Δεν σε μισώ πραγματικά

Δεν σε μισώ

Μα τίποτα δεν έχει αλλάξει

Η Εφη έπαιζε νευρικά με το μανίκι της, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του ταξί. Από το τζάμι ξεπρόβαλαν οι γνώριμοι από τα παιδικά της χρόνια δρόμοι της Θεσσαλονίκης εκεί όπου κάποτε έτρεχε παρέα με τον Νίκο, γελώντας και κάνοντας σχέδια για το μέλλον. Επτά ολόκληρα χρόνια μακριά από το σπίτι της

Φτάσαμε, ακούστηκε η φωνή του οδηγού, διακόπτοντας απαλά τις σκέψεις της.

Το ταξί σταμάτησε ήρεμα έξω από την παλιά πολυκατοικία. Η Εφη τσέκαρε μηχανικά το κινητό της, έβγαλε τα ευρώ, πλήρωσε κι άνοιξε την πόρτα. Για λίγο έμεινε ακίνητη, ρουφώντας τον αέρα της πόλης της. Ήταν αλλιώτικος απ ό,τι στην Αθήνα όπου ζούσε τώρα. Εδώ οι μυρωδιές το φρεσκοκομμένο γρασίδι από την πλατεία, το ζεστό ψωμί απ το μικρό φούρνο στη γωνία, και κάτι άπιαστο που έλεγε μόνο μια λέξη: σπίτι. Η καρδιά της σφίχτηκε πόνος και γλύκα μαζί, σαν να φοβόταν και να λαχταρούσε ταυτόχρονα ό,τι θα ερχόταν.

Ήρθε μόνο για λίγες μέρες: τυπικά για να δει τη μάνα της και να τη βοηθήσει με κάτι γραφειοκρατικά που σέρνονταν καιρό. Ήθελε όμως να κάνει κι έναν περίπατο στα παλιά της μέρη, να δει αν όλα έχουν μείνει όπως στη μνήμη της. Αλλά ήταν και κάτι άλλο, πιο βαθύ ίσως ο κυριότερος λόγος. Ήθελε να δει τον Νίκο! Ποιος ξέρει; Ίσως η ζωή της να άλλαζε

Ήξερε ότι έμενε κάπου εκεί κοντά. Όχι πως παρακολουθούσε τη ζωή του ποτέ δεν το ζήτησε ανοιχτά από κανέναν. Όμως, φίλοι που τη συναντούσαν ή της έστελναν μηνύματα, κάπως ανέφεραν νέα του: άλλαξε δουλειά και τώρα είχε καλή θέση, αγόρασε σπίτι, πήρε κοντά του την μητέρα του Κάθε φορά που άκουγε κάτι για κείνον, για μια στιγμή τον φανταζόταν: πώς θα είναι άραγε τώρα, με τι ασχολείται, σε τι σκέφτεται. Αλλά έδιωχνε γρήγορα τη σκέψη φοβόταν μην πάρει πολύ χώρο στην καρδιά της

**********************

Την επόμενη μέρα, η Εφη αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στο κέντρο της πόλης. Χωρίς σχέδια ή προορισμό απλώς να πάρει τον αέρα της Θεσσαλονίκης, να ξαναζήσει τον παλμό των δρόμων που κάποτε ήταν δικοί της. Περπατούσε αργά, κοίταζε τις βιτρίνες, χαμογελούσε όταν αναγνώριζε κάτι που είχε ξεχάσει: το περίπτερο όπου αγόραζε κόμιξ, το παγκάκι όπου καθόταν με τις φίλες της, το καφέ όπου δοκίμασε για πρώτη φορά φρέντο και παραλίγο να χυθεί πάνω στη μπλούζα της.

Κι εκεί, αναπάντεχα, τον είδε.

Ο Νίκος βάδιζε απέναντι, χωρίς να την προσέξει το βλέμμα του μπροστά, τα χέρια στις τσέπες, σαν να χάνονταν στις σκέψεις του. Η Εφη σταμάτησε απότομα για μια στιγμή, ξέχασε ακόμη και να αναπνεύσει. Δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου· ψηλός, με το ίδιο χαλαρό βήμα σαν εκείνο που θυμόταν από τα εφηβικά τους χρόνια.

