Δε Σε Μισώ
Τίποτα δεν άλλαξε πραγματικά…
Η Αθανασία σήκωνε νευρικά το μανίκι της, κοιτώντας από το παράθυρο του ταξί. Έξω περνούσαν αργά οι γνώριμοι δρόμοι της Νέας Ιωνίαςαυτοί όπου έτρεχε κάποτε με τον Στέφανο, γελώντας, φτιάχνοντας όνειρα για αύριο. Επτά χρόνια… Ολόκληρα επτά χρόνια μακριά απ το σπίτι.
Φτάσαμε, είπε ο οδηγός, φωνή βαθιά, κομμένη ανάμεσα σε αναμνήσεις και βόλτες της πόλης.
Το ταξί σταματά ήρεμα μπροστά στην πολυκατοικία με τις ξεθωριασμένες προσόψεις. Η Αθανασία μηχανικά βάζει το χέρι στην τσάντα της, πιάνει το κινητό (πάντα ο φόβος ότι το ξέχασε), μετρά κάτι δεκάρικα και δίνει δώδεκα ευρώ στον ταξιτζή. Κατεβαίνει Η πόρτα κλείνει απότομα και εκείνη μένει για μια στιγμή ακίνητη, παλεύοντας να συνηθίσει τον αέρα του παλιού της κόσμου. Εδώ όλα μυρίζουν αλλιώς. Φρεσκοκομμένο γκαζόν απ το πάρκο, ψωμί (μάλλον από το φούρνο του Μελέτη στη γωνία), και κάτι ακόμη, άυλο, που μόνο το σπίτι μπορεί να φέρει. Χτυπά η καρδιά. Είναι πόνος και χαρά μαζί, σα γλύκα τυλιγμένη με φόβο για το τι θα συμβεί.
Ήρθε δήθεν για να βοηθήσει τη μάνα της με τα χαρτιάεκείνα που πάντα μένουν στην άκρη μέχρι να γίνουν πρόβλημα. Θέλει να περπατήσει στους δρόμους, να δει αν όντως έχουν αλλάξει ή αν όλα είναι μονάχα ζωγραφιά μνήμης. Μα κάτω απ όλα, υπάρχει ένας λόγος: θέλει να συναντήσει ξανά τον Στέφανο. Μα αν τον δει, μήπως αλλάξει η πορεία της ζωής;
Η Αθανασία ξέρει ότι ζει κοντά. Δεν του μιλά ποτέ, δεν τον παρακολουθεί. Οι φίλοι, όποτε επικοινωνούν ή σε μια τυχαία συνάντηση, τον αναφέρουν σποραδικά: Ο Στέφανος πήρε προαγωγή. Αγόρασε διαμέρισμα στην Καλλιθέα. Μάζεψε τη μητέρα του σπίτι του. Κάθε τέτοια είδηση της φέρνει την εικόνα του στο μυαλό και αμέσως προσπαθεί να διώξει τη σκέψη μακριά, μην αφήσει την καρδιά της να παρασυρθεί.
**********************
Την επόμενη μέρα, η Αθανασία βγήκε να περπατήσει στο κέντρο της Αθήνας. Χωρίς πρόγραμμα, χωρίς χάρτεςήθελε να δει τον ήλιο στις πλάκες της Ερμού, να νιώσει τον γλυκό θόρυβο του κέντρου, να αγγίξει τη ροή της ζωής, όπως παλιά. Πήγαινε αργάκοίταζε στις βιτρίνες, χαμογελούσε μόλις αναγνώριζε κάτι ξεχασμένο: το παλαιό περίπτερο στην Ασκληπιού, εκεί που έπαιρνε κόμιξ, το παγκάκι δίπλα στην πλατεία που καθόταν μετά το σχολείο με τις φίλες, το καφέ όπου πρώτη δοκίμασε καπουτσίνο και το έριξε πάνω στη μπλούζα.
Και ξαφνικά, τον βλέπει.
Ο Στέφανος περπατά στην άλλη πλευρά του δρόμου. Δεν την βλέπει· κοιτά κάπου μπροστά, ελαφρώς σκυφτός, σαν να γυρίζει μέσα του σκέψεις ή μια παλιά μελωδία. Η Αθανασία ταράζεται. Όλος ο κόσμος μετατοπίζεται απότομασαν μέσα σε όνειρο που δεν της ανήκει, ξεχνά πώς να ανασάνει. Εκείνος δεν άλλαξε. Ψηλός, ίδιο βήμα, χαλαρό αλλά σίγουρο. Η ίδια σιλουέτα, η ίδια φενέλα στα μαλλιά.
