31 Οκτωβρίου, Δίπλα στο γραφείο μου
– Βασίλη, προήχθηκα! μου έσπασε η φωνή σαν σκάλισμα όταν έβγαλα τα παπούτσια αμέσως μετά το τηλέφωνο. Φαντάσου; Με το μπόνους θα φτάσει σχεδόν 200000 ευρώ! Να γιορτάζουμε!
Έσπρωξα στην σαλόνι, έτοιμη να πετάξω στα γόνατα του άντρα μου, αλλά σταμάτησα στην πόρτα. Ο Βασίλης καθόταν στο καναπέ. Δίπλα του, με την πλάτη στη χελώνα μιας πολυθρόνας, βρισκόταν η πεθερά η Μαρία Παπαδοπούλου. Η ευχαρίστηση έσπασε στο πρόσωπό μου σαν φυσαλίδα. Ο αέρας έγινε βαρύς, κολλώδης. Τα μάγουλα μου ζέστησαν αμέσως ένευα σαν παιδί που μόλις πήρε πέντε στην εξέταση, ενώ η πεθερά με κοίταζε με κριτικό, αυστηρό βλέμμα…
Ο Βασίλης σηκώθηκε από το καναπέ, αλλά δεν στάθηκε εντελώς. Η Μαρία Παπαδοπούλου παρέμεινε αθόρυβη, σαρώνωτά την νύφη από την κεφαλή μέχρι τα πόδια. Τα δευτερόλεπτα τεντώθηκαν σε κολλώδη παύση. Σφίξα τη λαβή της τσάντης και κατέβασα το βλέμμα στο πάτωμα. Μέσα μου, η χαρά που μόλις πριν με γέμιζε πνέει, μετατρεπόταν σε κάτι ακατάλληλο, παιδικό.
– Δήμητρα, είναι σπουδαία είδηση! ξαφνικά έσπασε τη σιωπή η φωνή της πεθεράς και εγώ σήκωσα το κεφάλι.
Στο πρόσωπο της Μαρία Παπαδοπούλου άνθισε ένα πλατιά χαμόγελο. Πήγε προς μένα, άνοιξε τα χέρια, κι εγώ αβίαστης βήμα πήγα προς αυτήν. Η πεθερά με αγκάλιασε σύντομη, αλλά σφιχτά και χτύπησε γόνιζα τον ώμο μου.
– Συγχαρητήρια, κόρη! Καλή δουλειά, το αξίζεις!
– Ευχαριστώ, έβγαλα λέξεις, ακόμη μπερδεμένη από ό,τι συνέβαινε.
Ο Βασίλης σηκώθηκε, έφτασε πιο κοντά. Στο πρόσωπό του επίσης υπήρχε γνήσιο, ζεστό χαμόγελο.
– Ήξερα ότι θα τα καταφέρεις, με αγκάλιασε από τη μέση και με έσπρωξε κοντά του.
Η Μαρία Παπαδοπούλου έφυγε ένα βήμα πίσω, έσπασε τα χέρια της μπροστά και κούνησε το κεφάλι.
– Τώρα η ζωή μας θα βγει καλύτερα!
Κούνησα το κεφάλι, χωρίς λόγια ν’ απαντήσω. Τα λόγια της πεθεράς έμοιαζαν σωστά, μα έκρινα κι άλλο κάτι που δεν μπορούσα να καταλάβω.
– Καλά, παιδιά, δεν θα σας ενοχλήσω, πήρε η Μαρία τη τσάντα της από την πλάτη της πολυθρόνας και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Εορτάστε, το κερδίσατε.
Ο Βασίλης την ευχαριστεί μέχρι την πόρτα. Εγώ μένω στη μέση του σαλονιού. Η πόρτα κλείζει και ο άντρας μου επιστρέφει. Το χαμόγελό του είναι ακόμη εκεί, αλλά στα μάτια του φαινόνται νεύρα ανησυχίας.
– Τι ήταν αυτό; κάθισα στην άκρη του καναπέ και τον κοίταξα.
– Τι ακριβώς; πήγε ο Βασίλης στην κουζίνα και άναψε το βραστήρα.
Σήκωσα και ακολούθησα.
– Λοιπόν, η μητέρα σου. Γιατί ήρθε;
Ο Βασίλης έβγαλε από το ντουλάπι δύο κούπες.
– Μικρά περιστατικό, απάντησε, πατώντας το χέρι του. Μην δίνεις σημασία.
– Βασίλη!
Έπυε και γύρισε προς μένα. Στο βλέμμα του υπήρχε κούραση.
– Πήραν δάνειο 200000 ευρώ με τον πατέρα τους. Θέλουν τώρα να αγοράσουν καινούργιο έπιπλο. Έρχονται να δανειστούν γιατί δεν μπορούν να πληρώνουν τώρα.
Κούνησα το κεφάλι. Ο βραστήρας έβγαινε βράση, το νερό άρχισε να ψιθυρίζει. Ο Βασίλης έγλυσε νερό στις κούπες, έβαλε τσάι. Πήρα τη δική μου κούπα, τη αγκάλιασα, νιώθοντας τη ζεστασιά να διαχέεται στα δάχτυλα μου. Μέσα μου δημιουργήθηκε μια άσχημη προαίσθησηκολλώδης, βαριά. Δεν ήξερα πηγάζει, αλλά ήταν εκεί.
