Δεν είμαι το δωρεάν εστιατόριό σας! είπε η μητέρα, υποδεχόμενη τα παιδιά της στην είσοδο.
Η Κατερίνα Παπαδοπούλου ετοιμάζεται αυτό το Σάββατο για μία εκδρομή. Πρώτη φορά μετά από δύο χρόνια.
Η φίλη της, η Άννα Καλλιόπη, βρήκε ένα λεωφορείο για ημερήσια εκδρομή στη Μονεμβασιά. Τα εισιτήρια τα είχαν πάρει εβδομάδες πριν, η Κατερίνα μάλιστα αγόρασε και καινούρια σκούφα μπλε, με φουντίτσα, που της πήγαινε πολύ σύμφωνα με τον καθρέφτη του χολ.
Στις οκτώ το πρωί πίνει το τσάι της, όταν χτυπάει το κουδούνι.
Η Κατερίνα μένει να κοιτάει, με την κούπα στο χέρι.
«Όχι, πάλι τα ίδια», σκέφτεται. Το κουδούνι χτυπά ξανά.
Ξανά. Και μετά ακούγεται η φωνή:
Μαμά, άνοιξε, έχουμε τα χέρια μας πιασμένα!
Πίσω από την πόρτα ο γιος της, ο Νίκος με την γυναίκα του την Χριστίνα, τα δυο τους παιδιά, εφτά και εννιά ετών, και τέσσερις τσάντες. Λες και ήρθαν να ξεχειμωνιάσουν, όχι για δυο μέρες.
Μαμά, μας έκοψαν το νερό, λέει ο Νίκος, λες και μεταφέρει κρατική ανακοίνωση. Μπορούμε να μείνουμε δυο μέρες;
Η Κατερίνα κοιτάζει τις τσάντες. Ύστερα τα εγγόνια.
Περάστε, απαντά.
Τι άλλο να πει;
Όσο τα παιδιά ξεντύνονται στον διάδρομο κι οι μικροί αμέσως βάζουν την τηλεόραση στη διαπασών, η Κατερίνα πάει κουζίνα. Τα χέρια της μόνα τους ανοίγουν το ψυγείο: αυγά, γιαούρτι, κρεμμύδι. Το μυαλό σκέφτεται το λεωφορείο που φεύγει στις δέκα και το μπλε σκουφάκι με τη φουντίτσα που κρέμεται στη ντουλάπα και μάλλον σήμερα δε θα βγει βόλτα.
Στις δέκα και τέταρτο παίρνει τηλέφωνο η Άννα Καλλιόπη:
Κατερίνα, πού είσαι; Σε πέντε φεύγουμε!
Άννα, δε μπορώ. Ήρθαν τα παιδιά.
Παύση.
Πάλι;
Πάλι.
Η Άννα το αναστενάζει τόσο που σίγουρα ακούγεται μέχρι Μονεμβασιά.
Στις δέκα και μισή, χτυπάει πάλι το κουδούνι. Αυτή τη φορά η κόρη της, η Ελένη, τριάντα εφτά χρονών, διαζευγμένη, με ταξιδιωτική τσάντα στον ώμο και φάτσα που διψάει για μαμαδίστικο φαγητό και συμβουλή, αν και δήθεν «ήρθα απλά για λίγο, έτσι».
Πέρνα, λέει η Κατερίνα.
Και ξεκινά να τηγανίζει μπιφτέκια.
Να πούμε την αλήθεια, δεν είναι η πρώτη φορά. Ούτε η δεύτερη. Ούτε η πέμπτη καν.
Τα παιδιά της Κατερίνας Παπαδοπούλου έρχονται κατά καιρούς. Ο Νίκος συνήθως όταν τους κόψουν νερό ή ρεύμα, ή έχει μικροκαβγά με τη γυναίκα του «μέχρι να ηρεμήσουμε». Η Ελένη χωρίς λόγο. Παίρνει το μετρό και έρχεται.
Η Κατερίνα το ξέρει αυτό. Κι όμως πάντα πάει στη κουζίνα.
Υπάρχουν άνθρωποι που τα πόδια τους πάνε μόνα στον νεροχύτη. Η Κατερίνα είναι τέτοια. Σαράντα χρόνια σε σχολική κουζίνα της έγιναν συνήθεια. Πολύς κόσμος υπάρχει; Ταΐζεις. Δεν υπάρχει; Θα έρθει. Τα χέρια καθαρίζουν πατάτες πριν το μυαλό αποφασίσει αν αξίζει τον κόπο.
