Δεν αντέχω άλλο να ζω μαζί σας! Τίποτα δεν σας ικανοποιεί! είπε η Ιφιγένεια, κοιτώντας τη μητέρα της με παράπονο και θυμό. Εντάξει όταν ήμουν μικρή: «μην πας εκεί, μην κάνεις το άλλο», αλλά τώρα πια είμαι είκοσι χρονών, μαμά! Είκοσι. Δύο χρόνια τώρα ενήλικη.
Αφού είσαι ενήλικη και δεν θες να μένεις μαζί μας, τότε βρες δουλειά, νοίκιασε διαμέρισμα και πληρωνέ το. Αυτό σου λέω, κόρη μου.
Α, μπράβο! έκανε η Ιφιγένεια ειρωνικά. Μια η μάνα μου να μου λέει διάβασε, μην τρέχεις σε πάρτι, τώρα πήγαινε στη δουλειά. Η σχολή δεν έχει σημασία, ε; Και να βοηθήσετε το παιδί σας δεν το σκέφτεστε;
Εσύ είσαι ανεξάρτητη, εσύ ξέρεις, δε ρωτάς ποτέ τη γνώμη μας, συμπλήρωσε ο πατέρας της. Άρα, για να μην ανακατευόμαστε στη ζωή σου, ξεκίνα πια τη δική σου, απολύτως ανεξάρτητη.
Η αλήθεια είναι πως αυτή η θέση δεν βόλευε καθόλου την Ιφιγένεια. Η μαμά δεν της ζητούσε ποτέ να βοηθήσει στο σπίτι, ο μπαμπάς πλήρωνε τους λογαριασμούς, αγόραζε τα ψώνια και έβαζε που και που λεφτά στην κάρτα της. Ήταν βολικά έτσι. Αν δεν τους ενοχλούσε κιόλας η παρουσία της…
Όμως το πείσμα της δεν την άφηνε να κάνει πίσω. Στην οικογένεια υπήρχε ανέκαθεν ένας «μύθος» πως κάποια γιαγιά τους ήταν επαναστάτρια και έτσι όποτε οι δικοί της παραπονιόντουσαν για την προσωπικότητά της, το θυμόντουσαν.
Η Ιφιγένεια βρήκε δουλειά κι έπιασε μικρό διαμέρισμα κοντά στο πανεπιστήμιο. Τώρα κατάλαβε πραγματικά τι σημαίνει να «μη σου φτάνουν τα λεφτά». Μέχρι τότε το άκουγε μόνο σαν φράση στα λεωφορεία ή στα δελτία ειδήσεων «Δεν φτάνουν τα ευρώ ούτε για τα βασικά».
Το ενοίκιο κατάπινε το μεγαλύτερο μέρος του, ούτως ή άλλως, μέτριου μισθού της. Κι έπρεπε να αγοράζει τρόφιμα, να πληρώνει εισιτήρια, και χίλια δυο άλλα. Τα πάρτι που ονειρευόταν αθόρυβα σκορπίστηκαν στο περιθώριο. Άρχισε, χωρίς να το καταλάβει, να υπολογίζει και να εκτιμά τα χρήματά της, και κάποιες «παρατηρήσεις» των γονιών της δεν της φαίνονταν πια τόσο προσβλητικές.
Μια μέρα γυρνώντας από τη δουλειά, μπροστά της περπατούσαν δυο νεαροί και φώναζαν αισχρολογίες. Η Ιφιγένεια έγνεψε το κεφάλι. «Ένα μυαλό, χίλια κομμάτια», σκέφτηκε. Μπροστά, στα σκαλοπάτια ενός παλιού και εγκαταλειμμένου μαγαζιού, καθόταν μια γιαγιά. Η Ιφιγένεια την έβλεπε συχνά εκεί. Η γιαγιά μιλούσε κάποιες φορές μόνη της. Στα πόδια της είχε ένα τενεκεδένιο κουτάκι, όπου σκάρτωνε όποιος περνούσε λίγα κέρματα. Στην εποχή που όλοι πληρώνουν με κάρτα, σπάνια κάποιος είχε πάνω του ψιλά. Παρόλα αυτά, η Ιφιγένεια μάζευε μερικά για τη γιαγιά. Δε γνώριζε ακριβώς γιατί. Παλιά δε θα της έδινε καν σημασία.