– Και τι απάντησες; ρώτησα ήσυχα.
– Ότι θα βοηθήσω όταν μπορέσω. Ξέρεις, δεν έχουμε ελεύθερα χρήματα τώρα.
Κούνησα το κεφάλι ξανά και ήπια κουταλιά τσάι. Η φλογερή υγρή ουσία έκαψε τα χείλη μου, όμως δεν δώθηκα σημασία. Οι σκέψεις μου έφυγαν μακριά, προσπαθούσα να καταλάβω γιατί τα λόγια του δεν με ησυχίαζαν.
Οι επόμενες δύο εβδομάδες πέρασαν απ’ το ένα στην άλλη. Η νέα θέση με απορρόφησε εντελώςεργασίες έρχονταν μια μετά την άλλη, το πρόγραμμα πυκνό, αλλά απόλαυσα κάθε μέρα. Ήταν αυτό που ονειρευόμουν, και τώρα που το έφτασα, ένιωσα ικανοποίηση. Ερχόμουν σπίτι κουρασμένη, όμως ευχαριστημένη.
Το βράδυ εκεί βγήκα από το γραφείο λίγο νωρίτερα. Βρέχει ελαφρά· έτρεξα προς το αυτοκίνητο, άνοιξα τη θέρμανση. Στο δρόμο έκοψα σε ένα μπαγαζάκι, αγόρασα λίγα πράγματαψωμί, γάλα, κάτι για δείπνο. Στο σπίτι άφησα τη βρεγμένη μπουφάν στην κρεμάστρα, πήγα στην κουζίνα, άπλωσα τα ψώνια.
Δέκα λεπτά αργότερα χτύπησε η πόρτα. Σκούπισα τα χέρια με πετσέτα και πήγα να ανοίξω. Στο κατώφλι στεκόταν η Μαρία Παπαδοπούλουχωρίς ομπρέλα, βρεγμένα μαλλιά, παλαιό παλτό. Στο πρόσωπό της δεν υπήρχε χαμόγελο.
– Καλησπέρα, Δήμητρα, μπήκε μέσα. Ο Βασίλης είναι σπίτι;
– Όχι, είναι ακόμα στη δουλειά. Υπήρξε κάτι;
Η Μαρία κάθισε στον καναπέ, με βλέμμα από πάνω προς τα κάτω.
– Δήμητρα, θα πάω κατευθείαν στο ζήτημα. Χρειάζομαι χρήματα, λίγο10000 ευρώ.
Μόλις έσπρωξα στη ντουλάπα.
– Ξέρεις όμως ότι η κατάσταση μας είναι δύσκολη. Το δάνειο πιέζει, η σύνταξη δεν φτάνει. Εσύ, τώρα που κέρδισες, μπορείς να βοηθήσεις.
Δε βρήκα λέξη. Η αμηχανία συνδυαζόταν με ενόχληση.
– Ε Μαρία Παπαδοπούλου, δεν έχω μετρητά μαζί μου άρχισα, αλλά η πεθερά με διακόπτει.
– Δεν πειράζει, στείλε το. Έχεις το κινητό σου.
Στέκομαι, κοιτώντας τη Μαρία, και καταλαβαίνω ότι αίσματα είναι μάταιο να αντιτίθεμαι. Η ματιά της ήταν αμετάβλητα πεπειστική· ήξερε ότι θα πω θίαβο.
Έκανα ό,τι ζητούσε. Η Μαρία κούνησε το κεφάλι και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.
– Ευχαριστώ, κόρη.
Η πόρτα έκλεισε, και εγώ έμεινα στη διάδρομο. Μόλις τώρα συνειδητοποίησα ότι δεν είπε τίποτα για το πότε ή πώς θα επιστρέψει τα λεφτά. Απλώς τα πήρε και έφυγε.
Αυτό με έσπασε.
Δύο εβδομάδες αργότερα έλαβα τον πρώτο μεγάλο μισθό. Ο αριθμός στην οθόνη του κινητού με έκανε να χαμογελάσωήταν πραγματικός. Στο δρόμο σπίτι πέρασα από το σούπερ μάρκετ, αγόρασα κέικ, σούσι, πίτσα. Θέλει να γιορτάσω μαζί με τον άντρα μου, να κάνω μικρό πάρτι.
Ανεβούσα στον ορόφη, άνοιξα την πόρτα, μπήκα στο διαμέρισμα. Από το σαλόνι ακούγονταν φωνές. Περπατώντας με τσάντες στα χέρια, έφτασα στην είσοδο. Η Μαρία Παπαδοπούλου ήταν στο σαλόνι. Ο Βασίλης καθόταν στο καναπέ, με φαλακρό πρόσωπο.
Άφησα τις τσάντες στο πάτωμα.
