«Δεν ήθελα παιδί!» – είπε ο Αλέξης στη γυναίκα του μέσα στον καυγά, χωρίς να ξέρει ότι ο γιος τους στεκόταν πίσω από την πόρτα. (Διήγημα)

Δεν ήθελα παιδί! φώναξα στην Ειρήνη μέσα στον καβγά, χωρίς να ξέρω πως ο μικρός μας στεκόταν πίσω από την πόρτα. Τώρα, γράφοντας τα παρακάτω, προσπαθώ να καταλάβω πώς φτάσαμε ως εδώ.

Ήταν περασμένη μία τη νύχτα όταν άνοιξα την πόρτα του σπιτιού μας στο Παγκράτι και μπήκα, βαρύς, μέσα στη σιωπή. Η Ειρήνη ήταν στην κουζίνα, ανακατεύοντας τον κρύο πια σπανακόρυζο που είχε ετοιμάσει ώρες νωρίτερα. Η ώρα στην παλιά ξύλινη ρολογιά χτύπησε, σαν να ήθελε να με συνεφέρει.

Δεν κοιμάσαι; Μου έσπαγαν τα νεύρα πάντα αυτές οι ερωτήσεις. Φταίει δηλαδή που δουλεύω μέχρι αργά; Περίμενα να με καταλάβει, να μη μιλάει. Ήμουν ο άντρας που κουβαλούσε σπίτι τα λεφτά. Ή έτσι νόμιζα.

Η Ειρήνη γύρισε απότομα. Η μυρωδιά πάνω μου κάπου μεταξύ πάμφθηνων after shave και τσιγάρου μάλλον της επιβεβαίωνε τις σκέψεις της. Το είχε καταλάβει. Δεν χρειαζόταν να το πει.

Ο Άγγελος ρωτούσε πού είσαι. Δεν ήξερα τι να του πω.

Μη του λες τίποτα. Δούλευα μέχρι αργά.

Παρασκευή, μια η ώρα; Είχα βαρεθεί τα ίδια και τα ίδια. Ενώ άλλες φορές τα κατάπινα, εκείνη την νύχτα δεν κρατήθηκα.

Έκανα ότι δεν καταλαβαίνω, έπιασα το εμφιαλωμένο στο ψυγείο και ήπια κατευθείαν απ το στόμιο. Την κοίταξα.

Έχεις πάρει τον πατέρα μου τηλέφωνο και του κλαις τα βάσανά σου;

Με πήρε μόνος του ο κύριος Μανόλης. Δεν ξέρω καν πώς να του απαντήσω πια, όταν με ρωτά αν είμαστε οικογένεια ή απλώς συγκάτοικοι.

Ωραία, να έχουμε και τους γονείς μου πάνω απ το κεφάλι μας!

Δεν πάει άλλο, Νίκο. Δεν είμαστε μια κανονική οικογένεια πια.

Δεν απάντησα. Το μόνο που ήθελα ήταν να βγάλω το πουκάμισο, να πάω στο δωμάτιο γραφείου και να την αφήσω να μιλάει μόνη.

Άφησα το μπουκάλι και βγήκα χωρίς να πω κουβέντα. Άκουσα τη φωνή της να τρέμει πίσω μου:

Νίκο, έλα να το συζητήσουμε σαν άνθρωποι. Για εμάς, για τον Άγγελο…

Δεν μπορώ τώρα, είμαι κουρασμένος.

Πότε θα μπορείς; Πότε θα υπάρξει πραγματική συζήτηση ανάμεσά μας;

Τον Άγγελο τον αγαπώ με το δικό μου τρόπο…

Έσφιξα τα χείλη και πέρασα στο δωμάτιο δουλεύοντας, τάχα.

Το επόμενο πρωί έφυγα αξημέρωτα. Όταν ξύπνησα, ο μικρός είχε τρυπώσει στο κρεβάτι και χωμένος δίπλα στην Ειρήνη, ψιθύριζε:

Μαμά, γιατί ο μπαμπάς δεν κάθεται ποτέ μαζί μας;

Η φωνή του ήταν σχεδόν αδιάφορή, λες και είχε συνηθίσει τις απουσίες μου.

Βγήκαν οι δυο τους στην παιδική χαρά στην οδό Φορμίωνος, η Ειρήνη με το μυαλό χαμένο, ο Άγγελος όλο ενέργεια σαν τον παλιό μου εαυτό. Έβλεπα πια τον εαυτό μου μόνο στο παιδί πριν χαθώ στη ρουτίνα και την αποτυχία του γρήγορου ενήλικου βίου.

