Δεν είμαστε σκουπίδια, αγόρι μου. (Διήγημα)

Δεν είμαστε σκουπίδια, παιδί μου. (Όνειρο)

Μπαμπά, είπα όχι. Δεν με ακούς; Αυτή η παλιατζούρα πρέπει να πάει στα σκουπίδια, όχι να τη φέρνεις μέσα στο σπίτι!

Η φωνή του γιου ήρθε από ένα μακρινό μέρος, σχεδόν σαν να κυλούσε από τους τοίχους, σαν να φυσούσε μέσα από τα φύλλα της λεμονιάς στην αυλή. Η Ελευθερία στεκόταν ακίνητη πάνω από μια κατσαρόλα φασολάδα που έβραζε, το κουταλάκι κρεμόταν στον αέρα σαν κολλημένο. Μια σταγόνα έπεσε πάνω στο μάτι της κουζίνας, αχνίζοντας έναν ήχο σαν ψίθυρο από άλλο κόσμο. Γύρισε και είδε τον σύζυγό της, τον Μανώλη, να στέκεται πάνω στο κατώφλι της αποθήκης, με έναν παλιό καρέκλα στα χέρια, η μπογιά ξεβαμμένη, τα πόδια σκαλιστά σαν να είχε ξεπηδήσει από εποχή μακρινή, από κάποιο αρχοντικό της δεκαετίας του 60. Ο Πάρης είχε στηρίξει τα πόδια του ανοιχτά, μπλοκάροντας τη δίοδο τα χέρια του μπλεγμένα στο στήθος, σαν τον Σάτυρο στο μύθο του Αριστοφάνη.

Πάρη, ψιθύρισε η Ελευθερία, σκουπίζοντας τα χέρια της στην ποδιά, αυτή δεν είναι παλιατζούρα. Ο πατέρας θα τη φτιάξει, κοίτα τι ωραία γλυπτά έχει πάνω…

Μαμά, μην αρχίζεις τώρα, ο Πάρης ούτε που την κοίταξε. Μπαμπά, σου μιλάω ήρεμα. Είσαι εβδομήντα δύο. Δεν πρέπει να σηκώνεις βάρη. Ξέχασες τι είπε ο γιατρός μετά τα καρδιακά;

Ο Μανώλης δεν μιλούσε. Τ άσπρα του δάχτυλα κρατούσαν γερά την πλάτη της καρέκλας. Με αργές, βαρύγδουπες κινήσεις, την άφησε κάτω. Η Ελευθερία είδε τη φλέβα να τρεμοπαίζει στον κρόταφό του όποτε συγκρατιόταν, πάντα.

Δεν τη σήκωσα, είπε, κάπως άτονα. Ο Γιώργος με βοήθησε, από το δίπλα σπίτι. Μαζί τη φέραμε.

Και τι σημασία έχει; ο Πάρης σήκωσε το χέρι. Το θέμα είναι ότι κάνατε το σπίτι μπαζάρ. Κοίτα εκεί, τρεις μπουφέδες. Στην αποθήκη άλλα δύο. Οι τενεκέδες με το βερνίκι, τα πινέλα, τα παλιά υφάσματα όλα παντού. Μαμά, καταλαβαίνεις ότι είναι κίνδυνος πυρκαγιάς;

Η Ελευθερία πλησίασε τόσο κοντά που μπορούσε να μυρίσει τον παλμό στο λαιμό του Μανώλη, να νιώσει τα δάση του ξύλου και της λαδομπογιάς μυρωδιές που αναπηδούσαν από την παιδική της ηλικία, όταν ο παππούς της έκαμνε ολόκληρες βιβλιοθήκες στο υπόγειο, πάντα παρέα με ραδιόφωνο χαμηλό. Από τότε που ξεκίνησαν μαζί με τον Μανώλη, πριν έξι μήνες, την αποκατάσταση των παλιών επίπλων, εκείνη ένιωσε σα να ξαναγεννιέται. Όπως σε όνειρο που αναποδογυρίζει τον χρόνο.

Πάρη μου, φώναξε ήπια, καταπνίγοντας τη φωνή που ανέβαινε, είμαστε προσεκτικοί. Το βερνίκι έξω στη σιδερένια ντουλάπα. Όταν πιάνει αέρας, δουλεύουμε μόνο. Τίποτε δεν μυρίζει μέσα.