Ως το μεσημέρι στην κουζίνα βράζουν τρεις κατσαρόλες κι ένα τηγάνι.
Πατάτες. Μπιφτέκια. Κάποια σούπα με ό,τι βρήκε.
Τα εγγόνια έχουν πια απλώσει τα τουβλάκια στο χαλί. Ο Νίκος μιλά στο τηλέφωνο, περιφέρεται στο σπίτι σημαντικός σαν υπουργός στα διαλείμματα Βουλής. Η Χριστίνα διαβάζει ξαπλωμένη στο υπνοδωμάτιο. Η Ελένη κάθεται στον πάγκο και λέει για τον πρώην τον ίδιο που χώρισε πριν δύο χρόνια, και κάθε φορά τον θυμάται.
Μαμά, γράψε, χθες μου ξαναέγραψε! Τι να θέλει; «Μου λείπεις», μου έγραψε! Μαμά, ακούς;
Ακούω, ακούω, λέει η Κατερίνα, καθώς ανακατεύει τη φασολάδα.
Κάπως.
Τι λες, να του απαντήσω ή να τον γράψω;
Δεν ξέρω, Ελένη.
Όλο αυτό λες! Σε ρωτάω κι αυτό…
Η Κατερίνα δεν απαντά. Μαζεύει τον αφρό από τη σούπα. Θέλει προσοχή.
Στις τρεις, ο Νίκος έρχεται στην κουζίνα.
Μαμά, πότε θα γίνουν τα μπιφτέκια;
Τηγανίζονται.
Γιατί από το πρωί τίποτα δε φάγαμε. Στο δρόμο μόνο καφέ.
Η Κατερίνα γνέφει.
Τρώνε μεγαλόφωνα. Τα εγγόνια αρνούνται τη σούπα, θέλουν μπιφτέκι χωρίς κρεμμύδι παρακαλώ! Η Ελένη χωρίς ψωμί, δίαιτα ξανά. Ο Νίκος ζητάει δεύτερη μερίδα. Η Χριστίνα μπαίνει από το υπνοδωμάτιο, δηλώνει ότι δεν πεινάει αλλά εντέλει παίρνει κι αυτή ένα μπιφτεκάκι.
Μετά το φαγητό, ο Νίκος αράζει στον καναπέ. Η Ελένη πάει να λουστεί. Τα εγγόνια ξανασκορπίζουν τα τουβλάκια αλλού.
Η Κατερίνα πλένει τα πιάτα και χαζεύει έξω από το παράθυρο. Απέναντι κάθεται η γειτόνισσα, η Ευγενία Μαραγκού, με την οποία πάνε μαζί περπάτημα κάθε Τετάρτη. Η Ευγενία λιάζεται χαλαρή. Χωρίς μπιφτέκια, χωρίς άπλυτα πιάτα.
Η Κατερίνα αναστενάζει και πιάνει την επόμενη κατσαρόλα.
Προς το βραδάκι, όταν όλα είχαν φαγωθεί και η κουζίνα καθαριστεί και τελειώνει και το σκούπισμα μετά τα εγγόνια κάθεται για λίγο να ξεκουραστεί. Τότε εμφανίζεται ο Νίκος στην πόρτα.
Εμφανίζεται χορτάτος, άνετος, με τη μπλούζα τσαλακωμένη.
Μαμά, έχουν μείνει άλλα μπιφτέκια; Να τσιμπήσω;
Η Κατερίνα τον κοιτά.
Υπήρχαν τρία, τα είχε βάλει στην άκρη να φάει αργότερα. Αλλά ο γιος… Τότε κάτι μέσα της αλλάζει.
Κοιτά τον Νίκο. Και σκέφτεται το μπλε σκουφάκι με τη φουντίτσα. Τη Μονεμβασιά που δεν πήγε. Το λεωφορείο που έφυγε δέκα παρά. Την Άννα και τη Βέρα που τώρα χαζεύουν φωτογραφίες και τρώνε παραδοσιακά σκαλτσούνια.
Και τα μπιφτέκια.
Μαμά; ξαναλέει ο Νίκος Με ακούς;
Η Κατερίνα ακουμπάει την κούπα στο τραπέζι.
Βγάζει ήσυχα την ποδιά. Τη διπλώνει, τη βάζει στην καρέκλα.
