Το δαχτυλίδι πάνω στο τραπεζομάντηλο
– Όχι, – είπε ο Ανδρέας, και σε αυτή τη μικρή λέξη υπήρχε τόση σημασία που η Νεκταρία σταμάτησε ακριβώς στη μέση του δωματίου, με το σκουλαρίκι στο χέρι. – Δεν θα έρθεις.
Τον κοίταξε. Στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη με το καινούριο του κοστούμι, σκούρο μπλε με διακριτικές ρίγες, που της είχε κοστίσει όσο δυο μήνες μισθό από τότε, είκοσι χρόνια πριν. Η γραβάτα ήταν ήδη δεμένη, τα μαλλιά χτενισμένα με τζελ, κάθε τρίχα στη θέση της. Δεν την κοιτούσε στο είδωλο. Έβλεπε μόνο τον εαυτό του.
– Τι σημαίνει «δεν θα έρθεις»; – ρώτησε η Νεκταρία, πιο ήρεμα απ’ όσο περίμενε.
– Ακριβώς αυτό. Δεν θα έρθεις, τέλος.
Η Νεκταρία άφησε το σκουλαρίκι στο μπουντουάρ. Το δωμάτιο ήταν ακριβόκαι όλα μέσα του ξένα: βαριές κουρτίνες στο χρώμα του οξειδωμένου χαλκού, ένα κρεβάτι με ξύλινο κεφαλάρι, χαλί τόσο απαλό που τα τακούνια χάνονταν μέσα του χωρίς ήχο. Το ξενοδοχείο „Ακρόπολη” ήταν το καλύτερο της Αθήνας. Πρώτη φορά ερχόταν εδώ· πριν τρεις ώρες χαμογελούσε σαν παιδί, ψηλαφούσε παχουλές πετσέτες στο μπάνιο, μύριζε τα μικρά φιαλίδια με το αφρόλουτρο.
Τρία ώρες πριν, όλα ήταν αλλιώς.
– Ανδρέα, – είπε σιγά – συμφωνήσαμε. Αγόρασα φόρεμα. Μου είπες πως το δείπνο είναι σημαντικό, πως ο Σταμάτης Παπαγεωργίου θέλει να γνωρίσει τις οικογένειες των συνεργατών.
– Άλλαξα γνώμη.
– Γιατί;
Την κοίταξε επιτέλους. Στο βλέμμα του υπήρχε κάτι που της έκοψε την ανάσα. Όχι οργή. Κάτι χειρότερο.
– Νεκταρία, κοίτα τον εαυτό σου. Κοίτα.
Στον καθρέφτη έβλεπε μια γυναίκα πενήντα δύο χρονών, με σκούρο πράσινο φόρεμα μέχρι το γόνατο. Διαλεχτό φόρεμα, που το επέλεξε προσεκτικά μαζί με μια πωλήτρια στο Κολωνάκι. Τα μαλλιά, χτενισμένα από τα ίδια τα χέρια της, κάθονταν όμορφα. Το πρόσωπο, καθημερινό, όχι νέο, με μικρές ρυτίδες, αλλά ζωντανό.
– Βλέπω, – είπε.
– Τα χέρια σου, Νεκταρία.
Τα κοίταξε. Δίπλα στο σώμα, μεγάλα χέρια με σκληρό δέρμα στις αρθρώσεις και κάλους στη βάση των δαχτύλων. Τα νύχια της, βαμμένα μπεζ, απλάόχι τα μακρυά φροντισμένα, όπως στις φωτογραφίες από τις εταιρικές εκδηλώσεις που της έδειχνε ο Ανδρέας στο κινητό.
– Τι έχουν τα χέρια μου; – ρώτησε, αν και καταλάβαινε.
– Εκεί θα είναι άνθρωποι. Σημαντικοί άνθρωποι. Σύζυγοι διευθυντών, συνεργατών. Θα το δουν.
– Θα δουν τι;
– Μην παριστάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Τα χέρια σου… μοιάζουν με τα χέρια…
– Εργάτριας; – ψιθύρισε.
Δεν απάντησε. Γύρισε στον καθρέφτη, διόρθωσε τη γραβάτα του, που έτσι κι αλλιώς ήταν τέλεια.
– Δεν θέλω να εξηγώ στους ανθρώπους πού δούλευες και τι έκανες. Είναι άλλος κόσμος, Νεκταρία. Εσύ δεν ταιριάζεις.
– Εγώ δούλευα είκοσι χρόνια για να ταιριάξεις εσύ σ’ αυτόν τον κόσμο, – είπε, και για πρώτη φορά η φωνή της λύγισε, έστω και λίγο. – Δούλευα τριπλοβάρδια όταν σπούδαζες. Έπλενα πιάτα σε ταβέρνα, έπαιρνα ταμείο σε οικοδομή, πουλούσα στη λαϊκή όταν χρειαζόταν να πληρωθεί η σχολή σου. Αυτά τα χέρια πλήρωσαν βιβλία, το πρώτο σου κουστούμι, το πρώτο σου κινητό.