Δεν το σκέφτηκε καν πέρασε τον δρόμο σχεδόν τρέχοντας. Το φανάρι κιτρίνιζε, κορνάρες ακούστηκαν αλλά ούτε που τις άκουσε. Το μόνο που ήξερε ήταν πως έπρεπε να τον φτάσει.

Νίκο! φώναξε, φτάνοντάς τον έξω από ένα μαγαζί.

Η φωνή της έτρεμε δεν περίμενε ότι θα είναι τόσο αναστατωμένη. Εκείνος γύρισε και τίποτα. Ούτε χαρά ούτε θυμός στα μάτια του. Τίποτα.

Εφη; είπε ήρεμα, σχεδόν αδιάφορα.

Αυτός ο τόνος ψυχρός, χωρίς συγκίνηση την πλήγωσε όσο τίποτα. Ό,τι μάζευε μέσα της για επτά χρόνια, ξέσπασε. Τα μάτια βούρκωσαν, η φωνή της έσπασε.

Νίκο, είμαι τόσο τόσο ένοχη, ψέλλισε, με κόπο βρίσκοντας τις λέξεις. Ξέρω πως δεν έχω δικαίωμα ούτε να σε πλησιάσω αλλά εγώ σκούπισε τα δάκρυα που κύλησαν αδιάκοπα. Σ αγαπώ ακόμα. Συγχώρεσέ με. Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με!

Έλεγε τα λόγια γρήγορα, σαστισμένα, σαν να φοβόταν πως αν σταματήσει δεν θα μπορεί να συνεχίσει. Ήθελε να ξεστομίσει μονάχα τα πιο ουσιαστικά, εκείνα που τόσα χρόνια κρατούσε βαθιά κρυμμένα.

Τον αγκάλιασε σφιχτά, κλείνοντας τα μάτια, σαν μ αυτή την αγκαλιά να ήθελε να πάρει πίσω ό,τι χάθηκε. Δεν υπήρχαν περαστικοί, ούτε φωνές, ούτε χρόνος μόνο η ζεστασιά του κορμιού του κι η ελπίδα της πως θα της επιστρέψει το χάδι.

Ο Νίκος δεν της ξέφυγε αμέσως. Για έναν χιλιοστό του δευτερολέπτου, της φάνηκε ότι δίστασε οι ώμοι χαλάρωσαν, τα χέρια κουνήθηκαν ανεπαίσθητα, σαν να ήθελε κι εκείνος να την αγκαλιάσει. Αυτό της άναψε μια σπίθα ελπίδας: Ίσως, ίσως ακόμη να μπορεί να αλλάξει κάτι!

Το επόμενο όμως λεπτό χάθηκε. Ο Νίκος τής έσφιξε τα μπράτσα και χωρίς θυμό, αλλά σταθερά, την απομάκρυνε από πάνω του. Το πρόσωπο του ανέκφραστο, σχεδόν ψυχρό. Στα μάτια του δεν υπήρχε πια το αγόρι με το οποίο είχε γελάσει και ονειρευτεί. Εκεί στεκόταν ένας άντρας, που είχε σφραγίσει τα συναισθήματα πίσω από ένα τείχος.

Φύγε, της ψιθύρισε στο αφτί.

Το είπε τόσο απαλά και ανέκφραστα, που ένιωσε σχεδόν ανύπαρκτη. Ξένη, ασήμαντη.

Σε μισώ, πρόσθεσε αμέσως μετά και μονάχα τότε τα μάτια σκοτείνιασαν από αηδία.

Γύρισε την πλάτη κι έφυγε. Η Εφη πάγωσε, μουδιασμένη. Ο κόσμος συνέχιζε να κυλάει: άνθρωποι έτρεχαν στις δουλειές τους, τα αυτοκίνητα κόρναραν στη διασταύρωση, κάπου ακούγονταν παιδικά γέλια Μερικοί περαστικοί την κοίταξαν με απορία, επιμένοντας να προσπεράσουν.

Άκουγε μόνο τα βήματά του, που απομακρύνονταν, και την ανάσα της κοφτή, αποσπασματική, αδύναμη. Ο χρόνος απλωνόταν βασανιστικά, μες στο μυαλό της η ίδια σκέψη: «Αυτό ήταν. Για πάντα».

Σιγά-σιγά πήρε τον δρόμο για το σπίτι της. Τα βήματα βαριά, σαν κάτι να της τραβούσε τα πόδια πίσω, αλλά ήξερε πως έπρεπε να συνεχίσει να περπατάει. Το βλέμμα της θάμπωνε σκέψεις και συναισθήματα τίποτα, μόνο το ηχώ από τα λόγια του.