Η Ελένη στο τραπέζι γράφει στο κινητό. Από το σαλόνι ουρλιάζει η τηλεόραση με παιδικό, κάπου στη γειτονιά φωνάζει ένας κακός ήρωας όσο δυνατά γίνεται. Η Χριστίνα πάει προς το μπάνιο, ρίχνει μια πετσέτα κάτω και την αφήνει.
Η πετσέτα μένει στο πάτωμα του διαδρόμου.
Μαμά; ο Νίκος κάνει ένα βήμα μπρος-πίσω. Τι έπαθες;
Κι εκεί η Κατερίνα μιλά.
Με ήρεμη φωνή, αυτού που σκέφτεται καιρό τι έχει να πει και όλο το ανέβαλε:
Δεν είμαι το δωρεάν σας εστιατόριο. Ούτε ξενοδοχείο.
Στην κουζίνα γίνεται ησυχία. Ακόμα κι ο κακός στην τηλεόραση σταματά για λίγο.
Η Ελένη σηκώνει το κεφάλι.
Ο Νίκος μένει με ανοιχτό στόμα.
Σήμερα το πρωί, λέει η Κατερίνα θα πήγαινα στη Μονεμβασιά με την Άννα και τη Βέρα. Εισιτήρια από τον Φλεβάρη. Αγόρασα μπλε σκουφάκι. Κρέμεται στη ντουλάπα. Το λεωφορείο έφευγε στις δέκα. Στις εννιά χτυπάτε εσύ με την οικογένεια. Στις έντεκα ήρθε η Ελένη.
Όλοι σιωπούν.
Δεν πήγα πουθενά συνεχίζει η Κατερίνα. Πήγα στην κουζίνα. Γιατί έτσι πάντα: τα εγγόνια θέλουν μπιφτέκια, η Χριστίνα κάτι ελαφρύ. Εσείς όλοι θέλετε να φάτε.
Παύση.
Έχω κι εγώ ζωή λέει η Κατερίνα Παπαδοπούλου. Δεν το σκέφτεστε. Δε σας κατηγορώ. Συνήθεια είναι. Σας κατάφερα μόνη μου. Αλλά όχι σήμερα.
Όχι τι; ψιθυρίζει η Ελένη.
Να μαγειρέψω. Να σας εξυπηρετήσω.
Ο Νίκος την κοιτάει σαν να αλλάζει ο κόσμος γύρω του. Αργά και δύσκολα, σα ντουλάπα που τρίζει.
Δεν το κάναμε από κακία, μαμά.
Ξέρω. Αυτό είναι το χειρότερο λέει η Κατερίνα. Αν ήταν από κακία θα το ξέρατε. Εσείς όμως από συνήθεια. Σαν το ψυγείο: ανοίγετε, πάντα κάτι έχει.
Στο σαλόνι τα παιδιά βλέπουν ακόμη κινούμενα σχέδια. Ο κακός χαχανίζει, ύστερα ησυχάζει.
Η Κατερίνα παίρνει την τσάντα, το πανωφόρι, το μπλε σκουφάκι.
Πού πας; ρωτάει ο Νίκος.
Στην Άννα. Μόλις γύρισαν, πίνουν τσάι και βλέπουν φωτογραφίες. Με περιμένουν.
Το βράδυ;
Η Κατερίνα τον κοιτά με αυτό το βλέμμα που μαλακώνει ακόμα και έναν σαραντάχρονο άντρα.
Έχει αυγά, μακαρόνια, τυρί στο ψυγείο. Ψωμί στη φρατζολιέρα. Έχετε χέρια. Κουζίνα είναι, όχι διαστημόπλοιο.
Βάζει το πανωφόρι, κουμπώνει, βάζει το σκουφί.
Βάζει το φουντάκι στη θέση του και βγαίνει.
Μέσα μένουν τέσσερις ενήλικες, δυο παιδιά, άθικτη τηγανιά και τρία μπιφτεκάκια που κράτησε η Κατερίνα για τον εαυτό της. Η πετσέτα ακόμα στο πάτωμα.
Ο Νίκος προς στιγμήν το κοιτά, μετά σκύβει και τη σηκώνει.
Η Κατερίνα γυρίζει σπίτι στις έντεκα παρά.