Ξεχύνεται στο δρόμο. Το φανάρι χτυπάει πορτοκαλί, κάποιος κορνάρει, μα τίποτα δεν την φτάνειείναι οδηγός από άλλον κόσμο. Προχωρά με την καρδιά της να κοπανάει στα αυτιά.
Στέφανε! φωνάζει, φτάνοντάς τον μπροστά από ένα μικρό μπακάλικο.
Φωνή που τρέμειδεν περίμενε πόση ένταση κρυβόταν μέσα της. Εκείνος γυρνά το κεφάλι. Και τίποτα. Ούτε χαρά, ούτε θυμός. Ένα βλέμμα απλό.
Αθανασία; λέει ο Στέφανος, η φωνή του ήρεμη, επίπεδη.
Η απουσία συναισθήματος τη χτυπά πιο δυνατά απ όσο φοβόταν. Όλα τα επτά χρόνια ξεπετάγονται από μέσα τηςδάκρυα στις άκρες, φωνή σπάει, και μιλά χωρίς σταματημό.
Στέφανε, φταίω Δεν έχω καν δικαίωμα να σε πλησιάσω, αλλά(η ανάσα της σπαρταράει)…Ακόμα σε αγαπώ. Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με!
Γρήγορες, μπερδεμένες φράσεις, σαν να φοβάται ότι αν σταματήσει, δε θα μπορέσει να συνεχίσει ποτέ. Δεν προσπαθεί να σκουπίσει τα δάκρυα. Αγκαλιάζει τον Στέφανο, πιέζοντας το πρόσωπο στο στήθος του, σαν να μπορεί να κρατήσει ό,τι χάθηκε.
Ο Στέφανος μένει ακίνητος. Για ένα λεπτό, η Αθανασία νιώθει να μαλακώνει, ίσως να απλώνει διστακτικά χέρια να την αγκαλιάσει πίσω. Ανασαίνει την ελπίδακι αν ακόμα γίνεται;
Όμως το δευτερόλεπτο χάνεται. Σφίγγει σκληρά τους ώμους της και την απομακρύνει, όχι απότομα, αλλά αμετάκλητα. Το πρόσωπο του, ήρεμο, τα μάτια τουψυχρά, σαν θάλασσα χωρίς βυθό. Δεν μένει τίποτα απ τον παλιό Στέφανοέναν άντρα που τα αισθήματα είναι περίφρακτα, μακριά.
Φύγε, της ψιθυρίζει στ αυτί, πειθαρχημένα, σα να μιλάει σε ξένο.
Σε μισώ, προσθέτει, το βλέμμα του σπιθίζει με εύγλωττη περιφρόνηση.
Γυρνά και φεύγει, πίσω δεν ρίχνει ματιά. Η Αθανασία μένει καρφωμένη σαν άγαλμα. Ο κόσμος κυλάει: άνθρωποι τρέχουν, κορναρίσματα, κάπου παιδιά φωνάζουν. Μερικοί περαστικοί κοντοστέκονται κοιτώντας την, μια κοπέλα με παγωμένο βλέμμα, χαμένη σ έναν δρόμο που δεν βλέπει κανέναν πια.
Μόνο ο αντίλαλος των βημάτων του που σβήνουν και το κοφτό της αναπνοήςκομμένη, αδύναμη. Τα δευτερόλεπτα μακραίνουν, κι η σκέψη Αυτό ήταν. Για πάντα.
Περπατά αργά για το σπίτι της μητέρας τηςβαριές οι κινήσεις, ο νους είναι κενός, μόνο τα λόγια του πάνω της σαν παλιά, φθαρμένη τατουάζ που δεν σβήνει.
Μπαίνοντας στο διαμέρισμα, δεν προσπαθεί καν να εξηγήσει. Κάθεται η σιωπή βαριά, ο ήλιος πέφτει στα σβηστά της μάτια. Η μητέρα ρίχνει μια μακρινή ματιά, δεν ρωτά. Όπως παλιά, βάζει το βραστήρα και κάνει τσάι. Ο ατμός, τα κλασικά του δωματίουένας ρυθμός συνηθισμένος, σαν να τη γυρίζει βίαια στην πραγματικότητα.