Όταν μπήκε στο διαμέρισμα της μητέρας της, δεν είπε λέξη. Ακούμπησε κατευθείαν σε μια καρέκλα και έμεινε να αγναντεύει έξω σαν να μην είχε μείνει τίποτα μέσα της. Η μητέρα της είδε το λυπημένο, πρησμένο της βλέμμα και χωρίς ερωτήσεις έβαλε το βραστήρα να ετοιμάσει τσάι. Ο γνώριμος ήχος και το άρωμα απ το γιασεμί είχαν μια παράξενη γαλήνη, τόσο ασύμβατη με τη θύελλα μέσα της. Ίσως όμως αυτή η καθημερινότητα να τη γειώνει λίγο στη λογική πραγματικότητα.

Δεν με συγχώρεσε, ψιθύρισε η Εφη, σφίγγοντας την κούπα. Ο αχνός της ζεστής γεύσης χάιδευε το πρόσωπό της αλλά δεν το ένιωθε καν. Τα δάχτυλα της έσφιγγαν τη λαβή, λες και μπορούσε να κρατήσει κάτι άπιαστο, το βλέμμα της καρφωμένο στο κεχριμπαρένιο υγρό.

Η μητέρα της ήρθε δίπλα, χωρίς λόγια της χάιδεψε τον ώμο όπως όταν ήταν μικρή, όταν πονούσε ή μαλώνανε με τη φίλη της. Μια απλή κίνηση που την έκανε να νιώσει μικρό παιδί ξανά.

Ήξερες πώς θα ήταν, είπε η μητέρα της ήρεμα, με μια φευγαλέα λύπη.

Το ήξερα, παραδέχτηκε η Εφη κι άφησε το βλέμμα της από την κούπα να χαθεί πιο πέρα. Φωνή ίσια, μα γεμάτη κούραση, σαν να είχε προετοιμαστεί χρόνια για τούτη τη φράση. Αλλά ελπίζα Ήταν ανόητο, ε;

Δεν είναι ανόητο, αναστέναξε μαλακά η μητέρα της. Δική σου ήταν η επιλογή. Έκανες κακό στον Νίκο και του πήρε καιρό να σταθεί πάλι Ήταν σαν να γινε ο Κάι από το παραμύθι κανείς δεν άγγιζε πια την καρδιά του.

Η Εφη πήρε βαθιά ανάσα, άφησε την κούπα και έγειρε πίσω. Στο μυαλό της πέρασαν εικόνες από πριν εφτά χρόνια.

Τότε, όλα φάνταζαν τόσο εύκολα. Είκοσι δύο χρονών, με τη ζωή μπροστά της, το μέλλον πολύχρωμο και κάθε εμπόδιο φαινομενικά ασήμαντο. Ο Νίκος δίπλα της ήσυχος, σίγουρος, πάντα εκεί όταν τον χρειαζόταν. Δεν ήταν άνθρωπος του λόγου αλλά των πράξεων: στήριζε, άκουγε, βοηθούσε χωρίς μεγάλα λόγια.

Υπήρχε όμως κάτι που για την Εφη ήταν πρόβλημα: ο Νίκος δούλευε σε οικοδομή, σπούδαζε εξ αποστάσεως, ήθελε να φτιάξει κάποια στιγμή τη δική του εταιρεία. Τα όνειρά του απαιτούσαν χρόνο κι εκείνη δεν ήθελε να περιμένει.

Δεν ποθούσε πλούτη, απλώς μια σταθερότητα και βεβαιότητα για το αύριο. Ήθελε να ξέρει ότι σε ένα, δύο, πέντε χρόνια θα έχει εργασία, δικό της σπίτι, θα μπορεί να χτίσει όπως η ίδια θέλει το μέλλον της. Μα με τον Νίκο όλα φαίνονταν αβέβαια: δουλειές του ποδαριού, σπουδές τα βράδια, όνειρα ακόμα στα σκαριά.

Κι όταν ο θείος της από την Αθήνα τής πρότεινε δουλειά στην εταιρεία του, η Εφη δέχτηκε χωρίς πολλή σκέψη. Ευκαιρία αληθινή δεν γινόταν να την αφήσει να πάει χαμένη.