Μαμά, δεν είναι αυτό το θέμα, ο Πάρης τραβούσε το κινητό από την τσέπη, το φως του σαν γλυκό ψέμα. Κοίτα, λέει η Πυροσβεστική, τόσες και τόσες πυρκαγιές σε σπίτια ηλικιωμένων, από εύφλεκτα υγρά. Θέλεις να μπείτε στα στατιστικά;

Πάει πολύ, ο Μανώλης πλησίασε ένα βήμα. Μη ξεχνάς, σαράντα πέντε χρόνια μηχανικός ήμουνα. Την ασφάλεια την ξέρω απέξω κι ανακατωτά.

Τριάντα χρόνια πίσω, μπαμπά, ο Πάρης άφησε το κινητό, το βλέμμα καρφί. Τώρα είσαι συνταξιούχος με ευπαθή υγεία. Δεν χρειάζεται στατιστικά· απλώς μπαίνετε σε περιπέτειες.

Δεν παίζουμε, ένιωσε η Ελευθερία κόμπο στο λαιμό εκείνο τον κόμπο του ξηρού αέρα με βράχια. Ζούμε. Χαιρόμαστε. Μας δίνει χαρά. Μπορείς να καταλάβεις;

Τώρα ο Πάρης γύρισε και την κοίταξε απευθείας το βλέμμα του ψυχρό, σαν γαρύφαλλο βρεγμένο. Είχε κάτι από συμπόνια και εκνευρισμό, λες κι εκείνη ήταν ένα μικρό κορίτσι ανίκανο να συλλάβει τα αυτονόητα.

Μαμά, απλώς βαριέστε, μίλησε αργά, σαν δάσκαλος με πρωτάκι, να σας γράψω κάπου να πηγαίνετε, σε λέσχη ενηλίκων; Να πάμε μαζί σε κανένα θέρετρο; Σε spa;

Δεν βαριόμαστε, κόλλησε ο Μανώλης. Εδώ θέλουμε να μείνουμε. Στη δουλειά μας.

Ποια δουλειά, μπαμπά; γέλασε ο Πάρης, να φέρνεις σαβούρες, να τις αλείφεις με βερνίκι και να τις βάζεις στη γωνία; Αυτό είναι έργο; Πώς να το ονομάσω;

Πάρη, η φωνή της Ελευθερίας έβρασε, έτσι μιλάς στον πατέρα σου;

Απλά, μαμά. Κάποιος πρέπει να λέει τα πράγματα στη θέση τους. Εσείς ζείτε σε άλλο σύμπαν, κι εγώ να μαζεύω τ απομεινάρια.

Ποια απομεινάρια; ο Μανώλης ασπάστηκε το χρώμα του γύψου. Τι λένε οι αριθμοί σου;

Ο Πάρης σώπασε. Έτριψε τη μύτη του, βαριεστημένος. Ύστερα, με φωνή σαν σκιά στης αυλής το δένδρο, είπε:

Πάμε ήρεμα. Είμαι υπέρ να κάνετε πράγματα. Αλλά με σύνεση. Σκέφτηκα να πουλήσουμε το σπίτι. Κοντά μου, πάρτε ένα δυάρι στα Εξάρχεια ή κανένα στο Παγκράτι. Τα υπόλοιπα ευρώ θα τα δώσω της Δήμητρας για σπουδές.

Η Ελευθερία δεν αναγνώριζε τον γιο της. Ένα ξένο πλάσμα μα πάλι ο Πάρης της, που φρόντιζε καθημερινά τόσα χρόνια, διάβασε μαζί της το πρώτο του βιβλίο, τον πέρασε από το χέρι στο γυμνάσιο, έτρεξε τις νύχτες που ανέβαζε πυρετό. Τώρα μιλούσε για σαράντα χρόνια ζωής, για το σπίτι τους, σα νά ταν γραμματόσημο σε συμβόλαιο και τίποτε παραπάνω.

Πάρη, τρέμει η φωνή, είναι το σπίτι μας. Είμαστε καλά εδώ.

Νομίζετε ότι είστε καλά, απαντά, μα δεν βλέπετε τους κινδύνους. Θέλω ασφάλεια για εσάς.

Θέλεις ν απομείνουμε σε τέσσερις τοίχους και να περιμένουμε το τέλος, ο Μανώλης φώναξε, αυτό θέλεις.