– Κάτι συνέβη;
Η Μαρία σήκωσε τα βλέμματα της. Σε αυτά έδειχνε απελπισία και θυμό. Πλησίασε πιο κοντά.
– Δήμητρα, είμαστε σε δύσκολη κατάσταση. Η σύνταξη δεν φτάνει καθόλου. Πρέπει να πληρώσουμε το δάνειο30000 ευρώ μέχρι το τέλος του μήνα. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Είμαστε σε απογοήτευση…
Σηκώθηκα το μάγουλο. Η πεθερά μιλούσε γρήγορα, αμήχανα, σαν να φοβόταν ότι δεν θα με άφηνε να ολοκληρώσω.
– Χρειαζόμαστε πολύ τη βοήθειά σου, Δήμητρα. 30000 ευρώ δεν είναι πολύ, έτσι δεν είναι;
Ο Βασίλης σηκώθηκε από το καναπέ.
– Μαμά, δεν έχω χρήματα. Θα ήθελα να βοηθήσω, αλλά τώρα δεν έχω τίποτα ελεύθερο. Κανένα σεν.
Η Μαρία κούνησε το κεφάλι, κοίταξε τα τσάντες στα πόδια μου.
– Αλλά εσύ, Δήμητρα, έχεις χρήματα ήρθε πιο κοντά. Βλέπεις πόσα γκουρούτσια αγόρασες. Λέγεται να βοηθήσεις, σωστά;
Απομακρύνθηκα ένα βήμα. Η πεθερά ήρθε ακόμα πιο κοντά, και τώρα υπήρχε μόνο ένα μέτρο ανάμεσά μας.
– Είσαι καλή νύφη, έτσι δεν είναι; Δεν θα αφήσεις την οικογένεια σε ανάγκη. Εμείς δεν είμαστε ξένοι. Πρέπει να βοηθήσεις. Ποιος, αν όχι εσύ;
Τα λόγια κολλάνε στον λαιμό μου. Η τολμηρή συμπεριφορά της γυναίκας πέρασε κάθε όριο. Κοίταζα την πεθερά και δεν μπορούσα να πιστέψω τι έλεγε.
– Γιατί πρέπει να βοηθώ εγώ; έσπρωξα τέλος.
Η Μαρία Παπαδοπούλου σήκωσε τη φωνή, με σιγουριά στα μάτια.
– Επειδή τώρα κερδίζεις τα περισσότερα στην οικογένεια. Η υποχρέωση των παιδιών είναι να βοηθούν τους γονείς, ακόμη και να τους συντηρούν, φαντάσου.
– Ναι, στους γονείς, απέκρινα, κάθοντας ακόμα πιο πίσω. Αλλά στους δικούς μου, όχι σε εσάς.
Το πρόσωπο της Σοκράτης σχηματίστηκε. Πλησίασε, η φωνή της αύξησε ένταση.
– Είμαι η μητέρα του συζύγου σου, το ξέχασες; Είμαστε οικογένεια! Πρέπει να μας βοηθήσεις!
– Δεν οφείλω σε κανέναν! έσφριξα. Έχω σχέδια για αυτά τα χρήματα, έχω τη δική μου οικογένεια. Και αν το δάνειο είναι τόσο μεγάλο, δεν έπρεπε να το πάρουμε.
Η Μαρία σήκωσε τα χέρια προς τον γιο.
– Βάση! Τι ακούς; Φρόντισε τη σύζυγό σου! Τι ηλίτιδα!
Ο Βασίλης πήγε κοντά στη μητέρα του. Το πρόσωπό του πήρε σκληρή έκφραση.
– Μητέρα, φτάνει. Αν χρειάζεσαι χρήματα, ζήτησέ τα από εμένα, όχι από τη Δήμητρα. Δεν της χρωστάς τίποτα.
Η Μαρία άνοιξε το στόμα, αλλά ο Βασίλης δεν της άφησε να μιλήσει.
– Σε συνοδεύω έξω. Η συζήτηση τελείωσε.
Άπλωσε το χέρι της μητέρας και τη πήρε έξω. Εγώ παρέμεινα στο σαλόνι, ακούγοντας την πόρτα να κλείνει. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Βασίλης γύρισε. Σήκωσα τις τσάντες και τον κοίταξα.
– Να γιορτάσουμε;
Το χαμόγελό του ήταν κουρασμένο, αλλά ειλικρινές. Μπήκε, με αγκάλιασε σφιχτά.
– Συγχαρητήρια για την πρώτη μεγάλη αμοιβή. Είσαι η έξυπνη μου.
Πίεσα το κεφάλι μου στο στήθος του, έκλεισα τα μάτια. Μέσα μου ηρεμήθηκε. Ήξερα τώρα ότι η Μαρία Παπαδοπούλου δεν θα ξαναέρθει για χρήματα. Έδωσα σε αυτή τη θέση, και κατάλαβα ότι δεν υπάρχει φως για μένα στην πλευρά της. Ο Βασίλης είναι στη δική μου πλευρά, κι αυτό είναι το μόνο που μετρά. Όλα τα υπόλοιπα χάθηκαν στο άσπρο φως της καθημερινότητας.