Βέβαια, «ζητιάνα» δεν τη λες. Τα φθαρμένα ρούχα και το κουτάκι δεν μπορούσαν να κρύψουν την αξιοπρέπεια αυτής της γυναίκας. Έγνεφε ένα λιτό ευχαριστώ κι έμενε υπομονετικά στα γκρίζα σκαλοπάτια.
Οι νεαροί την προσπέρασαν με χλευασμό. Ο ένας κλότσησε το κουτάκι και τα λίγα κέρματα σκορπίστηκαν στο πεζοδρόμιο. Η γιαγιά δυσκολεύτηκε πολύ να σκύψει, αλλά δεν τα παράτησε.
Μα τι κάνετε εκεί, βούρλα! αγρίεψε η Ιφιγένεια και έτρεξε να βοηθήσει.
Τ αγόρια έφυγαν γελώντας, πετώντας μερικές προσβολές.
Ορίστε, πάρτε τα. της έδωσε τα μαζεμένα νομίσματα. Έβγαλε κι ένα χαρτονόμισμα από το πορτοφόλι και της το έδωσε.
Σε ευχαριστώ, κορίτσι μου, της είπε απαλά η γιαγιά και την κοίταξε. Τα μάτια της ήταν λαμπερά, νεανικά. Σε αναγνώρισα. Πάντα αφήνεις κάτι.
Χάιδεψε το ταλαιπωρημένο τενεκεδάκι.
Πρέπει να βρω άλλο, αυτό έχει στραπατσαριστεί.
Της έτρεμαν τα χέρια, η Ιφιγένεια σκέφτηκε πως ίσως δεν αισθανόταν καλά.
Μένεις μακριά; τη ρώτησε.
Όχι, βλέπεις εκείνες τις πενταόροφες πολυκατοικίες; Εκεί μένω.
Να σε συνοδεύσω; Σου φαίνεται δύσκολο να φτάσεις μόνη σου.
Η καρδιά μου με πείραξε. Συγκινήθηκα πολύ, στηρίχθηκε βαριά στο χέρι της Ιφιγένειας. Ευχαριστώ, δε θα σε καθυστερήσω.
Στο μικρό διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, τις υποδέχτηκαν μαζεμένες γάτες που έτρεχαν σαν χορωδία. Η Ιφιγένεια τις μέτρησε.
Δώδεκα, εξήγησε η γιαγιά, βλέποντάς την παραξενεμένη. Ούτε που φανταζόμουν πως θα αποκτήσω τόσες.
Γιατί τόσες;
Δεν με θέλουν εκείνες εμένα. Εγώ τις χρειάζομαι. Χωρίς εμένα, θα χαθούν. Την Κάππα και τη Λουκία τις βρήκα στα σκουπίδια μέσα στο καταχείμωνο. Πήγα να πετάξω σκουπίδια και τις άκουσα να κλαίνε. Τη Φούντα τη γλίτωσα από τα παιδιά στη γειτονιά, τον Ρωμανό τον βρήκα τριγύρω από ένα μίνι μάρκετ. Η Φένη γέννησε στο υπόγειο και τις πήρα όλες να μη τις δηλητηριάσουν… Νομίζεις πως έχω χάσει τα λογικά μου;
Όχι βέβαια, ντράπηκε η Ιφιγένεια. Αλλά είναι όντως πολλές και πρέπει να τις ταΐζετε.
Για αυτό κάθομαι στον δρόμο, είπε χαμογελώντας η γιαγιά.
