αλλά το άξιζε.