Οι άλλες μητέρες κουβέντιαζαν, σχολίαζαν άνδρες απόντες, άνδρες που φέρνουν τα λεφτά, αλλά είναι πάντα αλλού, κι η Ειρήνη άκουγε σιωπηλή. Άκουσα τη φράση της κυρά Μαρίας: «Όλοι το ίδιο. Πόσα να αντέξεις;». Και σκέφτηκα: οι άντρες τώρα πια για όλους είμαστε προσωρινά παρόντες· στα τέλη του μήνα, μόνο οι λογαριασμοί μας αναζητούν.

Το βράδυ η Ειρήνη έμεινε στην κουζίνα με φωτογραφίες. Γάμος με κουστούμι νοικιασμένο, εκείνη με απλό λευκό φόρεμα, χαμόγελα αληθινά κι αθώα. Το βλέμμα μου φωτεινό πάνω της, ο μικρός μας τότε νεογέννητος στο μαιευτήριο. Τότε ήμουν άλλος άνθρωπος. Στο μεταξύ το γραφείο, η δουλειά στον θείο Μανόλη, το διαμέρισμα στα Πατήσια ως δώρο να ξεκινήσετε τη ζωή σας κι ύστερα όλα κατρακύλησαν. Από το θα τα καταφέρνουμε μαζί περάσαμε στα θα δούλεψω πιο πολύ. Και μετά… εξαφανίστηκα στην απουσία.

Την Κυριακή η Ειρήνη πήρε την απόφαση να μιλήσει στον πεθερό μου. Της άνοιξε, την καλωσόρισε με πατρική στοργή. Της πρότεινε να πάει για σπουδές πάντα το ήθελε, ποτέ δεν το τόλμησε, καθώς η οικογένεια πρώτα. Δεν πέρασαν πολλά λεπτά και μπήκα στο σπίτι· ο πατέρας μου εκεί, με βλέμμα που δεν σήκωνε πολλές κουβέντες.

Πού ήσουν, Νίκο; Κυριακή…

Δουλειά.

Τέτοια ώρα δουλειά; Κόψε τη κοροϊδία.

Δεν μπόρεσα να το υπερασπιστώ άλλο. Η Ειρήνη κοίταζε κάτω, ο πατέρας μου σκλήρυνε.

Αν συνεχίσεις έτσι, θα χάσεις και τη θέση στη δουλειά και την οικογένειά σου. Εσύ διάλεξες. Εγώ άλλο τους ανθρώπους που αγαπάω δεν τους αφήνω να καταστρέφονται.

Μη λες ανοησίες, πατέρα!

Η ανοησία είναι να βλέπεις το παιδί σου να χάνεται και να μην κάνεις τίποτα. Θα βοηθήσω την Ειρήνη να κάνει ό,τι θέλει, αλλά εσύ, αν συνεχίσεις έτσι, καλή τύχη μόνος σου.

Η ανατροπή ήρθε το ίδιο απόγευμα. Καθίσαμε με την Ειρήνη στην κουζίνα, εγώ ανήσυχος. Η αλήθεια έσταξε σπασμωδικά απ το στόμα μου.

Δεν αντέχω άλλο αυτή τη monotonía! Σαν φυλακή είναι τούτη η ζωή. Θεωρούσες ότι είμαστε οικογένεια. Εγώ… ούτε που ήθελα ποτέ αυτό το παιδί. Ήμουν πιτσιρικάς, μπερδεμένος…

Δεν πρόλαβα να τελειώσω. Ήταν η φράση που έμελλε να με στοιχειώσει.

Στην πόρτα στεκόταν ο Άγγελος, αθόρυβος, με μάτια χαμένα στο κενό. Δεν τόλμησα να γυρίσω να τον κοιτάξω απ την ντροπή.

Δεν με ήθελες, μπαμπά;

Όχι, παιδί μου, απλώς… Δεν ήμουν έτοιμος!

Γιατί δεν παίζεις ποτέ μαζί μου; Γιατί δεν με βλέπεις;

Έχεις δίκιο, Άγγελε. Έχεις δίκιο…

Βγήκε τρέχοντας στο δωμάτιο του. Η Ειρήνη με κοίταξε απελπισμένη. Εγώ σηκώθηκα, πέρασα την πόρτα και χάθηκα νύχτα στους δρόμους της Αθήνας.

Δύο μέρες έλειψα από το σπίτι. Στο κινητό μου, μόνο μηνύματα που ούτε διάβασα. Όταν γύρισα, ήμουν σκιά του εαυτού μου. Η Ειρήνη μιλούσε ήρεμα: «Ο Άγγελος σε χρειάζεται, Νίκο, όχι μονάχα τα ευρώ που φέρνεις στο σπίτι».