Δεν με συγχώρησε, ψιθυρίζει η Αθανασία, κρατώντας το φλιτζάνι με τα δυο χέρια. Ο ζεστός ατμός στο πρόσωπο, μα δεν τον νιώθει. Τα δάχτυλα σφίγγουν άμυνα, το βλέμμα χαμένο στο ζωηρό κεχριμπάρι του τσαγιού.
Η μητέρα κάθεται δίπλα, ήσυχα, ακουμπώντας το χέρι στον ώμο της. Μια κίνηση που χτυπά εκείνο το παιδικό της αίσθημα της αδυναμίας, τη βλέπει μικρή ξανά.
Το ήξερες πως θα γίνει έτσι, της λέει χαμηλόφωνα.
Το ήξερα, απαντά η Αθανασία, και η φωνή της είναι κουρασμένη. Αλλά ήλπιζα. Ήταν ανόητο, έτσι;
Όχι ανόητο. Απλά αυτό το δρόμο επέλεξες. Του έκανες πολύ κακό· του πήρε καιρό να συνέλθει Σαν να έγινε ο μικρός Κάι, που κανείς δεν τον πλησίαζε πια.
Γέρνει πίσω, κλείνει τα μάτια: φαντάζεται εκείνες τις σκηνές του παρελθόντος.
Τότε όλα φάνταζαν απλά, διαυγή. Ήταν είκοσι δύοη ηλικία που το αύριο μοιάζει χρωματιστό κι όλα φαίνονται δυνατά. Ο Στέφανος ήταν πάντα εκείήσυχος, σταθερός σαν γη. Δεν ήξερε να μιλάει, αλλά έδειχνε την αγάπη του με κινήσεις απλές.
Υπήρχε μόνο ένα πρόβλημα. Ο Στέφανος δούλευε σε οικοδομή, σπούδαζε τα βράδια, όνειρα είχε μεγάλα αλλά αργούσαν να ανθίσουν. Κι η Αθανασία δεν ήθελε να περιμένει.
Δεν ζητούσε πολυτελή ζωή. Ήθελε σταθερότητα, όχι ρίσκα: σπίτι, ρουτίνα, ένα αύριο που μπορεί να προβλέψει. Δίπλα στον Στέφανο, όλα ήταν θολά: δουλειές του ποδαριού, μαθήματα, όνειρα που δεν φορούσαν σάρκα κι οστά.
Όταν ο θείος από το Χαλάνδρι της πρότεινε δουλειά στην εταιρεία του, δέχτηκε. Αυθόρμητα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήταν ευκαιρίαπραγματική, χειροπιαστή.
Και μετά ήρθε ο Χρήστος. Επιχειρηματίας, σαράντα δύο, με αυτοπεποίθηση και εύκολες λύσεις. Η γνωριμία τους τυχαίασε μια εταιρική έξοδο, όπου εκείνος πήρε το χρόνο του να την προσέξει. Ο Χρήστος ήταν γενναιόδωρος στα λόγια και στα δώρα: μπουκέτα λουλούδια (Στην πιο όμορφη του γραφείου), δείπνα σε εστιατόρια με θέα Ακρόπολη, μικρά κοσμήματα, γόβες. Κάθε δώρο συνοδευόταν με το σου αξίζει η καλή ζωή. Στην αρχή ντρεπόταν η Αθανασία, ξεκαθάριζε πως δεν χρειάζεται δώρα. Ο Χρήστος επέμενε ευγενικά, φτιάχνοντας τη δική του ατμόσφαιρα.
Σιγά σιγά, υπέκυψε στην πολυτέλεια: δείπνα, ταξί με δερμάτινα, αγορές χωρίς να κοιτάξει την τιμή. Όλα έμοιαζαν σαν μαγικό όνειρο που δεν ήθελε να τελειώσει.
Με τον Χρήστο η ζωή ήταν εύκολη· δεν χρειαζόταν να νοιάζεται αν θα πληρώσει το νοίκι, αν θα βρει πού να αφήσει τα λεφτά το Σάββατο· όλα τα φρόντιζε εκείνος. Ξέχασε τον Στέφανο, καλύτερατον περιφρόνησε, ανακοινώνοντας πως δεν θα καταφέρει στη ζωή ποτέ.
