Ημέρα 1 Επιστροφή και φροντίδα
Γράφω αυτό το βράδυ στο παλιό μου τετράδιο λες και έτσι γίνεται ο κόσμος λίγο πιο ήσυχος. Το μαγαζάκι μου στην Κυψέλη μυρίζει τώρα χώμα και άνθη. Δένομαι με την κάθε λεπτομέρεια εδώ: ένας κύριος θάμνος λισιάνθου στο νερό, τα χέρια μου γεμάτα πράσινες γραμμές, το λευκό ποδιά λερωμένο από χώμα. Ησυχία, ώσπου ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα.
Ειρήνη, άνοιξε αμέσως! Ξέρουμε ότι είσαι μέσα, είπε η φωνή της Γεωργίας. Σε είδε η Μαρία απ το παρκάκι, το φως και όλα.
Στάθηκα λίγο πριν απαντήσω. Αυτές οι δύο, η πεθερά μου, η Γεωργία Παπαδοπούλου (πρώην πεθερά), και η Μαρία, η αδερφή του Τάσου. Δεν βιάστηκα τακτοποίησα τα λουλούδια, έβγαλα τα γάντια και τα κρεμάσα στη θέση τους. Άνοιξα.
Καλησπέρα, είπα.
Η Γεωργία όρμησε μέσα. Η Μαρία μπήκε δειλά πίσω της, μάτια κατακόκκινα, κασκόλ πεταμένο στο λαιμό.
Καλησπέρα λες, Ειρήνη; Καλά είσαι εσύ; Εδώ ασχολείσαι με τα λουλούδια, ενώ άνθρωπος πεθαίνει!
Ποιος πεθαίνει; ρώτησα ψύχραιμα.
Ο Τάσος! φώναξε η Μαρία κι αμέσως έκρυψε το στόμα της.
Κάτι βούλιαξε μέσα μου όχι όμως όπως παλιά όταν άκουγα το όνομά του. Ήταν διαφορετικά: μια σιωπηλή προφύλαξη, σαν αυτόν που έχει καεί, κρατά απόσταση από τη φωτιά.
Καθίστε, είπα δείχνοντας τα σκαμπό.
Δεν είναι ώρα για καθίσματα, δήλωσε η Γεωργία, όμως κάθισε βαριά. Θυμόμουν τα πόδια της κιρσοί, πίεση.
Η Μαρία έμεινε όρθια, κρατώντας το κασκόλ.
Πείτε μου ακριβώς, ζήτησα.
Άρχισαν να λένε, μπερδεύοντας τα λόγια, διακόπτοντας. Τρεις μέρες πριν, ο Τάσος τράκαρε στην εθνική, στη βροχή. Ζει, αλλά έπαθε κάταγμα στη σπονδυλική στήλη. Η επέμβαση έγινε, αλλά οι γιατροί είναι επιφυλακτικοί. Χρειάζεται φροντίδα, ανθρώπους δίπλα του.
Η Κατερίνα; ρώτησα.
Το όνομα ειπώθηκε για πρώτη φορά ήσυχα. Κατερίνα εικοσιοκτώ, πωλήτρια, αυτή για την οποία ο Τάσος έφυγε μετά από δεκαεπτά χρόνια γάμου.
Η Γεωργία έσφιξε τα χείλη.
Έφυγε.
Πού;
Στην Πάτρα, στη μητέρα της, είπε διστακτικά η Μαρία. Με το που έμαθε ότι ίσως δεν σηκωθεί, μέσα σε τρεις ώρες είχε μαζέψει τα πράγματά της και εξαφανίστηκε. Δεν σηκώνει το τηλέφωνο.
Μια σιγή κουβέντιασε με τη σταδιακή στάλαξη του νερού από τη βρύση η μυρωδιά της γης και των ανθών παντού.
Και τι θέλετε από εμένα; ρώτησα στο τέλος.
Η Γεωργία κάθισε ίσια.
Ειρήνη, ήσουνα δεκαεφτά χρόνια μαζί του. Τον ξέρεις καλύτερα απ όλους. Είσαι ο μόνος άνθρωπος που τον επηρεάζει. Θέλει δίπλα του…
Μιλάτε όμως για τον άνθρωπο που έφυγε για άλλη γυναίκα, είπα με φωνή χαμηλή. Για τον άνθρωπο που άφησε μια ζωή οικοδομημένη μαζί μου σε μια στιγμή.
Αυτά είναι παλιά, πετάχτηκε η Μαρία. Τώρα είναι θέμα ζωής!
Ζωής;
Ο γιατρός είπε πως αν δεν έχει φροντίδα, θα πάθει χειρότερα. Πληγές. Λοιμώξεις. Ειρήνη, σπονδυλική στήλη δεν είναι γρίπη!