Υπήρχε όμως και μια άλλη αλήθεια, που δεν τολμούσε να θυμάται. Όταν μετακόμισε στην Αθήνα και βρήκε δουλειά, εμφανίστηκε στη ζωή της ο Μάνος. Επιτυχημένος, μεγαλύτερος, γεμάτος αυτοπεποίθηση και δύναμη. Γνωρίστηκαν σε μια εταιρική εκδήλωση εκεί όπου η Εφη φορούσε ένα καινούριο φόρεμα και ένιωθε ξένη ανάμεσα σε νεόπλουτους συναδέλφους. Ο Μάνος την εντόπισε αμέσως: της μίλησε πρώτος, έψαξε να μάθει για τη ζωή της και τα θέλω της.

Δεν τσιγκουνευόταν στις χειρονομίες: λουλούδια στο γραφείο, συχνά με σημειώματα «Στην πιο όμορφη», προσκλήσεις σε καλά εστιατόρια, θέατρα, εκθέσεις, δώρα που δεν είχε φανταστεί ποτέ μαντήλια, κοσμήματα, ακριβά παπούτσια. Όλα συνοδεύονταν από λόγια του τύπου «Αυτή τη ζωή αξίζεις», «Μάθε να δέχεσαι τα δώρα της τύχης».

Στην αρχή τα αρνιόταν ντροπαλά. Αλλά σιγά-σιγά άρχισε να παρασύρεται στο όνειρο: χλιδάτα εστιατόρια, ταξίδα πολυτελείας, να αγοράζεις χωρίς δεύτερη σκέψη ό,τι σου αρέσει Τα βράδια της έμοιαζαν με παραμύθι, απ όπου δεν ήθελε να ξυπνήσει.

Κάπως έτσι άρχισε να βγαίνει μαζί του. Όχι από παθιασμένο έρωτα, μα γιατί ο κόσμος του ήταν σαγηνευτικός και δίχως άγχη για το αύριο. Με τον Μάνο δεν ανησυχούσε για λογαριασμούς, δουλειές, ανασφάλειες. Εκείνος έπαιρνε όλα στις πλάτες του της χάριζε μια άνεση που δεν είχε νιώσει ποτέ.

Τόσο πολύ της άρεσε που τα ξέχασε όλα. Ακόμα χειρότερα απέκτησε περιφρόνηση για εκείνον εκεί τον «κατακαημένο» που την αγαπούσε. Του είπε, σχεδόν κατάμουτρα, ότι ο Νίκος δεν θα γινόταν ποτέ κάτι σπουδαίο.

Ώσπου μια μέρα επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη. Όχι για να δει ή να εξηγήσει στον Νίκο ήθελε απλώς να τον δει να ζηλεύει τη νέα της ζωή. Να του δείξει πόσο «σωστή» ήταν η επιλογή της. Ίσως βαθιά μέσα της να ήθελε να του αποδείξει πως τα κατάφερε και βγήκε απ την ανασφάλεια των παλιών καιρών.

Είχε σχεδιάσει το ραντεβού προσεκτικά: διάλεξε ένα καφέ στην Τσιμισκή εκεί που ήξερε ότι ο Νίκος πήγαινε μετά τη δουλειά, φόρεσε το ακριβό φόρεμα που της είχε χαρίσει ο Μάνος για τα γενέθλιά της, τύλιξε στο δάχτυλο το δαχτυλίδι με το ζαφείρι, κρατούσε και την τελευταία τσαντούλα που είχε αγοράσει απ τη Βουκουρεστίου.

Με το που τον είδε να μπαίνει, γέλασε δυνατά, γύρισε επίτηδες για να την προσέξει. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Στα μάτια του διάβασε πόνο, αμηχανία, σύγχυση. Αλλά αυτή δεν έστρεψε το βλέμμα ήθελε να νικήσει.

Στη στιγμή πίστεψε πως κέρδισε. Πίστεψε πως είχε δικαιωθεί. Πως το πέτυχε τελικά: αληθινές δυνατότητες, χλιδή και σιγουριά. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι ήταν ικανοποιημένη, επιτέλους δικαιωμένη.