Όταν επέστρεψε στην Αθήνα για τις γιορτές, δεν πήγε να βρει τον Στέφανο για συγνώμη ή εξηγήσεις. Ήθελε να του δείξει ποια είναι πια. Διάλεξε καφέ στην Πανεπιστημίου, ντύθηκε με φόρεμα και δαχτυλίδι δώρο του Χρήστου, έκατσε περίοπτα και γέλασε δυνατά με τα αστεία του νέου της φίλου. Ο Στέφανος την είδετα μάτια του σαστισμένα, πικρά. Η Αθανασία τον κοίταξε πίσω στα μάτια, χωρίς να ντραπεί.
Στη στιγμή αυτή νόμισε πως νίκησε. Απόδειξε στον εαυτό της πως έκανε σωστά. Πήρε αυτά που ήθελεομορφιά, ασφάλεια, μεγαλεία.
Όταν όμως ο Στέφανος έφυγε απ το καφέ, η Αθανασία ένιωσε μια αδιόρατη απουσία, σαν άδειο ποτήρι. Κοίταξε το δαχτυλίδι, την τσάντα, τον Χρήστοκαι ένιωσε ένα έντονο κενό. Συνέχισε να χαμογελάει, να ακούει ιστορίες, όμως από μέσα κάτι ψιθύριζε: Αξίζει τελικά;
**********************
Η νίκη ήταν πικρήδεν το ένιωσε αμέσως, αλλά το κατάλαβε καθώς κυλούσε ο καιρός. Ο Χρήστος, στην αρχή, συνέχισε τα δώρα, τα κομπλιμέντα, τις βόλτες. Με τον καιρό όμως, κουράστηκεέτσουξε η φλόγα, έσβησε.
Πρώτα στις λεπτομέρειες: αντί για τι όμορφη που είσαι, ακολούθησαν σχόλια να προσέχεις το βάρος σου, μη γελάς δυνατά, δεν είναι κομψό, μήπως να διαλέξεις πιο ενδιαφέρον κύκλο; Έλειπε μέρες, εβδομάδες, αφήνοντάς την μόνη στο μεγάλο διαμέρισμα που της είχε νοικιάσει. Τα βράδια άγονημόνο το τικ τακ του ρολογιού.
Κάθε φορά που τολμούσε να παραπονεθεί, εκείνος κούναγε απαθής το κεφάλι: Αυτό ήθελες. Τι άλλο ζητάς;
Η Αθανασία προσπάθησε να βρει δικαιολογίες: Έχει στρες. Δουλεύει πολύ. Ήλπιζε πως θα περάσει. Όμως βαθιά ήξερε: ήταν απλώς μια ακόμη όμορφη διακόσμηση στη ζωή του Χρήστουκαινούρια, λαμπερή. Όταν πέρασε η γοητεία, πάγωσε και το ενδιαφέρον.
Άντεξε τα λόγια του, τα νεύρα του, τη μοναξιά. Φοβόταν να παραδεχτεί: έκανε λάθος. Αν το έλεγε, θα έπρεπε να παραδεχτεί και το χειρότεροπρόδωσε αυτόν που την αγαπούσε για ό,τι είναι.
Στο τέλος, τίποτα δεν την ευχαριστούσεδωμάτια γεμάτα ρούχα, κοσμήματα χωρίς νόημα, εστιατόρια ακριβά που της προκαλούσαν δυσφορία με τα λευκά τραπεζομάντιλα και τις παγωμένες γεύσεις. Το άρωματόσο λαμπερό στην αρχήτώρα τη ναυτιούσε.
Περνούσαν οι βραδιές κοιτώντας από το παράθυρο τους περαστικούς: Κι αν… ξεκινούσε και αμέσως έκοβε τη σκέψη.
Τα βράδια, όταν όλα γινόντουσαν σιωπηλά και το διαμέρισμα μεγάλωνε γύρω της, ερχόταν η αλήθειαχωρίς κάποιον να μοιραστεί αυτή τη θέση ασφάλειας, όλη η σταθερότητα φαντάζει ψεύτικη.
Σκεφτόταν τον Στέφανοτα χέρια του, ζεστά, λίγο τραχιά απ τη δουλειά· το χαμόγελό του, διακριτικό· την πίστη του σε ένα κοινό αύριο που δεν είχε λογάκια, μόνο πράξεις. Μ εκείνον δεν φοβόταν κανέναν χειμώνα.