Πήγα και έσφιξα τη βρύση. Κοίταξα τα χέρια μου πενήντα δύο χρονών. Ξέρουν να φτιάχνουν μπουκέτα, να τυλίγουν φύλλα, να ζυμώνουν ψωμί. Να κάνουν ενέσεις, ράμματα, να ανταπεξέρχονται. Όλα αυτά χρόνια τα έκανα χωρίς να ρωτώ αν το θέλω ή επειδή πρέπει.
Σκούπισα τα χέρια κι έστρεψα:
Θα το σκεφτώ.
Δε χωράει σκέψη! φώναξε η Γεωργία καθώς σηκωνόταν. Μέχρι να σκεφτείς, εκείνος είναι μόνος! Εσύ δεν μπορείς να κάθεσαι εδώ με τα λουλούδια σου.
Μήπως όμως είναι δικαίωμά μου; ρώτησα ήσυχα.
Σιωπή.
Έξω, ο Οκτώβρης είχε ήδη σκοτεινιάσει. Κοίταξα τον φως απέναντι, τον βρεγμένο δρόμο, το παγκάκι που το καλοκαίρι κάθονταν οι πελάτες περιμένοντας τον μπουκέτο τους.
Αυτή είναι ζωή, σκέφτηκα. Και ζητούν να γυρίσεις σε ρόλο που πλέον δεν έχεις.
Εντάξει, θα έρθω αύριο το πρωί. Θα δω πώς είναι. Υπόσχεση όμως δεν δίνω.
Η Γεωργία αναστέναξε. Η Μαρία με αγκάλιασε σφιχτά εγώ έμεινα ακίνητη.
Όταν έφυγαν, έμεινα ώρα στο σκαμπό να κοιτάζω τα λουλούδια μου. Λισίανθοι, χρυσάνθεμα, φυσάλιδες με τα πορτοκαλί φαναράκια. Αυτό το μέρος το έφτιαξα εγώ, μόνη, τρεις μήνες μετά τον χωρισμό. Ήταν το καταφύγιό μου. Το ονόμασα «Κλωνάρι» και σιγά σιγά προχώρησε.
Ένα χρόνο τώρα μαθαίνω να ζω για εμένα. Ελευθερία: ούτε εγωισμός, ούτε τρέλα. Απλά κάτι δίκαιο.
Έσβησα το φως, έμεινε μόνο το νυχτερινό φωτάκι. Γύρισα σπίτι.
***
Το νοσοκομείο, μεγάλης κατασκευής, με μυρωδιά χλωρίνης και φαγητού. Ρώτησα στην υποδοχή. Η νοσηλεύτρια με κοίταξε βαθιά:
Συγγενής;
Πρώην σύζυγος.
Σήκωσε φρύδι, αλλά μου είπε πώς να πάω.
Ο Τάσος μόνος σε τετράκλινο. Χλωμός, αδυνατισμένος. Πάνω στο κομοδίνο ένα ποτήρι με τσάι, το κινητό. Με είδε και χαλάρωσε όχι πως χάρηκε, μα σαν να περίμενε.
Ειρήνη, είπε.
Καλησπέρα, του άφησα μήλα και νερό. Χωρίς λόγο, απλά δεν πας ποτέ σε ασθενή με άδεια χέρια στην Ελλάδα.
Έκατσα σε καρέκλα.
Πονάς;
Αντέχεται. Μου δίνουν χάπια. Ήρθες.
Ήρθα.
Η μαμά με ειδοποίησε ότι σε βρήκαν.
Ναι.
Κοίταξε το ταβάνι, μετά ξανά σε μένα.
Δεν πίστευα ότι θα ρθεις.
Ούτε εγώ.
Έξω έβρεχε αλάτι στις τσιμεντένιες αυλές.
Η Κατερίνα έφυγε, είπε.
Το ξέρω.
Έτσι ήταν. Όπως στις ταινίες. Αλλά αργά τα κατάλαβα
Εγώ απλώς τον κοίταζα, σκέφτηκα τη ζωή μας· γάμος, παιδί, εξοχικό στο Λουτράκι, καβγάδες και συμφιλιώσεις, ένα συνηθισμένο ελληνικό παντρεμένο ζευγάρι.
Η φωνή του άλλαξε ήπια, παρακλητικά, όπως παλιά.
Ειρήνη, σκέφτηκα πολύ εδώ. Ξέρεις, μόνος σε ένα κρεβάτι πολλά σκέφτεσαι. Και είδα ότι όλα τα αληθινά ήταν μαζί σου. Το σπίτι, το παιδί μας, όλα. Η Κατερίνα Ε, τα ξέρεις. Δεν ζητάω συγχώρεση, είναι αργά. Αλλά είσαι ο πιο κοντινός άνθρωπος. Ο πιο δικός μου.