– Το ξέρω. Αλλά τώρα, δεν έχει σημασία.
Στεκόταν ακίνητη, κοιτώντας την πλάτη του μέσα στο ακριβό κουστούμι. Έψαχνε να βρει τον Ανδρέα που ήξερε, εκείνον που το 98 έκλαιγε στον ώμο της όταν ο πατέρας του αρρώστησε και δεν είχαν λεφτά για φάρμακα. Εκείνον που ορκιζόταν πως θα της το ξεπλήρωνε, που ήταν ο πιο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή του.
Δεν ήταν πια εκεί.
– Θέλεις να μείνω δω; – τον ρώτησε.
– Θέλω να μην με εμποδίσεις απόψε. Είναι σημαντικό δείπνο. Ο Παπαγεωργίου θα αποφασίσει ποιος θα γίνει περιφερειακός διευθυντής. Είναι όλη μου η καριέρα. Για αυτό αγωνίζομαι οκτώ χρόνια.
– Αγωνιζόμασταν, – διόρθωσε.
– Νεκταρία, – είπε με το επαγγελματικό του ύφος, ήσυχο, κουρασμένο, κενό συναισθημάτων, με το οποίο μιλούσε πάντα στους υφισταμένους. – Μην το αρχίζεις. Σε παρακαλώ, μείνε. Παράγγειλε δείπνο στο δωμάτιο, δες τηλεόραση. Θα γυρίσω νωρίς.
– Με κρύβεις.
– Σου ζητώ να καταλάβεις τη θέση μου.
– Ντρέπεσαι για μένα.
Δεν απάντησε. Και η σιωπή αυτή ήταν απάντηση.
Η Νεκταρία πήγε προς το παράθυρο. Έξω απλωνόταν η νύχτα της Αθήνας, φώτα, το πρώτο χιόνι που είχε ξεκινήσει από το μεσημέρι και τώρα απάλαινε τις ταράτσες. Ήταν όμορφα. Πάντα αγαπούσε το πρώτο χιόνι. Σαν παιδί, με τη φίλη της τη Μαρίνα, έτρεχαν στην αυλή, προσπαθούσαν να πιάσουν τις νιφάδες στα χέρια και τις έβλεπαν να λιώνουν. Η Μαρίνα έλεγε πως τα χιόνια κλαίνε γιατί δεν θέλουν να χαθούν. Χαμογελούσε τότε.
– Καλά, – είπε.
Ο Ανδρέας αναστέναξε. Ήταν ανακούφιση στην ανάσα του, και το ένιωσε σαν κάτι να της έσφιξε το στήθος ένα μικρό σκληρό κουβάρι.
– Ήξερα πως θα καταλάβεις. Θα αλλάξουν όλα μετά, στο υπόσχομαι. Θα πάμε διακοπές, όπου θες, θα σου αγοράσω…
– Πήγαινε, Ανδρέα, – τον διέκοψε.
Πήρε το σακάκι, έλεγξε το κινητό και το πορτοφόλι του. Στην πόρτα κοντοστάθηκε.
– Μην ανοίξεις σε κανέναν. Το δωμάτιο είναι πληρωμένο ως αύριο, όλα συμπεριλαμβάνονται.
– Πήγαινε.
Η πόρτα έκλεισε. Η Νεκταρία άκουσε τον ηλεκτρονικό μηχανισμό. Δεν κατάλαβε αμέσως το τι συνέβη. Μετά πήγε στην πόρτα, τράβηξε το πόμολο. Δεν άνοιγε.
Ξαναπροσπάθησε. Ύστερα πάλι.
Την είχε κλειδώσει απ’ έξω. Είχε ζητήσει στη ρεσεψιόν να μπλοκάρουν την πόρτα; Ή το δωμάτιο είχε ειδικό λουκέτο που κλείδωνε με κάρτα από έξω; Δεν είχε σημασία. Το αποτέλεσμα: ήταν κλεισμένη στην πολυτελή σουίτα του Ακρόπολη, με σκούρο πράσινο φόρεμα και κλειστή πόρτα.
Στάθηκε λίγο, μετά πήγε αργά στο κρεβάτι και κάθισε στην άκρη. Δεν έκλαψε. Ένιωθε πως έπρεπε να κλάψει, αλλά δεν ερχόταν κανένα δάκρυ. Μόνο κενό και εκείνο το κουβάρι κάτω από τα πλευρά, και ησυχία μέσα στο κεφάλι της, όπως μετά από πολλή φασαρία που ξαφνικά σταματά.
Δεν ήξερε πόσο έμεινε έτσι. Σηκώθηκε, πήγε στην τηλεόραση, την άναψε. Στην οθόνη ένας παρουσιαστής μιλούσε, αλλά τα λόγια του δεν έφταναν σ αυτήν. Την έκλεισε.
Πήγε στο μπαρ, άνοιξε το ψυγείο, είδε τα μικρά μπουκαλάκια με νερό και χυμό. Πήρε νερό, ήπιε ένα ποτήρι. Ήταν παγωμένο, σχεδόν σαν πάγος, έδιωξε την ξηρότητα στο λαρύγγι της.