Αλλά όταν ο Νίκος έφυγε, αυτή έμεινε να κοιτάει άδεια το δαχτυλίδι, την τσάντα, τον Μάνο απέναντι. Η χαρά της χάθηκε. Όλα αυτά τα ακριβά αντικείμενα και η προσοχή ξαφνικά φάνταζαν ξένα, ψεύτικα. Και παρότι συνέχισε να χαμογελά, κάτι μέσα της ψιθύριζε διαρκώς: «Κι άξιζε στ αλήθεια;»

**********************

Η νίκη ήταν πικρή, η Εφη το κατάλαβε αργά αλλά το κατάλαβε. Με τον καιρό ο Μάνος έγινε ψυχρός, απόμακρος. Στην αρχή το έδειχνε σε μικρά πράγματα: λιγότερα χάδια, σπάνιες εκπλήξεις. Έπειτα σχόλια για την εμφάνιση («Ίσως να προσέχεις περισσότερο»), τον τρόπο που μιλούσε («Μιλάς πολύ δυνατά, δεν σου πάει»), τους φίλους της («Δεν βαρέθηκες τους παλιούς σου γνωστούς; Χρειάζεσαι πιο 'εκλεκτική’ παρέα»).

Η παρουσία του στη ζωή της λιγόστευε εξαφανιζόταν για μέρες, την άφηνε μόνη της στην άνετη γκαρσονιέρα που της νοίκιασε εκείνος. Οι βραδιές περνούσαν παρακολουθώντας ώρες ένα ρολόι να γυρίζει ή τακτοποιώντας άσκοπα ρούχα στην ντουλάπα. Όταν προσπαθούσε να συζητήσει, εκείνος μόνο δυο λέξεις:

Πήρες ό,τι ήθελες. Τι άλλο θες;

Η Εφη έψαχνε δικαιολογίες. «Έχει στρες με τη δουλειά», «Ίσως φταίω που γίνομαι κουραστική» Ήλπιζε πως ήταν προσωρινό. Αλλά ήξερε κατά βάθος: είχε γίνει απλώς άλλος ένα τρόπαιο, που, μόλις ξεθώριασε, έχασε τη γοητεία του.

Υπέμεινε τη σιωπή του, κι όταν άδραξε το θάρρος να παραδεχτεί πως έκανε λάθος, πόνεσε απίστευτα να συνειδητοποιεί: ο μόνος που την αγαπούσε αληθινά ήταν ο Νίκος με τα χέρια σκασμένα κι ένα χαμόγελο ήσυχο.

Με τον καιρό, ό,τι φάνταζε λαμπερό, έχασε την αξία του. Τα πανάκριβα φορέματα χαίρονταν στην ντουλάπα, τα κοσμήματα φάνταζαν ξένα, τα εστιατόρια την κούραζαν, το ακριβό άρωμα την ενοχλούσε.

Συλλάμβανε τον εαυτό της να χαζεύει έξω και να σκέφτεται «Κι αν», αλλά έκοβε τη σκέψη φοβόταν. Όλα οδηγούσαν στη δύσκολη ερώτηση: «Και τώρα;»

Στις μοναχικές βραδιές, στο άδειο διαμέρισμα, σταμάτησε να ονειρεύεται σταθερότητα. Συνειδητοποίησε ότι όση ασφάλεια κι αν είχε, δίχως κάποιον που να θέλει αληθινά να την μοιραστεί, δεν είχε νόημα τίποτα.

Έφερνε στον νου τον Νίκο: τα χέρια του, λίγο τραχιά αλλά ζεστά, την ήσυχη αληθινή του χαρά, τα απλά του λόγια για το μέλλον, τη σιγουριά ότι θα είχαν όλα μια σειρά. Μαζί του δεν φοβόταν τίποτα

************************

Την τρίτη μέρα στη Θεσσαλονίκη, η Εφη βρέθηκε στον παλιό τους κήπο, στην παραλία. Εκεί, κάτω απ τον πλάτανο, είχαν καθίσει τόσες φορές, συζητώντας ό,τι να ναι. Μια φορά, ο Νίκος κοιτώντας τα φύλλα της είχε πει: «Θέλω να φτιάξουμε δικό μας σπίτι με πολλά παράθυρα, να γεμίζει φως και χαρά». Είχε γελάσει τότε όλα έμοιαζαν αστεία. Τώρα, της ακούγονταν σαν κάτι πολύτιμο που χάθηκε.

Κι εκείνη τη στιγμή άκουσε μια γνώριμη φωνή.