Άκουγα και έβλεπα ότι αυτά ήταν λόγια ανάγκης να πειστώ να ξανάρθω, να φροντίζω. Για πρακτικούς λόγους, όχι γιατί αγαπιόμαστε.
Έτσι γίνονται τα πράγματα μετά το διαζύγιο: κάποιος σε θυμάται όταν τα βρίσκει σκούρα· γιατί βολεύει, όχι από αγάπη.
Τάσο, χαίρομαι που είσαι ζωντανός. Ειλικρινά. Και που πήγε καλά η επέμβαση. Όμως δεν θα επιστρέψω. Ούτε για φροντίδα, ούτε για τίποτα. Είμαστε χωρισμένοι.
Ξέρω, αλλά…
Άσε με να τελειώσω.
Ξαφνιάστηκε πάντα με είχε για μαλθακή.
Θα βρω μια καλή επαγγελματία φροντίστρια. Θα πληρώσω εγώ τον πρώτο μήνα. Επίσης, εδώ έχω τα έγγραφα για το διαμερισμα. Πρέπει να τελειώσουμε με αυτά. Τράβα τόσα χρόνια.
Κοίταξε το φάκελο.
Σοβαρή είσαι τώρα.
Απόλυτα σοβαρή. Μπορείς να υπογράψεις τώρα, ενώ είσαι διαυγής. Αύριο δεν ξέρω τι μπορείς να πεις.
Τα είπε σιγανά. Υπέγραψε.
Εκεί μπήκε ο γιατρός. Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου, γύρω στα σαράντα πέντε, ήρεμος. Με ρώτησε.
Πρώην σύζυγος, είπα για δεύτερη φορά.
Θα χρειαστεί επαγγελματίας φροντίστρια, γιατρέ, είπα. Τι απαιτείται; Εξοπλισμός; Προβλέψεις;
Δεν θα το κάνετε εσείς;
Όχι.
Καλά κάνετε. Να μην υπάρχει συναισθηματική πίεση, λέει ο γιατρός.
Έφυγα. Έγραψα τα contactos, μίλησα με ένα δυο γραφεία. Βρήκα μια καλή κυρία, την Νίκη, με εμπειρία στη νευρολογική αποκατάσταση. Ενημέρωσα Μαρία. Στην αρχή αντέδρασε ότι δήθεν αν δεν έχει „δικούς του ανθρώπους”, θα καταρρεύσει. Αλλά έμεινα σταθερή. Εγώ πια είχα άλλη ζωή.
Έτσι ήμουν εγώ καιρός να μείνω.
Η Γεωργία πήρε μετά μία εβδομάδα. Ήρεμη φωνή.
Η Νίκη καλή είναι, Τάσος συνηθίζει σιγά-σιγά. Ευχαριστώ που βοήθησες, είπε.
Να είσαι καλά, κυρία Γεωργία.
Μην εξαφανιστείς τελείως, μουρμούρισε απλά καθώς έκλεινε.
Εντάξει, δεν απάντησα. Αλλά ήξερα: αυτοί οι άνθρωποι πάντα παραμένουν σαν γειτονική καμπάνα, αλλά δεν είναι πια η βασική μελωδία.
***
Ο χειμώνας μπήκε νωρίς αυτή τη χρονιά. Χιόνι στην Αθήνα από τον Νοέμβρη. Και ανακάλυψα ότι πια μου αρέσει ο χειμώνας ούτε που το είχα σκεφτεί παλιά. Η ζεστασιά της κουβέρτας μου, ο καφές στην κούπα μου, τα βιβλία χωρίς να μουρμουράει κάποιος ότι διαβάζω πολύ.
Οι γιορτές έφεραν περισσότερες δουλειές. Προσέλαβα βοηθό την Κωνσταντίνα, 23, γεμάτη όρεξη, με αγάπη για τα λουλούδια. Δούλεψα μαζί της ωραία της μάθαινα να διαλέγει το λουλούδι όχι σαν προϊόν, αλλά σαν τέχνη. Είχε έμπνευση.
Γενάρης, Φλεβάρης Καθημερινοί ρυθμοί. Έκανα εγγραφή σε ένα καινούριο σεμινάριο ανθοδετικής για εμένα, επειδή πάντα υπάρχει κάτι να μάθεις, αν είναι για σένα.
Ζώντας γι αυτό που θες, όχι για το πρέπει.
Η Μαρία πήρε να πει ότι ο Τάσος προχωράει σιγά-σιγά. Αρχίζει να περπατάει με μπαστούνι. Η Νίκη εγκάρδια και σταθερή δίπλα του.
Χάρηκα ειλικρινά χωρίς ενοχές, χωρίς πίκρα.
***
Μάρτης και οι πρώτες παραγγελίες για ανοιξιάτικες συνθέσεις. Τότε, ήρθε ο γιατρός. Ο Ανδρέας Μιχαήλ.