Όταν χτύπησε ξανά την πόρτα, ήταν απλώς για να το δοκιμάσει. Φυσικά, κανείς δεν απάντησε. Όλοι είχαν πάει στα δείπνα τους, κανένας δεν νοιάζεται για μια γυναίκα με σμαραγδί φόρεμα πίσω από μια κλειδωμένη πόρτα.
Μπορούσε, σκέφτηκε, να πάρει τη ρεσεψιόν από το τηλέφωνο του δωματίου και να ζητήσει να ανοίξουν. Τι θα έλεγε; «Ο άνδρας μου με κλείδωσε έξω;» Είδε το πρόσωπο της ρεσεψιονίστριας, την αμήχανη ευγένεια, τον υπεύθυνο, ερωτήσεις, και μετά θα το μάθαινε ο Ανδρέας. Και μετά;
Χαμογέλασε πικρά. Να γιατί: ακόμα σκεφτόταν τι θα γίνει „μετά”, τι θα πει ο Ανδρέας, όχι πώς νιώθει η ίδια. Συνήθεια είκοσι και πλέον χρόνων να προτάσσει τη δική του αντίδραση πριν από τη δική της.
Πήρε το κινητό, κάλεσε τον Ανδρέα. Δεν απάντησε. Της επέστρεψε το τηλέφωνο μετά από ένα λεπτό, λακωνικά: «Είμαι στο δείπνο, όλα καλά, κοιμήσου» και το έκλεισε.
Η Νεκταρία κοίταξε τα χέρια της. Τα άπλωσε στα γόνατα, παλάμες προς τα πάνω. Να τα, ζεστά, μεγάλα, γεμάτα σημάδια. Στο δεξί ένα μικρό σημάδι κάτω απ τον αντίχειρακόπηκε το 1999 όταν έκοβε ψωμί για σάντουιτς που έπαιρναν μαζί όταν πήγαιναν στη Θεσσαλονίκη για να δώσει ο Ανδρέας τα πρώτα του μαθήματα στη σχολή. Γελούσαν τότε, εκείνη έδεσε το δάχτυλο με μαντήλι, και πήγαν, κι εκείνος πέρασε, κι ήταν ευτυχισμένοι.
Στο αριστερό μια μεγάλη φουσκάλα στα δάχτυλα, είχε βγει πριν τρία χρόνια, όταν η Νεκταρία έκανε μια δεύτερη δουλειά πακετάροντας προϊόντα σε αποθήκη. Τρία απογεύματα τη βδομάδα, τέσσερις ώρες. Με τα λεφτά αγόρασαν το πρώτο του αληθινό κουστούμι, όταν πήγε στη μεγάλη συνέντευξη.
Είχε πάρει τη δουλειά. Η Νεκταρία το γιόρτασε. Στο σπίτι, με πατάτες τηγανητές και τραγούδια στην κουζίνα. Εκείνος της έλεγε ότι τίποτα δεν θα κατάφερνε χωρίς αυτήν.
Είχαν περάσει έντεκα χρόνια.
Έξω είχε νυχτώσει για τα καλά. Το χιόνι είχε σταματήσει, τ αστέρια βγήκαν. Η Νεκταρία πήγε στο παράθυρο, ακούμπησε το μέτωπό της στο κρύο τζάμι. Το τζάμι πήρε λίγη ένταση από μέσα της.
Ξαφνικά ακούστηκε ένα διακριτικό χτύπημα.
– Κανείς μέσα; – ρώτησε γυναικεία φωνή. – Καμαριέρα. Να αλλάξω σεντόνια αν θέλετε.
Η Νεκταρία ήθελε να πει δεν χρειάζεται, να πει ότι ήταν καλά. Αντίθετα είπε:
– Η πόρτα δεν ανοίγει. Είναι κλειδωμένη απ έξω.
Σιωπή. Μετά:
– Τι εννοείτε;
– Κλειδωμένη. Από έξω. Από μέσα δεν μπορώ να ανοίξω.
Άλλη μια παύση, ήχος από κάρτα στο λουκέτο, ένα μικρό κλικκαι η πόρτα άνοιξε.
Στο κατώφλι στεκόταν μια νέα γυναίκα, με την ενδυμασία του ξενοδοχείου, γκρι με άσπρο γιακά. Περίπου τριάντα χρονών. Μαλλιά σκούρα πίσω, πρόσωπο ανοιχτό. Κοίταξε τη Νεκταρία, και υπήρχε κάτι σαν κατανόηση στο βλέμμα της, όχι οίκτος.
– Είστε καλά; – ρώτησε η καμαριέρα.
– Μια χαρά, – είπε η Νεκταρία. – Ευχαριστώ.
– Ελένη με λένε.
– Νεκταρία.
Σώπασαν λίγο. Η Ελένη έμεινε στο κατώφλι.
– Πόση ώρα καθόσασταν έτσι; – είπε.
– Δεν ξέρω. Δυο ώρες, ίσως.