************************
Την τρίτη μέρα στην Αθήνα, πήγε στο πάρκο στον Νέο Κόσμοεκεί που κάποτε γελούσαν οι δυο μεσημέρια ολόκληρα. Εκείνο το παγκάκι κάτω απ το παλιό πλατάνιτόσο γνώριμο. Θυμήθηκε τον Στέφανο να λέει, κοιτώντας τα φύλλα: Θέλω να έχουμε δικό μας σπίτι, με μεγάλα παράθυρα και φως και χαρά άπειρη. Γέλασε τότε· τώρα, οι λέξεις ακούγονται σαν κάτι για πάντα χαμένο.
Σταμάτησε να γεμίσει τα πνευμόνια με τον φθινοπωρινό αέρα. Εκεί εμφανίστηκε γνώριμη φωνή:
Αθανασία;
Γυρίζει. Ο Νίκοςπαλιός φίλος, κολλητός του Στέφανου. Φαίνεται ξαφνιασμένος αλλά χαμογελά γρήγορα.
Δεν περίμενα να σε δω, της λέει. Τι κάνεις;
Η Αθανασία αναστέναξε, πάσχισε για μια ανέμελη απάντηση, μα η φωνή έσπασε ελαφριά.
Καλά… ήρθα να δω τη μάνα.
Ο Νίκος γνέφει, δεν ρωτά παραπάνω. Της δείχνει ένα παγκάκι κοντά:
Να κάτσουμε λίγο; Έκανα βόλτα πριν φύγω.
Κάθονται μαζί. Εκείνος αρχίζει να διηγείται μικροπράγματα και νέα της γειτονιάς. Η Αθανασία ακούει, σχολιάζει λιτά στο μυαλό της, μια παράξενη διάψευση: όλα άλλαξαν κι όμως ο κόσμος αυτός είναι ίδιος.
Ο Νίκος ύστερα ρωτά διστακτικά:
Είδες τον Στέφανο;
Τα μάτια της πέφτουν στα ξερά φύλλα. Δεν απαντά αμέσωςοι σκηνές της χθεσινής συνάντησης τριγυρνούν βουβά στο μυαλό της. Τελικά, χαμηλόφωνα:
Ναι. Χτες.
Πώς ήταν; ρωτάει ο Νίκος, προσεκτικός.
Δεν θέλει να με δει Με μισεί, λέει, με μια προσπάθεια να μείνει ήσυχη.
Ο Νίκος κάθεται σκεπτικός, τα μάτια του στο βάθος του πάρκου. Κάποια στιγμή λέει:
Του πήρε χρόνια να ξεπεράσει την ξαφνική σου φυγή. Δεν άφησες ούτε ένα αντίο. Για εκείνον ήταν μαχαίρι.
Η Αθανασία σφίγγει τα χέρια, ξέρει πως κάθε λέξη έχει βάρος που την πνίγει.
Το ξέρω Φταίω.
Ο Νίκος όμως δεν τη μαλώνει, μιλά φιλικά:
Δεν σε ξέχασε ποτέ. Προσπάθησε, έβγαινε με κάποιες, αλλά… τίποτα. Μετά, όταν γύρισες και φάνηκες έτσι, λαμπερή… έκλεισε τελείως.
Η Αθανασία γυρνά, σιωπηλή. Σκέφτεται τον Στέφανο να παλεύει να ξεχάσει, να αναπηδά στη σκέψη ενός γνώριμου ήχου. Σφίγγει τα χέρια της, τα μάτια βουρκώνουν ξανά.
Δεν ήθελα να τον πονέσω απλά ήθελα ασφάλεια.
Ο Νίκος την αφήνει να μείνει στη σιωπή. Ο άνεμος αναδεύει τα φύλλα, τα παιδιά παίζουν με φωνές, ζωή να κυλά.
Η Αθανασία σφίγγει τα μάτια, τα νύχια προσαρτούν στο δέρμα. Δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα. Το μόνο που ήθελε είναι να ξέρει ο Στέφανος πόσο το μετάνιωσε.
Δεν του ζητώ συγχώρεση μόνο να ξέρει, παρακαλώ. Μετανιώνω κάθε μέρα. Όλα τα σπάω μέσα μου ξανά και ξανά.