Μην λες κουταμάρες. Θέλω να είστε υγιείς, να ζείτε καλά.

Είμαστε ευτυχισμένοι εδώ! η κραυγή σκίζει σαν φύλλο μουριάς το δωμάτιο το σιγανό φως της κουζίνας κοσμεί τις παγωμένες κινήσεις. Ευτυχισμένοι με το ξύλο κάτω από τα δάχτυλα. Με τα έπιπλα, τα καλογυαλισμένα, το μυαλό να δημιουργεί, να λέει δεν τέλειωσε ακόμα. Είμαστε ζωντανοί!

Ο Πάρης γκριζάρει, τα χείλη του τρέμουν. Γυρίζει και περπατά προς το σπίτι η σκιά του σέρνεται σαν πεσμένο αγγείο.

Αυτό ήταν, φωνάζει με μια φλέβα που μετρά τα λεπτά, θα τα ξαναπούμε για το θέμα.

Η Ελευθερία μένει να τον κοιτάζει να χάνεται, ύστερα στρέφει το βλέμμα της στον άντρα της. Ο Μανώλης κρατά τα μάτια καρφωμένα στον καρέκλα που γέρνει ακόμα στο πάτωμα ώμοι χαμηλωμένοι σαν σπασμένο άγγελμα. Τον πλησιάζει, τον αγκαλιάζει από τη μέση. Εκείνος την κρατά, τρέμει ολόκληρος.

Μην στεναχωριέσαι, Μάνο, ψιθυρίζει στ αυτί του. Δεν καταλαβαίνει, όχι με κακία.

Δεν καταλαβαίνει, μουρμουρίζει, σαράντα πέντε χρονών κι ακόμα δεν…

Στέκονται σφικτά μαζί, τα σώματα σαν ρίζες δέντρων που αγκάλιασαν η μια την άλλη όταν πέρασε καταιγίδα.

Ύστερα ο Μανώλης σηκώνει τον καρέκλα, την πάει ξανά στην αποθήκη.

Θα φτιάξω τη σκέλη. Ό,τι και να λέει, εγώ θα το τελειώσω.

Η Ελευθερία γνέφει, μπαίνει στο σπίτι. Ο φασουλοσουπα έχει πια κρυώσει στην κατσαρόλα. Κλείνει το μάτι, και ακουμπά το μέτωπο στο ψυγείο. Από τη σάλα ακούει τη φωνή του Πάρη, ευθύ, γρήγορο ρυθμό, γεμάτο τετραγωνικά μέτρα, επιτόκια δανείου, συμφωνίες όλα μακρινά, σαν ασήμαντα.

Το βράδυ τρώνε σιωπηλοί. Ο Πάρης καταπίνει βιαστικά, ο Μανώλης σχεδόν δεν αγγίζει το φαγητό του. Η Ελευθερία προσπαθεί να ακούσει λέξεις, να πιάσει κλωστές για γέφυρα ρωτά για τη Δήμητρα, για την Κλεοπάτρα, τη δουλειά. Ο Πάρης απαντά μονολεκτικά.

Το φως αγγίζει τους ώμους, σκιάζει τα μάτια. Ο Μανώλης σηκώνεται και φεύγει στην αποθήκη.

Να μην πας απόψε, Μάνο μου; η Ελευθερία αγγίζει τον ώμο του.

Το χρειάζομαι, Λεύτερη, τη φιλά στο κρόταφο κι απομακρύνεται.

Ο Πάρης μένει σιωπηλός. Ύστερα τη βλέπει στα μάτια.

Πεισματάρης. Κι εσύ. Δεν ακούτε τίποτα.

Η Ελευθερία κάθεται απέναντι, τα μάτια της βυθίζονται στα δικά του.

Πάρη, ζωή μας είναι αυτή όχι πείσμα. Τόσα χρόνια δούλευε ο μπαμπάς στο εργοστάσιο, εγώ στη βιβλιοθήκη, κάθε μέρα, κάθε εποχή. Σένα μεγαλώσαμε, αποταμιεύαμε για τις σπουδές, βοηθήσαμε νά χεις σπίτι. Τώρα έχεις δική σου οικογένεια και έμεινε το σπίτι άδειο. Μόνοι.

Δεν ανταποκρίνεται, το πρόσωπο ακίνητο.