Από τότε έγιναν φίλες. Περίεργο για όσους ακούνε, αλλά η Ιφιγένεια δεν μπορούσε να προσποιείται ότι δεν συνέβη τίποτα. Επισκεπτόταν τη νέα της γνωστή, που ονομαζόταν Ελένη Βλαδίμηρου. Μίλησε για εκείνη στα κοινωνικά δίκτυα. Κι ενώ κάποιοι ειρωνεύονταν, άρχισαν να εμφανίζονται και γλυκές κουβέντες, προσφορές βοήθειας. Πριν το καταλάβει, γίνονταν περισσότερες.
Κόρη, ρώτησε καχύποπτα ο πατέρας της Τι τα θες αυτά; Δεν ήσουν ποτέ ζωόφιλη.
Μπαμπά, δεν έχει να κάνει με τα ζώα. Ούτε σπίτι ποτέ δεν λέγαμε να πάρουμε σκύλο ή γάτα, οπότε δεν το σκέφτηκα καν. Αλλά ξέρεις, η κυρία Ελένη είπε ότι δεν τη χρειάζονται οι γάτες, εκείνη τις χρειάζεται. Κι είναι αλήθεια. Χωρίς εκείνη, θα είχαν χαθεί όλες…
Τι, θα μαζέψεις κι εσύ γάτες; αγρίεψε η μαμά.
Να τις μαζέψεις όλες, δεν μπορεί ο καθένας. Αλλά να βοηθήσεις λίγο, δεν είναι τόσο δύσκολο, απάντησε η Ιφιγένεια.
Δε σου φτάνουν τα λεφτά, όμως, όπως εσύ λες, της έλεγε η μητέρα της. Και τώρα τα δίνεις στη γιαγιά; Σε ξεγέλασε!
Μα εγώ για την Ελένη τα γράφω, αν δεν τα έλεγα, κανείς δε θα ήξερε για τις γάτες.
Είσαι παιδί ακόμα…
Δεν είμαι, μαμά. Έχω δική μου άποψη, δεν σας ζητάω να αγαπάτε τις γάτες ή να βοηθάτε. Έτυχε στη ζωή μου να γνωρίσω κάποιον και κατάλαβα ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι να ζεις.
Τι θα κάνεις δηλαδή, θα γεμίσεις το σπίτι με γάτες και θα μένεις μόνη σου; Παλιά, κάτι τέτοιες ήταν γεροντοκόρες…
Δεν γεμίζω τίποτα, απάντησε κοφτά η Ιφιγένεια. Ήθελα να πάρω μια γάτα, να βοηθήσω την κ. Ελένη, αλλά η σπιτονοικοκυρά δεν ήθελε. Και μη με περνάς για παιδί ή αφελή…
Δεν κάνεις κακό, αναστέναξε ο πατέρας. Αλλά μην χαραμίσεις τη ζωή σου γι’ αυτά…
Μπαμπά, μην ανησυχείς, όλα καλά.
Η Ιφιγένεια συνέχισε να βοηθά. Μέσω διαδικτύου, βρήκε σπίτια για τέσσερα από τα πιο μικρά γατάκια. Όμως, οι υπόλοιπες οκτώ έμειναν με τη γιαγιά τους. Οι περισσότερες ήταν πια πολύ μεγάλες και κανείς δεν θέλησε να τις υιοθετήσει. Η Ελένη Βλαδίμηρου είχε δεθεί μαζί τους και ανησυχούσε καθημερινά για το μέλλον τους.
Κορίτσι μου, αν πάθω κάτι, μην τις αφήσεις, της είπε μια μέρα. Ξέρω πως ζητάω πολλά, αλλά δεν έχω άλλον, μόνο εσένα.
Η Ιφιγένεια ντράπηκε να ρωτήσει γιατί ήταν μόνη, μέχρι που η Ελένη μόνη της της το εκμυστηρεύτηκε πως είχε έναν γιο που χώρισε λόγω αδυναμίας να κάνει παιδιά και αργότερα σκοτώθηκε στη δουλειά του. Κι έτσι, έμεινε μόνη, περιτριγυρισμένη μόνο από γάτες για να μη χάνει τη ζεστασιά και την ανάγκη για προσφορά.