Ο Νίκος τη βλέπει χωρίς μίσος. Μετά από σιωπή, ήσυχα:
Ίσως δεν χρειάζεται πια να το ακούσει. Άφησέ τον στην ησυχία του. Έμαθε να ζει με την πληγή σου… Το να φανερωθείς πάλι δεν βοηθά. Χθες ήταν σαν χαμένος, με πήρε πιωμένος. Μην τον σκοτώνεις πάλι, Αθανασία.
Η Αθανασία δαγκώνει τα χείλη, συμφωνεί χωρίς να μιλήσει άλλο. Ξέρει την αλήθεια.
*************************
Το βράδυ, κάθεται στην κουζίνα της μητέρας. Έξω, τα φώτα της πόλης ανάβουν ένα ένα, κίτρινα, πορτοκαλί, λευκά. Δημιουργούν μια μωσαϊκή που λάμπει και μαγνητίζει. Μα εκείνη βλέπει μόνο την άβυσσο του εαυτού της. Οι σκέψεις τρέχουν σαν φιλμ που δεν σβήνει.
Φαντάζεται μια εναλλακτική ζωή: να είχε μείνει εκεί, πρώτη κοινόχρηστη γκαρσονιέρα, ο Στέφανος να φτιάχνει σχέδια για δικό του συνεργείο, ο ήλιος να μπαίνει το πρωί στα παράθυρα. Πόσα σπίτια, χαμόγελα, βράδια χαμένα για πάντα
Την επόμενη μέρα φεύγει. Φτιάχνει τη βαλίτσα αργά, χρονοτριβεί. Η μητέρα στην πόρτα, ήσυχη, μόνο θλίψη στα μάτια, χωρίς παράπονα.
Κοίταξε τον εαυτό σου, λέει τρυφερά.
Φιλάει τη μάνα στο μάγουλο. Ρουφά τη μυρωδιά του σπιτιού σαν φυλαχτό και φεύγει.
Στο σταθμό, αγοράζει εισητήριο για το Λαύριο, χωρίς να βιάζεται. Ίσως, νομίζει, τα χιλιόμετρα βοηθούν τη σκέψη.
Το τραίνο ξεκινά, κυλάει απαλά στις γραμμές. Η Αθανασία κοιτάζει από το παράθυρο: γνωστά κτίρια, μπαλκόνια με πιπεριές, παιδικές κούνιες, φούρνος της γειτονιάς. Άνθρωποι παντούη ζωή συνεχίζεται. Μα όλα είναι τόσο μακριά πια.
Κάπου εκεί έξω, στους δρόμους και τα σπίτια, έμεινε ο άνθρωπος που αγάπησε όσο κανέναν. Ο Στέφανοςμε τα ήσυχα, γελαστά μάτια του, τα χέρια που μεταμόρφωναν τη ζωή της. Ποτέ δεν του εξήγησε τα γιατί. Τώρα τον έχασε για πάντα. Το ήξερε, πια.
*************************
Πέρασαν έξι μήνες. Η Αθανασία έμεινε στην Αθήνα· δουλειά, καφέδες, η ζωή στην ίδια ρουτίνα. Εξωτερικά όλα όμοια, εσωτερικά τίποτα ίδιο. Δεν έτρεχε πια να θάψει το παρελθόντο αγαπούσε, το αναγνώριζε, δεν το κρυβόταν.
Έμαθε να ζει με την απώλεια, να ξυπνά και να ψιθυρίζει μέσα της: Αυτό ήταν. Δεν αλλάζει. Σ αυτήν τη σιωπηλή αποδοχή βρήκε μια παράξενη γαλήνηόχι χαρά, μα ψήγματα ανάσα.
Ένα βράδυ, ενώ μαγείρευε, το κινητό χτυπά. Μια άγνωστη γραμμή. Μόνο μια πρόταση στην οθόνη: Δε σε μισώ. Μα δεν μπορώ να συγχωρέσω.
Η Αθανασία μένει ακίνητη. Τα χέρια κλείνουν το τηλέφωνο σφιχτά, η καρδιά τρεμοπαίζει. Κατεβαίνει στο πάτωμασφίγγοντας το κινητό στο στήθος, σαν να ένωνε χιλιόμετρα απόστασης με τη στέγαση της καρδιάς.
Δεν ξέρει τι σημαίνει το μήνυμα. Αν είναι συγχώρεση ή τελική πράξη. Για πρώτη φορά όμως, νιώθει εκείνη τη λεπτή, αόρατη κλωστή κι ας είναι έτοιμη να σπάσει. Κάποιοςτώρα, μακριάακόμη τη σκέφτεται. Κάποιος άφησε ακόμη μισάνοιχτη την πόρτα.