– Θέλετε να βγείτε;
– Ναι, – είπε, και μόνο τότε κατάλαβε πόσο το ήθελε πραγματικά. – Θέλω.
– Ελάτε. Στον 7ο όροφο έχουμε χειμερινό κήπο. Τα βράδια δεν πηγαίνει σχεδόν κανείς. Είναι ήσυχα. Να σας δείξω.
Η Νεκταρία πήρε την τσάντα της, έριξε στους ώμους το σακκάκι. Βγήκε στο διάδρομο. Η πρώτη ρουφηξιά αέρα, όχι απομονωμένου, του δωματίου, αλλά δροσερού διαδρόμου τής φάνηκε παράξενα ωραία.
– Το κάνετε συχνά; – ρώτησε την Ελένη όπως περπατούσαν.
– Τι;
– Βοηθάτε κόσμο που είναι εγκλωβισμένος.
Η Ελένη χαμογέλασε.
– Ό,τι βγάλει η βάρδια, – είπε.
Ο ανελκυστήρας τις ανέβασε στον έβδομο. Η Ελένη την οδήγησε σ έναν μικρό διάδρομο, άνοιξε διακριτικά μια πόρτα, και η Νεκταρία βρέθηκε σ ένα χώρο που δεν περίμενε να δει σε ξενοδοχείο.
Ένα μεγάλο δωμάτιο με γυάλινη οροφή, χειμερινός κήπος αληθινός: ψηλές φίκοι και λεμονιές με μικρά κίτρινα φρούτα, φιλόδενδρα, φυτά που δεν ήξερε καν ονόματα. Καρέκλες ψάθινες, μικρά τραπεζάκια, πάτωμα με ανοιχτόχρωμα πλακάκια. Από πάνω το νυχτερινό αθηναϊκό ουρανό και τα αστέρια, που φαίνονταν καθαρά.
– Καθίστε, – είπε η Ελένη. – Εδώ είναι ωραία. Αν θέλετε, είμαι εδώ μέχρι τις δέκα. Αν χρειαστείτε κάτι, καλέστε ρεσεψιόν και πείτε χειμερινός κήπος.
Η Νεκταρία κάθισε. Πραγματικά ήταν ωραία. Μύριζε χώμα και λεμόνι. Ήρεμα όπως μόνο σε λίγα μέρη της πόλης.
Έκλεισε τα μάτια.
Σκέφτηκε το φούρνο. Παλιά της επιθυμία, τόσο παλιά που σχεδόν ξεχάστηκε σαν όνειρο. Δέκα πέντε χρόνια πίσω το είχε πει στον Ανδρέα. Ένα μικρό μαγαζί, να ζυμώνει ψωμί, τυρόπιτες, τσουρέκια. Είχε μάθει να ζυμώνει από τη μητέρα της, κι εκείνη από τη δική της μάνα. Τότε γελούσε ο Ανδρέας, καλοπροαίρετα, λέγοντας: «Άνοιξε φούρνο, θα σε στηρίξω». Ήξερε πως απλώς ήταν ευγενικά λόγια.
Μετά, όνειρα τέλος. Δουλειά, δουλειά, τα δικά του, οι μετακομίσεις. Τρεις φορές άλλαξαν σπίτι. Κάθε φορά με αφορμή τη δική του δουλειά. Εκείνη ξανά μαθαίνοντας δρόμους, ανθρώπους, σπίτια. Ήταν καλή σύζυγος. Έκανε το καλύτερο.
Άνοιξε τα μάτια στις λεμονιές. Ένα λεμονάκι μικρό, κατακίτρινο, κρεμόταν από κοντά. Το άγγιξε. Σκληρό, γυαλιστερό.
– Κι εσείς εδώ κρύβεστε;
Η φωνή, αντρική αυτή τη φορά, την ξάφνιασε. Κοίταξε.
Στο απέναντι άκρο του χειμερινού κήπου, σε μια πολυθρόνα κάτω απ το γυάλινο ταβάνι, καθόταν ένας ηλικιωμένος άνδρας. Δεν τον είχε προσέξει πριν, σκιά πίσω από ένα ψηλό φυτό. Γύρω στα εβδομήντα, γεμάτος, αλλά όχι βαριά. Καλοντυμένος, το σακάκι ανοιχτό, γκρίζα μαλλιά χτενισμένα πίσω. Κουρασμένο πρόσωπο, αλλά μάτια ζωηρά.
– Δεν σας είδα, συγγνώμη, – είπε η Νεκταρία.
– Κανένα πρόβλημα. Ο χώρος μεγάλος.
Χαμογέλασαν λίγο αμήχανα και οι δύο.
– Εσείς φύγατε απ’ το δείπνο; – ρώτησε με μια διακριτική ειρωνεία εκείνος. – Κάτω γίνεται χαμός απόψε.
– Όχι, – είπε η Νεκταρία. – Δεν με πήραν καν μαζί.
Ο άνδρας την κοίταξε προσεχτικά, δίχως αδιάκριση. Απλώς ανθρώπινα.
– Κι εγώ έφυγα, – είπε. – Δικό μου το τραπέζι. Κι όμως έφυγα.