Μια μέρα η Ιφιγένεια πήγε όπως πάντα, αλλά κανείς δεν άνοιξε. Κάλεσε τη γειτόνισσα.
Είδατε την κ. Ελένη σήμερα;
Όχι, δεν έχει φύγει. Έλεγε πως δεν ήταν καλά από το πρωί μισό λεπτό, έχω κλειδί.
Βρήκαν την Ελένη ήσυχη, σαν να κοιμόταν. Οι γάτες γύρω της παραξενεμένες. Στο τραπέζι υπήρχε ένα γράμμα για την Ιφιγένεια.
Η Ελένη της άφηνε το διαμέρισμά της και ζητούσε να φροντίσει τις γάτες.
Δάκρυα έτρεχαν καθώς η Ιφιγένεια διάβαζε:
«Μόνο εσένα μπορώ να εμπιστευτώ, κορίτσι μου»
Η Ιφιγένεια έπεσε σε θλίψη. Όλα της φαίνονταν βουνό, μέχρι που τη βοήθησε ο Στέφανος.
Τον είχε γνωρίσει όταν είχε γράψει την πρώτη της ανάρτηση για τις γάτες. Το μήνυμά του ήταν υποστηρικτικό. Σιγά σιγά, ήρθαν πιο κοντά. Ο Στέφανος σπούδαζε νομική και είχε μεγαλώσει σε σπίτι με ζώα κι ο ίδιος βοηθούσε εθελοντικά σε φιλοζωικά σωματεία.
Μαζί βρήκαν σπίτια για δύο ακόμη γάτες. Αλλά στις υπόλοιπες, οι γονείς και οι φίλοι της Ιφιγένειας ήταν αρνητικοί.
Τρελάθηκε η γιαγιά και χάλασε τη ζωή σου με μια υποσχεσούλα, έλεγε η μητέρα της.
Τι χάλασε; απάντησε εκείνη αγριεμένη. Ήθελε να κάνει κάτι καλό.
Η Ιφιγένεια, στεναχωρημένη, συναντήθηκε με τον Στέφανο.
Στέφανε, με θεωρείς κι εσύ τρελή; Όλοι μου λένε ότι καταστρέφω τη ζωή μου. Λες να μην πάρω το διαμέρισμα;
Όχι, είμαι περήφανος για σένα. Πόσοι πραγματικά τίμιοι και ειλικρινείς άνθρωποι κυκλοφορούν εκεί έξω; Και να ξέρεις, μια κυρία θέλει να υιοθετήσει άλλες δύο γάτες. Θα έρθω μαζί να δούμε αν πάνε σε καλά χέρια!
Όταν παντρεύτηκαν, κράτησαν τέσσερις γάτες από τις δώδεκα. Τον Ρωμανό τον πήρε η γειτόνισσα.
Πάντα μου άρεσε αυτός, καλόβολος
Άλλο ένα υιοθέτησαν οι γονείς του Στέφανου.
Όταν η Ιφιγένεια επέστρεψε από το μαιευτήριο, κρατώντας το μικρό Νικόλα στην αγκαλιά, στο διάδρομο την περίμεναν κατά σειρά η Κάππα, η Λουκία, η Φούντα και η Φένη.
Οι νταντάδες μας! γέλασε ο Στέφανος. Ή μήπως οι γατογιαγιάδες μας;
Γεια σας, είπε με αγάπη η Ιφιγένεια. Σας έλειψα; Τώρα θα βάλω τον Νικόλα για ύπνο, και μετά θα σας χαϊδέψω όλες, κληρονομιά μου αξούριστη!
Γιατί τελικά, η αγάπη και η καλοσύνη επιστρέφουν με τον πιο αναπάντεχο τρόπο· αυτό που κάνουμε για τους αδύναμους δίνει νόημα και στη δική μας ζωή.