Ύστερα, ο μπαμπάς βρήκε στην άκρη του δρόμου ένα μπουφέ. Έμοιαζε πεθαμένος αλλά ο μπαμπάς τον έτριψε, τον έγλυψε, του έβαλε βερνίκι. Έγινε καινούριος. Νιώσαμε ξαφνικά ζωντανοί, χρήσιμοι, πως τα χέρια μας, το μυαλό μας ακόμα μπορούν να φτιάξουν. Αυτό δεν καταλαβαίνεις Πόσο σημαίνει.

Ο Πάρης σωπαίνει. Ύστερα σιωπηλά:

Τα βλέπω, μα εγώ βλέπω κινδύνους που εσείς δεν βλέπετε. Και πώς γερνάτε. Μετά το έμφραγμα του μπαμπά. Εσύ πάλι με πίεση. Σπίτι μακριά από το κέντρο, κανείς δίπλα. Κι άμα

Δεν θα συμβεί τίποτα. Είμαστε γεροί. Μόνοι φροντίζουμε τον εαυτό μας. Κανένας ανάπηρος εδώ.

Θέλω να έχετε υποδομές γύρω γιατρό, μαγαζί, φαρμακείο. Χωρίς ξύλα, χωρίς τζάκια…

Έχουμε φυσικό αέριο. Τζάκι μόνο για τη σάουνα.

Δεν έχει σημασία. Ζορίζετε τον εαυτό σας. Κι εγώ αγχώνομαι, η Δήμητρα αγχώνεται, κι η Κλεοπάτρα.

Η Ελευθερία καταλαβαίνει πως δεν ακούει. Έχει μια εικόνα δική του: οι γονείς του σε διαμέρισμα, υπό πλήρη έλεγχο, χωρίς πάθη, χωρίς αυθορμητισμό. Βολικοί.

Να μην το συζητήσουμε απόψε. Ξεκουράσου. Αύριο μιλάμε ξανά.

Ο Πάρης φεύγει στο πρώην παιδικό του δωμάτιο. Η Ελευθερία μαζεύει το τραπέζι, κάνει τα πιάτα. Μετά ρίχνει επάνω της μια ζακέτα και πάει στην αποθήκη.

Ο Μανώλης τρίβει αργά την καρέκλα με γυαλόχαρτο· μια λάμπα ρίχνει κοινότυπο φως στη μισή φιγούρα του. Η Ελευθερία βάζει τα χέρια της στους ώμους του.

Θα βγει όμορφη, λέει.

Πρέπει να κολλήσω αυτό το πόδι, ούτε που τη βλέπει.

Ησυχία. Τότε η Ελευθερία λέει:

Μήπως να τον ακούσουμε λίγο; Μήπως όντως τα πολλά έπιπλα δεν χρειάζονται; Να αφήσουμε λίγα, τ άλλα…

Ο Μανώλης αφήνει το γυαλόχαρτο, τα μάτια του σκοτεινά.

Αν υποχωρήσουμε τώρα, αύριο θα μας πει να μην σκάβουμε κήπο, να μην πάμε για μανιτάρια, να πουλήσουμε το σπίτι. Και μετά; Θα καθόμαστε στο μπαλκόνι και θα ταΐζουμε περιστέρια, μέχρι να μας επισκεφτεί μια φορά το μήνα;

Η Ελευθερία ξέρει ότι έχει δίκιο, αλλά ο πόνος μες στο στήθος της μένει.

Κι αν φύγει θυμωμένος; Αν μείνει το τείχος ανάμεσά μας;

Θα ζήσουμε, λέει ο Μανώλης. Συνεχίζουμε τη δουλειά μας. Ό,τι θέλει, ας πιστεύει.

Την επόμενη μέρα ο Πάρης φεύγει, φορτωμένος μια σιωπή που τρέμει στον αέρα, αφήνοντας πίσω του κουτάκια μισόφαγα συναισθήματα. Ο Μανώλης βγαίνει στο μπαλκόνι, η Ελευθερία μένει να σπάει το πιάτο στον νεροχύτη. Κάθεται στο πάτωμα, μαζεύει τα κομμάτια, κι αφήνει τα δάκρυα να κυλούν.

Τι έπαθες; ο Μανώλης τη σηκώνει· την αγκαλιάζει.

Δεν κόπηκα, λέει. Πονάει όμως.

Άσ τον να φύγει. Μια χαρά είμαστε μόνοι.