– Γιατί;
– Κουράστηκα. Όχι από το γεγονός, από τα λόγια γύρω του. Όλοι θέλουν κάτι, όλοι λένε τα σωστά λόγια, όλοι χαμογελούν. Έχω μάθει να διαβάζω τέτοια χαμόγελα. Κουράστηκα να τα διαβάζω.
Η Νεκταρία έγνεψε. Καταλάβαινε.
– Εσείς; Πώς βρεθήκατε εδώ;
– Η καμαριέρα μου το πρότεινε. Είπε ότι είναι ωραία.
– Καλά είπε. Εδώ έρχομαι συνεχώς από τότε που ξεκινήσαμε τις συναντήσεις. Η κόρη μου επέμενε να μην το ακυρώσω, θα παρεξηγούνταν οι άλλοι.
– Η κόρη σας;
– Όλα τα ελέγχει, το κάνει καλά. – Χαμογέλασε πιο ζεστά. – Είμαι ο Σταμάτης.
Η Νεκταρία σήκωσε το κεφάλι.
– Σταμάτης Παπαγεωργίου; – ρώτησε. Το είχε καταλάβει.
– Παπαγεωργίου. Κι εσείς…
– Νεκταρία Σωτηρίου.
Εξω ο ουρανός μάζευε σύννεφα και πάλι. Έξω ήταν ήρεμα και γαλήνια.
– Δηλαδή, το δείπνο κάτω… – άρχισε η Νεκταρία και σταμάτησε.
– Ναι. Εκεί είναι οι δικοί μου άνθρωποι και οι διευθυντές τους. Θέλουν να ανακοινώσω μια προαγωγή. Αλλά εγώ ακόμα δεν αποφάσισα, γι αυτό έφυγα.
Κατάλαβε το βάθος της ειρωνείαςο άντρας της ήλπιζε να τον κερδίσει, μα εκείνος κάθονταν ήσυχος δίπλα της.
– Είστε καλά; – ρώτησε, διακρίνοντας ξαφνική αλλαγή στο πρόσωπό του. Είχε χάσει το χρώμα του, λύγισε στο κάθισμα, το χέρι έσφιξε το μπράτσο του καθίσματος.
– Θα περάσει, – είπε.
– Τι θα περάσει;
– Μάλλον πίεση…
– Το αισθάνεστε συχνά;
– Πρώτη φορά έτσι σήμερα. Είχε ζέστη και κατέβηκα για αέρα, αλλά…
Σταμάτησε. Η Νεκταρία ήδη είχε σκύψει κοντά του. Κοίταξε το πρόσωπο και το χέρι του, το μετώπο μούσκεμα στον ίδρωτα.
– Πονάτε; – ρώτησε.
– Στο στήθος… και στο αριστερό χέρι.
Δεν δίστασε. Έκανε ότι έπρεπε. Έψαξε για τον σφυγμό στο χέρι του: γρήγορος, άτσαλος.
– Έχετε χάπια; Νιτρογλυκερίνη, ασπιρίνη;
– Στο σακάκι… στην εσωτερική τσέπη.
Βρήκε τη δερμάτινη θήκη, πήρε τη νιτρογλυκερίνη, του έδωσε μια κάτω από τη γλώσσα.
– Έτσι, – του είπε ήρεμα. – Ηρεμήστε.
Του κρατούσε το χέρι. Δεν ήταν ιατρικά απαραίτητο. Έτσι έπρεπε. Όπως κράταγε το χέρι του πατέρα της όταν πονούσε, όπως της γειτόνισσας της Δέσποινας στα τελευταία της. Τα χέρια πρέπει να κρατιόνται.
– Καλύτερα; – ρώτησε μετά από λίγο.
– Λίγο. Να φωνάξετε…
– Ήδη καλώ.
Κάλεσε ρεσεψιόν, ζήτησε ασθενοφόρο και ιατρική βοήθεια αμέσως.
Μέχρι να έρθουν, του μιλούσε ήρεμα. Για λεμόνια, το χιόνι, για τους χειμερινούς κήπους. Εκείνος άκουγε, ανέπνεε.
– Γιατρός; – ρώτησε.
– Όχι. Η ζωή μέμαθε.
– Καλή δασκάλα.
Έφτασε το προσωπικό σύντομα, μετά η κόρη τουμια γεμάτη πυγμή γυναίκα γύρω στα σαράντα πέντε, πρόσωπο αυστηρό αλλά ζεστό.
– Μπαμπά…
– Όλα καλά, Κατερίνα, – είπε. – Αυτή η κυρία με βοήθησε.
Η Κατερίνα κοίταξε τη Νεκταρία μεκτίμηση.
– Σας ευχαριστώ, – της είπε.
– Τίποτα, – απάντησε η Νεκταρία.
Μετά από λίγα λεπτά ήρθε το ΕΚΑΒ. Είπαν πως ήταν κρίση, χρειάζεται έλεγχο, αλλά όχι κίνδυνος αν πάει τώρα νοσοκομείο.
– Θέλω να έρθετε μαζί μου, – είπε ο Σταμάτης.