Χαμογελά δειλά, δακρυσμένη. Ίσως δεν είναι το τέλος. Ίσως κάποτε βρεθούν να μιλήσουνχωρίς κατηγορίες, χωρίς άμυνες. Ίσως βρουν λόγια να συνεχίσουνμαζί ή μόνοι, μα με ειλικρίνεια.
Προς το παρόν της αρκεί να ξέρει πως υπάρχει ακόμη μια μνήμη κοινή. Πως είναι, έστω και για λίγο, μέρος μιας ιστορίας που δεν τελείωσε απόλυτα.
Και αυτόπρος το παρόνήταν αρκετόΜια εβδομάδα μετά το μήνυμα, η Αθανασία άφησε άδειο το τσάι στον νεροχύτη και πήρε βαθιά ανάσα. Άνοιξε το παράθυρο: από το δρόμο ανέβαινε μυρωδιά νυχτερινή, βοκαμβίλιας και ασφάλτου, ήχοι και φώς νέας πόλης. Κάπου μακριά έτρεχε ένα παιδί με πατίνι, φώτα αυτοκινήτου εναλλάσσονταν. Αυτόν τον ήσυχο ρυθμό τον κράτησε σαν παρηγοριά.
Σιγά σιγά, το για πάντα που τόσο τη φόβισε, έπαψε να είναι απειλή. Ήταν στίγμα, καινούριο σχέδιο πάνω στον εαυτό της. Σταμάτησε να φοβάται τα λάθητα δέχτηκε, όπως δέχεσαι ένα σημάδι στο δέρμα σου. Έμαθε να περπατά με αναμνήσεις, όχι να τις κυνηγά. Με τον καιρό, τα βράδια έγιναν λιγότερο βαριά.
Κάποτε, σε μια παρέα φίλων, είπε, αμήχανα γελώντας: Ήθελα να αλλάξω τον κόσμο γύρω μουτελικά άλλαξα μόνο εμένα. Οι άλλοι χαμογέλασαν· κανείς δεν ήξερε όλο το βάρος αυτής της φράσης, μα για εκείνη, εκείνη ακριβώς η παραδοχή ήταν το πρώτο βήμα ανάσας.
Πέρασε καιρός έτσιμε νέα ξεκινήματα, με στιγμές που έμοιαζαν μικρές αποδείξεις πως πάντα προχωράμε, ό,τι κι αν κουβαλάμε. Κάθε φορά που συναντούσε κάποιον που ήξερε, σήκωνε το βλέμμα. Δεν είχε πια ντροπή για όσα έζησε.
Ένα βράδυ του Αυγούστου, στην πλατεία που μεγάλωσε, έκατσε στο παγκάκι με ένα βιβλίο στα γόνατα. Η δροσούλα ερχόταν από παντού. Δίπλα της μια κοπέλα τραγουδούσε σιγανά, μια ομάδα έφηβοι γελούσαν, η ζωή κυλούσε έτσι όπως πάντα κυλάει.
Η Αθανασία χαμογέλασε μόνη· δεν χρειαζόταν πια να γυρίσει πίσω. Πίσω της υπήρχε μια αγάπη που δεν νικήθηκε, μια πληγή που έγινε ιστορία. Ό,τι κι αν επέλεξε, ό,τι κι αν έχασε, ήταν ακόμη ο εαυτός της: γυναίκα που έμαθε να αγαπά ακόμη και μέσα από τα λάθη.
Ένιωσε για πρώτη φορά πως οι μεγάλες αγάπες, κι ας χαθούν, γράφουν τον κόσμο γύρω μας με χρώματα που δεν σβήνουν ποτέ. Δεν χρειάζεται πάντα η συγχώρεση για να συνεχίσουμε· μονάχα η αλήθεια για το ποιοι είμαστε.
Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό, άφησε την ανάσα της να βγει καθαρή. Αυτή ήταν η δική της συμφιλίωση. Αυτό ήταν το αύριοαπλό, σιωπηλό, με μια ανοιχτή πόρτα στην καρδιά. Και προχώρησε μπροστά, με ένα χαμόγελο που ήξερε πια να κρατά, όχι για όσα χάθηκαν, αλλά για όσα ακόμη μπορούσαν να γεννηθούν.