Εφη;

Γύρισε. Μπροστά της ο Γιώργος, παλιός τους φίλος. Φάνηκε έκπληκτος, αλλά χαμογέλασε πλατιά.

Καλά, δεν περίμενα να σε δω εδώ! Πώς είσαι;

Η Εφη δίστασε λίγο, τα λόγια δεν έβγαιναν εύκολα, μα κατάφερε να χαμογελάσει.

Καλά, απάντησε, προσπαθώντας να το κάνει να ακουστεί αβίαστα. Ήρθα να δω τη μαμά μου.

Ο Γιώργος ένευσε, χωρίς να ρωτήσει παραπάνω. Έδειξε ένα παγκάκι:

Κάτσε να τα πούμε λίγο; Έκανα βόλτα, δεν έχω βιασύνη.

Η Εφη συμφώνησε. Καθώς περπατούσαν προς το παγκάκι, ο Γιώργος της μίλησε για τη ζωή του, νέα της πόλης φωνή ήρεμη, φιλική, την χαλάρωσε λίγο. Σκεφτόταν όλη την ώρα πόσο παράξενη είναι η ζωή· γύρισες πίσω, κουβαλώντας το παρελθόν, και ξαφνικά βρίσκεις ανθρώπους απ τα παλιά.

Μετά από λίγο, ο Γιώργος δίστασε αλλά ρώτησε ήρεμα:

Τον Νίκο τον είδες;

Η Εφη απέστρεψε το βλέμμα, σκούπισε δάκρυ που απειλούσε να κυλήσει. Θυμήθηκε τις χθεσινές κουβέντες τους, το βλέμμα του.

Ναι. Χθες.

Και; πώς ήταν; τη ρώτησε ο Γιώργος προσεχτικά.

Δεν θέλει να με ξέρει, απάντησε τελικά. Με μισεί.

Ο Γιώργος αναστέναξε, κάθισε δίπλα της και για λίγο σιώπησε.

Ξέρεις, του πήρε πολύ να συνέλθει. Εξαφανίστηκες, Εφη. Ούτε ένα τηλέφωνο, ούτε ένα μήνυμα. Για κείνον ήταν προδοσία.

Η Εφη έσφιξε τις γροθιές, νιώθοντας τον πόνο να επιστρέφει.

Το ξέρω, ψιθύρισε. Ήταν λάθος μου

Ο Γιώργος δεν προσπάθησε να την παρηγορήσει χωρίς λόγο, ούτε να της κάνει κήρυγμα.

Προσπάθησε να σ αφήσει πίσω. Βγήκε κάποιες φορές, αλλά καμία δεν τα κατάφερε μου το πε: «Σαν την Εφη καμία». Ταξίδευε χρόνια, κι όταν εμφανίστηκες έτσι ξαφνικά τον τσάκισες ξανά. Και χθες, όταν σε πέτυχε, μου τηλεφώνησε ήτανε μεθυσμένος. Δεν τον έχω ξαναδεί έτσι. Άσε ήσυχο, Εφη. Μόνο κακό του κάνεις όταν εμφανίζεσαι. Πρέπει να γιάνει μόνος του.

Η Εφη δάγκωσε τα χείλη, κράτησε τον πόνο μέσα της. Ήξερε πως έλεγε αλήθεια η ξαφνική επιστροφή της δεν έδωσε λύση, ξέσχισε παλιές πληγές.

*************************

Το βράδυ, η Εφη έμενε ακίνητη μπροστά στο παράθυρο του παλιού διαμερίσματος βλέποντας τα φώτα της Θεσσαλονίκης να φτιάχνουν ψηφιδωτό. Όλα φάνταζαν γιορτινά αλλά εκείνη δεν αισθανόταν τη γιορτή. Μονάχα πλάνα στο μυαλό: πώς θα ήταν αν Αν είχε μείνει. Αν ζούσαν σε μικρό διαμέρισμα, αν ο Νίκος έδινε ζωή στο όνειρό του, αν γελούσαν με τα μικρά της ζωής, μοιράζονταν καθημερινές χαρές. Πόσες ευτυχίες άφησε, πόσα λόγια δεν είπε, πόσες αγκαλιές δεν έδωσε. Μα το παρελθόν δεν γυρνάει.

Την επόμενη μέρα μάζεψε τα πράγματα αργά, χωρίς βιασύνη, αποχαιρέτησε σιωπηλά τη μητέρα της.