– Πού;
– Στο δείπνο. Πριν φύγω.
– Σας παρακαλώ…
– Πέντε λεπτά. Κατερίνα, πέντε λεπτά;
– Πέντε, – είπε εκείνη.
Κατέβηκαν μαζί στην αίθουσα. Ο Σταμάτης με αξιοπρέπεια, παρ όλο που φαινόταν η κούραση.
Στην αίθουσα του Ακρόπολη, μεγάλο τραπέζι, λευκά τραπεζομάντηλα, κεριά, καλοντυμένοι άνθρωποι. Καθώς μπήκαν, όλοι σώπασαν. Η Νεκταρία είδε τον Ανδρέαστη μέση του τραπεζιού. Όταν την είδε, το πρόσωπό του άλλαξε. Πρώτα έκπληξη. Μετά αμηχανία. Μετά, βλέποντας τον Σταμάτη δίπλα της, ένα βλέμμα τρόμου.
Ο Σταμάτης στάθηκε.
– Συγγνώμη που διακόπτω. Πρέπει να φύγω για λόγους υγείας. Τίποτα σοβαρό.
Φασαρία, μερικοί σηκώθηκαν.
– Πριν φύγω όμως, να πω κάτι. Αυτή η κυρία, η Νεκταρία Σωτηρίου, με βοήθησε πάνω, ήρεμα και ανθρώπινα, χωρίς να ξέρει ποιος είμαι. Θέλω να το μάθετε όλοι.
Παύση.
– Δεν ξέρω ποια είναι. Εκείνη δεν ήξερε ποιος είμαι, αλλά βοήθησε.
Κάποιος είπε: – Νομίζω, είναι η σύζυγος του Κορωνιού.
Ο Σταμάτης κοίταξε τον Ανδρέα.
– Κορωνιός;
Ο Ανδρέας σηκώθηκε ξύλινα.
– Ναι κύριε Παπαγεωργίου, είναι η γυναίκα μου, η Νεκταρία.
– Γιατί δεν ήταν στο δείπνο;
Ο Ανδρέας άνοιξε το στόμα, το ξανάκλεισε.
– Δεν αισθανόταν καλά.
– Εγώ δεν αισθανόμουν καλά, – είπε ο Σταμάτης, – εκείνη μια χαρά ήταν, όπως αποδείχτηκε. Γιατί δεν ήσασταν κάτω;
Η Νεκταρία κοιτούσε τα χέρια της. Θα μπορούσε να πει ψέματα, να σιωπήσει. Είπε:
– Ο άνδρας μου με έκλεισε στο δωμάτιο. Θεώρησε πως δεν ταιριάζω σ αυτή την παρέα.
Σιγή απόλυτη.
Ο Ανδρέας σαν να έχασε τη γη κάτω απ τα πόδια του. Ήδη δεν ήταν δικό της το πρόβλημα.
Η Νεκταρία έβγαλε το βέρα από το δάχτυλο. Χωρίς θεατρινισμούς, το άφησε κοντά στο πιάτο του, δίπλα στο ποτήρι με το νερό, πάνω στο λευκό τραπεζομάντηλο.
– Θα πάρω τα πράγματά μου και φεύγω για τη Μαρίνα. Τα χαρτιά θα μου τα στείλεις όταν θες.
Γύρισε στον Παπαγεωργίου:
– Να είστε καλά. Να προσέχετε τους γιατρούς σας.
Η Κατερίνα της έσφιξε το χέρι διακριτικά.
Και η Νεκταρία βγήκε απ την αίθουσα του Ακρόπολη, φορώντας το πράσινο φόρεμά της, με μια τσάντα στον ώμο και χωρίς δαχτυλίδι.
Στο διάδρομο τη βρήκε η Ελένη, η καμαριέρα. Περίμενε με το καρότσι της. Τα είχε ακούσει όλα.
– Είστε εντάξει; – ρώτησε.
– Είμαι, – απάντησε. Και ξαφνικά συνειδητά: – Στ αλήθεια είμαι.
Η Ελένη χαμογέλασε.
– Μισό λεπτό.
Ξαναγύρισε με ένα χάρτινο ποτήρι ζεστό τσάι.
– Στην κουζίνα πάντα έχουμε, – εξήγησε. – Πάρτε.
Η Νεκταρία ήπιε μια γουλιά. Ζεστό, γλυκό τσάι σε διαδρομο πεντάστερου ξενοδοχείου της Αθήνας. Και ξαφνικά αισθάνθηκε ελαφριά. Σαν κάτι βαρύ να έφυγε από πάνω της, αν και το σώμα δυσκολευόταν ακόμα να το καταλάβει.
– Πού δούλευες πριν; – ρώτησε την Ελένη.
– Από λίγο παντούταμείας, καφετέρια. Τώρα εδώ δυο χρόνια. Καλά, έχει ενδιαφέρον.
– Σ άρεσε το καφέ;
– Ναι. Με φαγητό είναι άλλη εμπειρία.
Η Νεκταρία χαμογέλασε.