Δεν είμαστε, Μάνο. Είναι παιδί μας… πώς να είμαι καλά χωρίς αυτόν;

Εκείνος ζει τη ζωή του. Δεν θα γίνουμε σκιά γι αυτόν.

Ούτε αυτός για εμάς;

Ησυχία.

Απλά σεβασμό ζητάμε. Όχι να μας διατάζει.

Και πάει να δουλέψει. Εκείνη πλένει τα μάτια στα δάκρυα, σκάβει τον κήπο. Ούτε ραδιόφωνο ούτε τηλεόραση. Μόνο τα πουλιά και ο αέρας στις ελιές· μόνο τα χέρια που ξέρουν τι να κάνουν.

Έτσι περνούν οι εβδομάδες, οι μήνες. Ο Πάρης δεν τηλεφωνεί· απαντά ψυχρά όταν τον καλεί η μάνα του, λέει πως είναι απασχολημένος στα γραφεία, βιαστικός, λογιστικός.

Η Ελευθερία και ο Μανώλης συνεχίζουν· τα ξύλα, τα έπιπλα, τα γυαλοχαρτα, τα βερνίκια κι η ζωή, μια ύλη επίμονη που δεν δαμάζεται. Δεν θέλουν, δεν μπορούν να τα αφήσουν. Τους κρατά ζωντανούς.

Μια ανοιξιάτικη μέρα, ο Πάρης τους τηλεφωνεί: θα έρθω το Σάββατο, πρέπει να μιλήσουμε. Αγωνία, το στομάχι σφιγμένο σε κόμπο ρακί.

Στο όνειρο η βροχή κυλά αργά, τα γέλια των γειτονικών παιδιών είναι υπόκωφα. Ο Πάρης μπαίνει στο σπίτι, τα βήματά του στον διάδρομο αντηχούν όπως ο ήχος του κουδουνιού σε παλιό σχολείο· το βλέμμα του βαρύ.

Βρήκα αγοραστή για το σπίτι. Καλή τιμή. Με τα χρήματα, αγοράζετε δυάρι στα Μετς κοντά μου. Τα υπόλοιπα τα βάζουμε στην άκρη για τη Δήμητρα ή για σας στην ανάγκη.

Τ αυτιά της Ελευθερίας βουίζουν. Οι ήχοι από τη βροχή στην ασφάλτινη ταράτσα, το τικ τακ στο ρολόι όλα βυθίζονται. Ο Μανώλης τρέμει κι απαντά κρύα.

Εσύ διαλέγεις για μας;

Είναι καλό για όλους.

Για σένα;

Όλους, μπαμπά. Η οικογένεια πάνω απ όλα. Δεν έχει άλλο νόημα.

Θυμάσαι την οικογένεια όταν πρέπει να μας πετάξεις έξω;

Δεν διώχνω· προτείνω λύση.

Εσύ διατάζεις, η φωνή του Μανώλη βαραίνει, εσύ πετάς τα πράγματά μας. Εσύ κάνεις κουμάντο.

Η Ελευθερία προσπαθεί να τους φέρει κοντά, ρίχνει στη σιωπή κεράσματα, τσάι, σπιτικά γλυκά, αλλά η αυλή βαραίνει. Η ζωή γίνεται θολό νερό πίσω από το σπασμένο τζάμι της μνήμης.

Ο Μανώλης σηκώνεται, βγαίνει στον βροχερό διάδρομο. «Φτάνει,» λέει και επιστρέφει στο εργαστήριο. Στην αυλή κοχλάζει ο αέρας.

Ο Πάρης την σέρνει τη βαλίτσα του στο αυτοκίνητο. Τα λόγια του πάνε χαμένα. «Ας γίνει ό,τι θέλετε. Μην μου τηλεφωνήσετε αν υπάρξει πρόβλημα. Φροντίστε μόνοι.»

Οι μέρες περνούν χωρίς τηλεφώνημα. Η Ελευθερία κάθεται με τα γράμματα στα γόνατα, στέλνει μηνύματα, δεν παίρνει απάντηση. Μόνο σιωπή.

Ένα πρωί, μια φιγούρα, μια σκιά, λείπει απ την αποθήκη η καρέκλα που αγαπούσε ο Μανώλης έλειπε. Τηλεφώνησαν στον Πάρη.

Πού είναι; ρωτά ο Μανώλης, με τον τόνο του στα όρια του ονείρου.