Να προσέχεις, της είπε κλείοντάς της το μάτι και χαμογελώντας θλιμμένα.

Η Εφη έφυγε για τον σταθμό. Πήρε εισιτήριο για Αθήνα να σκεφτεί. Δύο μέρες μέσα στο τρένο, ανάμεσα σε ξένους, ίσως έφερναν κάποια απάντηση.

Το τρένο έφυγε αργά, ταράζοντας λίγο τις ράγες. Η Εφη δεν σταμάτησε να κοιτάζει έξω: οι πολυκατοικίες με τα γεμάτα λουλούδια μπαλκόνια, η παιδική χαρά, ο φούρνος στη γωνία με την πολύχρωμη ταμπέλα. Όλα τόσο οικεία, αλλά πια μακρινά.

Κάπου εκεί, ο άνθρωπος που την αγαπούσε πάνω απ όλα, έμεινε πίσω. Τα μάτια του γελούσαν όταν μιλούσε για το μέλλον, τα χέρια του ήξεραν τη δουλειά αλλά και το χάδι. Δεν βρήκε ποτέ το θάρρος να του εξηγήσει κι εκείνος της έκλεισε την πόρτα για πάντα

*************************

Πέρασαν έξι μήνες. Η Εφη στη δουλειά στην Αθήνα, έβγαινε για καφέ με φίλους, απαντούσε σε ραντεβού και ερωτήσεις. Εξωτερικά όλα ίδια μα μέσα της είχε αλλάξει για πάντα. Δεν προσπαθούσε να θάψει το παρελθόν, δεν κρυβόταν πίσω από καινούριους δεσμούς ή ακριβά ψώνια ή τρελούς ρυθμούς. Τα αποδεχόταν όλα: το λάθος, τον πόνο που προκάλεσε, το πραγματικά αληθινό της μετάνιωμα.

Έμαθε να ξυπνάει χωρίς πανικό, με τη σκέψη πως η ζωή συνεχίζεται. Έμαθε να λέει στον εαυτό της: «Έκανες λάθος, ήταν λάθος αλλά δεν αλλάζει πια». Και σε αυτήν την παραδοχή υπήρχε περίεργη ανακούφιση. Όχι χαρά μα ησυχία, για να πάρει ανάσα.

Ένα βράδυ, ετοιμάζοντας φαγητό, το κινητό της χτύπησε. Τον αριθμό δεν τον αναγνώριζε. Στην οθόνη μόνο μια φράση: «Δεν σε μισώ. Μα δεν μπορώ και να σε συγχωρήσω».

Η Εφη έμεινε άγαλμα, η καρδιά ξέφυγε απ το ρυθμό, τα δάχτυλα έσφιξαν το τηλέφωνο. Κάθισε στο πάτωμα, κολλώντας το κινητό στο στήθος λες κι έτσι άκουγε την καρδιά εκείνου που τής έγραψε αυτά τα λόγια.

Δεν ήξερε πώς να το ερμηνεύσει. Ήταν καλή αρχή ή οριστικό αντίο; Μα πρώτη φορά της φάνηκε πως υπήρχε ακόμη μια αόρατη κλωστή ανάμεσά τους. Λεπτή, εύθραυστη, έτοιμη να κοπεί μα κλωστή. Κάποιος εκεί, κάπου αλλού στην Ελλάδα, τη σκεφτόταν. Κάποιος, παρά τον πόνο, της άφησε μια χαραμάδα.

Χαμογέλασε μέσα στα δάκρυα. Μια αδύναμη, αλλά αληθινή χαρά. Ίσως να μην έχουν τελειώσει όλα. Ίσως μια ημέρα να καταφέρουν να μιλήσουν, ήρεμα, χωρίς κατηγόριες, χωρίς δικαιολογίες. Να βρουν τις κατάλληλες λέξεις για να προχωρήσουν, μαζί ή χωριστά, μα με καθαρή καρδιά.

Για τώρα της αρκεί που ξέρει πως την σκέφτεται ακόμα. Κάπου, χιλιόμετρα μακριά, την θυμάται όχι μόνο ως λάθος του παρελθόντος, αλλά ως κομμάτι της δικής του ζωής.

Και αυτό προς το παρόν φτάνει.

Oceń artykuł
Δεν σε μισώ πραγματικά