Μένω σε φίλο. Ο πατέρας μου με έκοψε απ όλα: μισθούς, προνόμια, το αυτοκίνητο της εταιρείας. Η ίδια η εταιρεία πια δε με ήθελε. Ειρωνία: αρχή από το μηδέν, κουβαλητής σε εργοτάξιο για λίγα ευρώ την ημέρα στα Πετράλωνα. Τα χέρια έτσουζαν, η αξιοπρέπεια ωστόσο έψαχνε θαμμένη πίσω από πολλά ψέματα.

Η Ειρήνη άρχισε σπουδές στο Τμήμα Πολιτισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών, με δάνειο από τον πεθερό. Τα απογεύματα βοηθούσε σε παιδικές γιορτές, συντόνιζε παραστάσεις, ξανάβρισκε χαμόγελο.

Έβλεπα τον Άγγελο τα Σαββατοκύριακα. Πήγαινα να τον πάρω, και εκείνος έτρεχε, με κοίταζε πια αλλιώς. Μια φορά τόλμησα να του πω:

Συγγνώμη, Άγγελε. Έκανα πολλά λάθη.

Κούνησε το κεφάλι του, τα μάτια του γεμάτα προστακτικότητα:

Θέλω απλώς να είσαι μαζί μας, μπαμπά. Να γελάμε, να παίζουμε, όχι να φεύγεις.

Άλλαξα για πρώτη φορά. Έμεινα εκείνο το βράδυ στο σπίτι. Μόνος μου, στον καναπέ. Όχι ως επισκέπτης, αλλά ως πατέρας που είχε χάσει την πυξίδα.

Μέρα με τη μέρα, χωρίς να το καταλάβω, άρχισα να ακούω. Τα απογεύματα με τον Άγγελο έγιναν ολόκληρα απογεύματα εξερεύνησης: χαρταετοί, ποδηλατάδες στον Εθνικό Κήπο, ζωγραφιές, ιστορίες.

Σιγά-σιγά, η Ειρήνη άρχισε να με εμπιστεύεται στα μικρά. Έπειτα στα σημαντικά. Μιλάγαμε πια για τα όνειρά της, για τις γιορτές που διοργάνωνε, για τα δικά μου ζόρια στη νέα δουλειά.

Ένα απόγευμα στην παιδική χαρά, ο Άγγελος ανέβηκε σε μια κούνια και μας φώναξε γελώντας:

Να venite μαζί μου, να παίξουμε όλοι!

Κοιταχτήκαμε με την Ειρήνη και για μια στιγμή ένιωσα την ελπίδα να επιστρέφει, τρομαγμένη μα ζωντανή. Δεν ήμασταν ιδανικοί ούτε τέλειοι. Αλλά αρχίζαμε ξανά απ την αρχή.

Σήμερα γράφω τούτα τα λόγια καθισμένος στο παλιό δωμάτιο του μικρού. Η Ειρήνη διαβάζει στο άλλο δωμάτιο, ο Άγγελος κοιμάται κουρασμένος από το παιχνίδι. Έπρεπε να καταρρεύσω πλήρως για να βρω τον εαυτό μου.

Έμαθα πως η οικογένεια δεν είναι δεδομένη. Είναι επιλογή και προσπάθεια. Η αγάπη, ο σεβασμός, το μοίρασμα: αυτά μετράνε. Όχι τα λεφτά, όχι τα μεγαλεία. Η ουσία είναι να μπορείς να συγχωρείς, να στέκεσαι, να παλεύεις για τους άλλους αλλά και για τον εαυτό σου.

Το μεγαλύτερο μάθημα; Καμία οικογενειακή ευτυχία δεν χαρίζεται. Κάθε μέρα, με κάθε βρεγμένη μπλούζα, κάθε λάθος, κάθε δάκρυ ή γέλιο, χτίζεται απ την αρχή. Κι αν πέσεις; Σηκώνεσαι ξανά. Αν αγαπηθείς, γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος. Αν σου δοθεί δεύτερη ευκαιρία, φρόντισε να την τιμήσεις. Γιατί οι ιστορίες οι πραγματικές, των αληθινών ανθρώπων γράφονται κάθε μέρα, στα απλά, βαριά και ταπεινά. Εκεί, στην καρδιά του ελληνικού σπιτιού.

Oceń artykuł
«Δεν ήθελα παιδί!» – είπε ο Αλέξης στη γυναίκα του μέσα στον καυγά, χωρίς να ξέρει ότι ο γιος τους στεκόταν πίσω από την πόρτα. (Διήγημα)