Ετοίμαζα δέσμη με νάρκισσους και μαργαρίτες, όταν μπήκε με ήσυχο βήμα. Σκούρο παλτό, ελαφρύ κασκόλ. Καμία σχέση με το νοσοκομείο.
Εσείς, είπα.
Εγώ!
Απομείναμε για λίγο σιωπηλοί, μέχρι που ζήτησε λουλούδια αν μπορούσα πέντε ανεμώνες, ή να τον βοηθήσω να διαλέξει.
Για ποιον; τον ρώτησα.
Δεν είμαι ακόμα σίγουρος, χαμογέλασε. Ίσως με βοηθήσετε εσείς.
Διάλεξα πέντε, τυλίγοντάς τις με χαρτί και κορδέλα. Κρατούσε τις ανεμώνες, περίμενε ήρεμος δεν θύμιζε άντρα που κυνηγά ερωτικά, μόνο έναν που προσφέρει ευκαιρία.
Ειρήνη; Αν μπορώ ειλικρινά; Θα ήθελα να σας δω κάποια φορά έξω. Έτσι, χωρίς να είμαι γιατρός, ούτε για χάρη της περίστασης. Σε μια καφετέρια, ή στο θέατρο αν σας αρέσει.
Πήρατε απόφαση καιρό τώρα;
Τρεις μήνες περίπου. Απ όταν μιλήσαμε στο διάδρομο του νοσοκομείου.
Τότε ήμουν ακόμα και στα χαρτιά παντρεμένη, είπα ήσυχα.
Περίμενα γι αυτό. Δεν μου αρέσουν οι μισές λύσεις.
Ο δρόμος έξω ήταν ακόμα χειμωνιάτικος, με τα σπουργίτια να τσακώνονται στη βροχερή σκάλα του πεζοδρομίου.
Δεν ξέρω, του ομολόγησα έπειτα. Πώς γίνεται πάλι. Ήμουν 17 χρόνια παντρεμένη, ύστερα αφοσιώθηκα να μαθαίνω εμένα μοναχική. Το ξέρω;
Ούτε κι εγώ πολύ, είπε. Είχα διαζύγιο πριν 6 χρόνια. Κόρη 17 ετών, ζει με τη μητέρα της. Δούλεψα πολύ για να μη σκέφτομαι. Τώρα, ίσως, μπορώ να σκέφτομαι κι όχι μόνο.
Η βοηθός μου είχε βγει για λίγο. Ήμασταν πάλι μόνοι.
Θέατρο, είπα τελικά. Δεν έχω πάει χρόνια.
Χάρηκε. Συμφωνήσαμε για Σάββατο. Πλήρωσε, μοιράστηκε χαμόγελα, και έφυγε.
Κοίταξα τις ανεμώνες στο χέρι του. Ένας άνθρωπος που δεν μ απαιτούσε, που δεν με πίεζε. Απλώς μπήκε στη ζωή μου ειλικρινά.
Καλό ήταν.
***
Η επόμενη εβδομάδα κύλησε ήσυχα. Το Σάββατο ήρθε με μουντό ουρανό και άρωμα καφέ από τη φρεσκοαγορασμένη μηχανή που ο Τάσος πάντα γκρίνιαζε πως ήταν ξόδεμα άσκοπο.
Έπινα καφέ στο παράθυρο, ήσυχη, με ένα μήνυμα στο κινητό:
«Καλημέρα! Θέατρο στις εφτά; Πάμε πρώτα για φαγητό; Αν θέλετε, ό,τι θέλετε. Ανδρέας».
Χαμογέλασα στη μικρή αναγραμματισμένη λέξη («καλήμερα» χωρίς ε).
«Πάμε. Στις έξι;» απάντησα.
Ο ήσυχος ρυθμός της πόλης δεν αλλάζει από τα μικρά μου βήματα. Όμως ήξερα: αυτό, αυτή τη φορά, το διάλεξα μόνη μου. Ούτε γιατί έπρεπε, ούτε για να μην πληγώσω κανέναν.
Η μέρα ξεκίνησε. Η μηχανή έκλεισε, τα λουλούδια ποτίστηκαν, το σπίτι μου δικό μου. Μικρό, φωτεινό, με βαθυκόκκινες ανεμώνες στο ποτήρι πάνω στο περβάζι.
Όταν έφτασα στο καφέ, ο Ανδρέας με περίμενε ήδη έξω.
Καλησπέρα, είπαμε σχεδόν μαζί.
Δύο άνθρωποι στην Αθήνα, μια βροχερή μέρα που διάλεξαν να ξεκινήσουν κάτι επειδή το ήθελαν.
Πάμε; είπε.
Πάμε, του απάντησα.
Και αυτό ήταν όλο.