– Ξέρεις να ζυμώνεις;
Η Ελένη την κοίταξε παραξενεμένη.
– Κάτι λίγα. Η γιαγιά μου με είχε μάθει. Ψωμιά, πιτάκια.
– Μια χαρά, – είπε η Νεκταρία.
Ήπιε το τσάι, το άφησε στο καρότσι και πήγε να μαζέψει τα πράγματά της.
Ετοίμασε γρήγορα μια βαλίτσα, πήρε το παλτό και τη τσάντα. Πριν φύγει, έριξε μια ματιά στο δωμάτιο, τις βαριές κουρτίνες, το κρεβάτι, το τραπέζι με το σκουλαρίκι. Το μάζεψε, το έβαλε στη τσάντακαλό ήταν, κρίμα να το αφήσει.
Έκανε μια κλήση στη Μαρίνα. Εκείνη σήκωσε το τηλέφωνο αμέσως και μόλις άκουσε τη φωνή της Νεκταρίας, είπε:
– Έλα. Έβαλα σπανακόπιτα στο φούρνο.
– Πώς το ξέρεις;
– Σε ξέρω σαράντα χρόνια. Μόνο έτσι παίρνεις όταν πρέπει να έρθεις. Έλα τώρα.
Βγήκε απ’ το ξενοδοχείο Ακρόπολη στο χειμωνιάτικο βράδυ. Ο αέρας καλός, το χιόνι καθαρό, τα φανάρια έριχναν κίτρινο φως. Το ταξί το βρήκε εύκολα, ο οδηγός ήσυχοςό,τι ήθελε.
Πήγαινε στη Μαρίνα και σκεφτόταν το φούρνο.
Ή μάλλον, δεν σκεφτόταν πια· έβλεπε τον φούρνο. Μικρό μαγαζί, μυρωδιά φρέσκου ψωμιού, πάγκος από παλιά ξύλα, αγοράσμενος από κάποιο μοναστηριακό παζάρι. Πρωινό φως στο τζάμι. Αυτοί που πρωινοβλέπουν, για ένα καρβέλι και λίγη ζεστασιά.
Έβλεπε ξεκάθαρα κάτι που υπάρχει, αλλά δεν έχει συμβεί ακόμα.
***
Πέρασαν οχτώ μήνες.
Ο φούρνος Ζεστή Γωνιά άνοιξε στις αρχές του φθινοπώρου σ έναν ήσυχο δρόμο στου Ζωγράφου, ούτε κέντρο ούτε προάστιο. Τον χώρο τον βρήκε η Μαρίνα: παλιό ανθοπωλείο με μεγάλη βιτρίνα και καλή διαρρύθμιση. Το φτιάξαν όλες μαζίάλλους έβαλαν στα δύσκολα, τα υπόλοιπα οι ίδιες: πλακάκια, χρώματα, ξύλινα ράφια (που επέμενε η Νεκταρία παρότι η Μαρίνα ανησυχούσε για καθαριότητα).
Οι συνταγές, από τις μνήμες και παλιό τετράδιο της μητέρας. Ροζιασμένο τετράδιο, γραμμένο από τη μάνα της από το 60. Ψωμί χωριάτικο με προζύμι, τυρόπιτες, μηλόπιτες, μελόπιτες που ψήνονταν τρεις μέρες.
Η Ελένη ήρθε μετά από ένα μήνα. Είχε κρατήσει το τηλέφωνο που είχε λάβει τότε η Νεκταρία.
– Άκουσα ανοίγεις φούρνο, – είπε. – Δεν αστειευόσουν τότε;
– Καθόλου.
– Θες χέρια;
– Θέλω.
Η Ελένη αποδείχθηκε πολύτιμη. Η γιαγιά της την είχε μάθει να διαβάζει το ζυμάρι με τα χέρια, όπως μόνο όσοι μεγάλωσαν με αυτό.
Η Κατερίνα, η κόρη του Σταμάτη, τις βρήκε τρεις μήνες μετά. Πήρε τηλέφωνο:
– Θέλω να σε ευχαριστήσω κανονικά.
– Τίποτα το ιδιαίτερο δεν έκανα.
– Του κρατούσες το χέρι. Του το είπε. Μου είπε ότι αυτό μέτρησε. Δεν ήταν μόνος.
Βρεθήκαν για καφέ. Κι άλλη φορά. Η Κατερίνα ασχολείτο με οικονομικά, σοβαρή και πρακτική αλλά με βάθος μέσα της. Ήξερε να ακούει.
Ο Σταμάτης βγήκε απ το νοσοκομείο δυο εβδομάδες μετά. Οι γιατροί είπαν ότι ήταν θέμα λεπτών. Ο ίδιος πήρε τη Νεκταρία.
– Ο φούρνος πώς πάει;
– Ακόμα ανοίγουμε.
– Να ειδοποιήσεις την Κατερίνα όταν ανοίξετε. Θα ρθούμε για το πρώτο ψωμί.
Και ήρθαν. Με την Κατερίνα, εκείνος με μπερέ, καλύτερα στην όψη, η Κατερίνα δίπλα του, τον βοήθαγε διακριτικά.