Την πήγα στα σκουπίδια. Την άλλη φορά, όταν ήρθα. Όταν δουλεύατε στον κήπο.

Η Ελευθερία σωπαίνει, θέλει να φωνάξει, να διαλύσει τον κόσμο. Ο Μανώλης χάνει το χρώμα του.

Ήταν της μάνας μου, ψιθυρίζει. Μόνο αυτή μου έμεινε.

Δεν το ήξερα…

Το τηλέφωνο χτυπά ξανά και ξανά, αλλά κανείς δεν ανταποκρίνεται. Ο Μανώλης, στη σιωπή του δωματίου, χάνει τον κόσμο, κι η Ελευθερία νιώθει το ταβάνι να καταρρέει πάνω στην καρδιά της.

Οι μήνες κυλούν με την αμείλικτη ρουτίνα της επαρχιακής ελληνικής ζωής καρπούζια στο μποστάνι, λεμονιές να στάζουν, ραδίκια να φυτρώνουν όπου λείπουν παλιοί φίλοι.

Ώσπου έναν παράξενα ηλιόλουστο χειμώνα η Δήμητρα τηλεφωνεί: «Ο πατέρας είναι στο νοσοκομείο, τροχαίο, μαμά, έλα.»

Η Ελευθερία αφήνει τα πάντα και τρέχει στην πόλη. Το νοσοκομείο αφιλόξενο, οι διάδρομοι γλιστρούν σαν ψάρια στο νερό. Ο Πάρης με μελανιές, χτυπήματα· ζητά συγγνώμη με μάτια βουρκωμένα.

Μαμά, με συγχωρείς; Πες το και στον πατέρα. Θα φτιάξω δική μου καρέκλα, να του τη φέρω. Πραγματικά μετάνιωσα.

Ο Μανώλης τηλεφωνιόντας, ακούει τα λόγια της Ελευθερίας. Διστάζει ακόμα, βαθιά πληγωμένος.

Ας γίνει καλά. Ύστερα τα λέμε.

«Ίσως, ίσως,» λέει η Ελευθερία. «Θα περάσει κι αυτό.»

Η ζωή συνεχίζει, οι εποχές ξετυλίγονται με το αέρα που παίζει στα κυπαρίσσια. Ο Πάρης εν τω μεταξύ μαθαίνει ξυλουργική, αγοράζει παλαιό σκαλιστό καρέκλα, την αποκαθιστά με τα ίδια του τα χέρια.

Την Άνοιξη, καταλαβαίνοντας την αξία του σεβασμού στην ανθρώπινη πορεία χωρίς χτυπήματα, δίχως επιβολές ο Πάρης επιστρέφει στο πατρικό, με τη νέα καρέκλα στα χέρια.

Μπαμπά, αυτή τη φορά ήρθα με ταπεινότητα. Δικό μου έργο· προσπάθησα να σε τιμήσω. Συγγνώμη.

Ο Μανώλης για λίγο δεν μιλά. Λόξα στον αέρα, μαλακώνει το βλέμμα.

Καλοδουλεμένη. Για να δούμε…

Η Ελευθερία γνωρίζει ότι ο πόνος μένει σαν ουλή, αλλά είναι έτοιμη να γίνει δέρμα του σπιτιού. Η Άνοιξη μπαίνει στο σπίτι, τα μπαλκόνια λούζονται σε πορτοκαλί φως. Στην αυλή αντηχούν σπουργίτια.

Καθισμένοι το σούρουπο, με τη ματιά στραμμένη πέρα από τους λόφους, δεν λένε πια τίποτα σπουδαίο· μόνο αφήνουν τη σιγή να γίνει γέφυρα, κάνουν όνειρα για το επόμενο κομμάτι ξύλο, το επόμενο έργο ζωής, κι αφήνουν την κάθε μέρα να τους ταξιδεύει εκεί, που το όνειρο γίνεται μορφή, κι η μορφή ευλογία.

Γιατί δεν είμαστε σκουπίδια, παιδί μου. Είμαστε άνθρωποι με χέρια που δουλεύουν ακόμα, καρδιές που χτυπούν, και μνήμες που κανείς δεν μπορεί να ξεφλουδίσει, όσο κι αν φυσάει ο καιρός.

Oceń artykuł
Δεν είμαστε σκουπίδια, αγόρι μου. (Διήγημα)