Στης Άννας πέρασε όμορφα. Μέντα τσάι, μανιάτικα παξιμαδάκια, κινητό με φωτογραφίες ο πέτρινος βράχος, τα μαγαζάκια, η Βέρα δοκιμάζει ρακόμελο και παριστάνει ότι είναι αναψυκτικό. Η Κατερίνα χαμογελά. Θα πάει κι εκείνη μια μέρα. Άννα ήδη σχεδιάζει επόμενο τουρ.
Το μπλε σκουφί με τη φουντά βρίσκεται δίπλα στον καναπέ. Το φόρεσε τελικά. Όχι στη Μονεμβασιά, αλλά κάπου.
Το κλειδί μπαίνει με ευκολία στην πόρτα.
Στην είσοδο όλα μαζεμένα. Οι μπότες των εγγονών στη σειρά. Η πετσέτα εξαφανίστηκε.
Η Κατερίνα αφήνει το πανωφόρι, περνά στο διάδρομο.
Η κουζίνα φωτισμένη.
Στέκεται στην πόρτα.
Ο Νίκος στο νεροχύτη πλένει κατσαρόλα. Προσεκτικά, σα να το κάνει πρώτη φορά, αλλά θέλει να τα καταφέρει καλά. Στην εστία, κατσαρολάκι έβρασαν μακαρόνια, λίγο παραβρασμένα, μα είναι κάτι. Στο τραπέζι, πιάτα στη στοίβα, πλυμένα.
Η Ελένη κάθεται κι αυτή.
Τα εγγόνια φαίνεται κοιμούνται επιτέλους.
Ο Νίκος γυρίζει όταν ακούει βήματα.
Μαμά, δε σκεφτήκαμε πόσο δύσκολο είναι για σένα, λέει.
Η Κατερίνα χαζεύει την κατσαρόλα στα χέρια του. Τα πιάτα στη στοίβα. Την Ελένη.
Τίποτα το εξαιρετικό.
Κι όμως, η Κατερίνα Παπαδοπούλου που σαράντα χρόνια τάιζε κόσμο χωρίς να ζητήσει ευχαριστώ, νιώθει ξαφνικά τα μάτια της να τσούζουν. Κι όλο γι αυτή την κατσαρόλα
Κάθισε, μαμά, λέει η Ελένη. Σου κρατήσαμε.
Ένα πιάτο, σκεπασμένο, στην άκρη.
Η Κατερίνα κάθεται.
Ανοίγει το καπάκι. Μακαρονάδα με τυρί. Λίγο κολλημένη, λίγο κρύα. Το τυρί τριμμένο στα γρήγορα.
Παίρνει το πιρούνι.
Κι ήταν, αλήθεια, τα πιο νόστιμα μακαρόνια των τελευταίων χρόνων. Ποιος να το έλεγεΚοιτάζει τον Νίκο κι εκείνος χαμογελά αμήχανα, με ίχνος περηφάνιας. Η Ελένη της σκουπίζει διακριτικά το χέρι. Η κουζίνα είναι ήσυχη, ζεστή. Για πρώτη φορά, κανείς δεν βιάζεται ούτε το φαγητό, ούτε τα λόγια.
Καλή μας όρεξη, ψιθυρίζει η Κατερίνα, και για μια στιγμή θυμάται σαν όνειρο παλιό, εκείνη τη μέρα που για πρώτη φορά έφτιαξε μακαρόνια μόνη της σαν κορίτσι. Το ίδιο άγχος, την ίδια ανυπομονησία, την ίδια μικρή περηφάνια.
Και ξέρει: σήμερα, κάτι άλλαξε.
Τα παιδιά της την κοιτούν αλλιώς. Σαν να την βλέπουν όχι μόνο μαγείρισσα· μα μητέρα, γυναίκα, άνθρωπο που μπορεί να χάσει μια εκδρομή, αλλά τελικά, μπορεί και να τις κερδίσει όλες.
Μέσα στη σιγαλιά, παίρνει μια μικρή πιρουνιά, χαμογελάει, και νιώθει γεμάτη όσο ποτέ. Με μια υπόσχεση αναπάντεχη να αιωρείται στην κουζίνα πως αύριο, τα φαγητά θα τα μοιραστούν όλοι μαζί· και η ζωή επίσης.
Έξω χαμηλώνει το φως, η οικογένεια μαζεύεται κοντά σαν σε παλιό τραπέζι, και η Κατερίνα, φορώντας ακόμα το μπλε σκουφί της, αφήνει το πρώτο ξεκούραστο γέλιο που είχε βγει ποτέ τόσο αβίαστα απ τα χείλη της.