– Το ψωμί είναι ακόμα ζεστό, – είπε η Νεκταρία.
– Έτσι πρέπει να τρώγεται το ψωμί, – είπε εκείνος.
Έφαγαν, ήπιαν τσάι, κι εκείνος σιώπησε με εκείνο το βλέμμα του κορεσμένου ανθρώπου.
– Είσαι ευτυχισμένη; – τη ρώτησε.
Η Νεκταρία το σκέφτηκε στ αλήθεια.
– Ναι.
– Όχι νομίζωναι ή όχι.
– Ναι.
Εκείνη τη μέρα είχε πολύ κόσμο. Σειρά έξω, γείτονες, φίλοι, περαστικοί. Το ψωμί τελείωσε σε τρεις ώρες. Ξαναζύμωσαν.
Η Ελένη στο φούρνο γελαστή, με αλεύρι στο μανίκι. Η Μαρίνα στο ταμείο, κουβέντα με κάθε πελάτη. Η Νεκταρία ζύμωνε.
Έντονο άρωμα ψωμιού, τόσο πυκνό που ο διάδρομος ως έξω– μυρωδιά σπιτιού, ασφάλειας.
Σκεφτόταν αν ο Ανδρέας ήξερε για το μαγαζί. Μάλλον ναι. Της θέσης του του την είχαν αρνηθεί πριν καν το βράδυ εκείνο· η Κατερίνα το εξήγησε: ο Σταμάτης είχε διαλέξει πριν. Εκείνη η σκηνή απλώς αποκάλυψε το πραγματικό πρόβλημα.
Πλέον, δεν ασχολιόταν. Εκείνη η ζωή είχε τελειώσει.
Η νέα είχε χώρο για σκέψεις για γυναίκες με χέρια που ζυμώνουν, για τη Μαρίνα που γελά με τα ανέκδοτα της πριν τα τελειώσει, για τον Σταμάτη που δυο εβδομάδες παίρνει ψωμί και τσουρέκι, για την Κατερίνα που ήξερε να ακούει.
Το ζύμη ήταν έτοιμη. Έβαλε τα καρβελάκια στους φούρνους.
Έξω άρχισε το πρώτο χιόνι. Μεγάλες νιφάδες.
Η Νεκταρία σκούπισε τα χέρια, πήγε στο παράθυρο.
Και τότε τον είδετον Ανδρέα, απέναντι, στο πεζοδρόμιο. Με παλτό, χωρίς καπέλο, κοίταζε τη βιτρίνα της Ζεστής Γωνιάς, το φως, την ουρά, το τέλος της μέρας.
Η Νεκταρία τον είδε. Εκείνος, ίσως, δεν την πρόσεξε καν ή παρίστανε.
Ήταν παράξενο: να κοιτάζει κάποιον που έζησες μαζί του δυο δεκαετίες και να μην νιώθεις πια τίποταούτε οργή, ούτε θλίψη, μόνο μια ήρεμη λύπη, σαν να κοιτάς μια παλιά φωτογραφία κάποιου που έφυγε.
Στάθηκε ένα λεπτό. Ύστερα, γύρισε κι έφυγε.
Η Νεκταρία τον κοίταξε μέχρι να χαθεί.
Έπειτα, επέστρεψε στον πάγκο.
Το ψωμί ήταν σχεδόν έτοιμο. Η μυρωδιά έκανε την καρδιά της να ζεσταθεί, όπως πάντα. Όπως συνήθιζε η μητέρα της Κυριακές, ένα άρωμα που σήμαινε: το σπίτι είναι ασφάλεια.
– Κυρία Νεκταρία, τρεις φρατζόλες ακόμα φέτος;
– Τρεις μόνο, αύριο από νωρίς.
– Σε επτά έρχομαι αύριο, είπε η Ελένη.
– Θα μαι από τις έξι, γέλασε η Νεκταρία.
Η Μαρίνα ήρθε και στάθηκε δίπλα της.
– Τον είδες; – ψιθύρισε.
– Τον είδα.
– Και;
Η Νεκταρία το σκέφτηκε.
– Τίποτα. Ένας άνθρωπος περνούσε.
Η Μαρίνα της έσφιξε το χέρι.
Η Νεκταρία ανταπέδωσε το σφίξιμο.
Έξω, το χιόνι έπεφτε. Μέσα, ο φούρνος ζέσταινε τον αέρα με άρωμα ψωμιού και μια ιδέα κανέλα. Κι αυτός ο αέρας έφευγε ως έξω, κι όσοι περνούσαν χαμογελούσαν λίγο άθελά τους.
Η Νεκταρία αναποδογύρισε ένα καρβέλι, το χτύπησε στον πάγκοσωστός ήχος, βραχνός, στιβαρός.
Το ψωμί της πέτυχε.
Γιατί μέσα σ αυτή τη ζωή, ζεστασιά είναι να μετράς την αξία σου με τα δικά σου χέριακαι όχι με τα βλέμματα ή τις προσδοκίες των άλλων.





