Γρουσένκα: Η συναρπαστική ιστορία μιας ξεχωριστής Ελληνίδας

Κατερίνα

Είχε ο πατέρας μου τρεις κόρες. Οι δυο, η Ελευθερία και η Δανάη, ήταν τόσο όμορφες, που όλο το χωριό τις θαύμαζε, ενώ η τρίτη, η μικρή Κατερίνα, ήταν αδύνατη, με μια μικρή καμπούρα στην πλάτη, μα με δυο λαμπερά μάτια που έλαμπαν στο πρόσωπό της. Ούτε στα χωράφια μπορούσε να βοηθήσει, ούτε στο σπίτι προλάβαινε να σταθεί μαζί με τις μεγάλες αδερφές όλα της φαίνονταν βαριά.

Οι δυο μεγάλες, η Ελευθερία και η Δανάη, είχαν πολλούς μνηστήρες και προξενιά, κι όλο νέοι στην αυλή τους μπαινόβγαιναν. Την Κατερίνα, όμως, κανείς δεν την ήθελε για νύφη. Γι αυτό και οι αδερφές έλεγαν:

Όσο είναι ανύπαντρη η Κατερίνα, εμείς δεν παντρευόμαστε! Πρώτα να τη βολέψουμε κι ύστερα στον δικό μας γάμο.

Ο καιρός περνούσε, μα κανείς για την Κατερίνα δεν ερχόταν. Τη στόλιζαν, τη ρουζάριζαν οι αδερφές, αλλά τίποτα. Οι φίλες άρχισαν κι αυτές τα πειράγματα:

Όσο κουράζεστε να παντρέψετε την Κατερίνα, θα σας προσπεράσουν όλοι οι γαμπροί!

Τα άκουγε αυτά η Κατερίνα και της πόναγε η ψυχή, πιο πολύ για τις αδερφές της παρά για τον εαυτό της. Συννόησε λοιπόν μια νύχτα:

Δεν αντέχω να χαλάω τις ζωές των δικών μου. Καλύτερα να φύγω μόνη μου να πάνε οι αδερφές μου στον δρόμο τους. Θα πάω στην Αθήνα, ίσως βρω κανένα σπίτι για να δουλέψω.

Περίμενε να κοιμηθούν όλοι, έβαλε λίγα ρούχα σε ένα δεματάκι, φόρεσε το φουλάρι της και βγήκε στο δρόμο.

Όλη νύχτα περπατούσε η Κατερίνα. Φεγγάρι γεμάτο, ο δρόμος φωτεινός και δεν φοβόταν. Μα όταν πλησίασε το πευκοδάσος, της ήρθε δισταγμός: αν πεταχτεί κανένας αγριογούρουνος; Παρόλα αυτά, τρύπωσε στον δασικό δρόμο κι έσυρε τα βήματά της στη σιωπή.

Είχε αρχίσει να χαράζει η Κατερίνα κουράστηκε, κι η πόλη ακόμα μακριά. Βρήκε σκιά κάτω από μια αγριοφιστικιά, έβαλε το δεματάκι για μαξιλάρι, κουκουλώθηκε και αποκοιμήθηκε.

Πόσο κοιμήθηκε δεν ξέρω, μα ξαφνικά ξύπνησε από το χτύπημα τσεκουριού. Άκουσε ένα «θρααπ», κι ένα ξερό πεύκο γκρεμίστηκε εκεί δίπλα! Πετάχτηκε πάνω τρομαγμένη· ετοιμάστηκε να φύγει τρέχοντας, μα βλέπει έναν γέροντα να πλησιάζει. Κοντούλης, μα δυνατός, άσπρα γένια, με τσεκούρι στο χέρι.

Η Κατερίνα τρόμαξε πιο πολύ, αλλά ο γέροντας της λέει:

Μη φοβάσαι, εγγονή μου. Κακό δεν θα σου κάνω.

Ποιος είσαι, παππού; Παρά λίγο να με χτυπήσεις!

Εγώ, κορίτσι μου, είμαι δασοφύλακας, εδώ πιο πέρα μένω. Έκοβα κάτι ξερά. Εσύ; Τι δουλειά έχεις μόνη σου στο δάσος;

Η Κατερίνα του άνοιξε την καρδιά της. Ο γέροντας σκέφτηκε, χάιδεψε τα γένια και της λέει:

Καημένη μου και καλή φαίνεσαι. Μείνε στη καλύβα μου, θα είσαι σαν εγγονή για μένα. Κι αν θελήσεις να φύγεις, θα σε πάω ο ίδιος μέχρι την Αθήνα.

Χάρηκε η Κατερίνα, κι έμεινε στο δάσος με τον δασοφύλακα. Ο γέρος όλη μέρα στα δέντρα, η Κατερίνα στη σειρά με τις δουλειές εύκολα τα κατάφερνε. Ήταν εύθυμος, καλός ο παππούς, και τόσα είχε να διηγείται που η Κατερίνα ξεχνούσε τα προβλήματά της.

Λίγο λίγο, ο γέροντας της έδειχνε βότανα, ρίζες, αγριοφρούτα· της μάθαινε πότε να τα μαζεύει, πώς να τα αποξηραίνει, πώς να φτιάχνει γιατρικά. Ό,τι ήξερε, της το έμαθε.

Ώσπου ήρθε η ώρα του να φύγει απ τον κόσμο. Η Κατερίνα έκλαψε πικρά· μα ο γέροντας της είπε:

Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου. Όλα έχουν το τέλος τους. Ό,τι ήξερα, σου το μαθα. Όπως εγώ βοήθησα το δάσος, εσύ να βοηθάς ανθρώπους.

Πέθανε ο γέρος, τον έθαψε η Κατερίνα όπως έπρεπε, και πήρε τον δρόμο του γυρισμού.

Φτάνει πίσω στο χωριό της, τις Αλυκές. Οι δυο αδερφές είχαν ήδη παντρευτεί αδέρφια και ζούσαν όλοι μαζί σε ένα μεγάλο σπίτι. Μόλις είδαν την Κατερίνα να γυρίζει, χαρά γεμάτα την υποδέχτηκαν! Της έδωσαν το ωραίο το δωμάτιο και η Κατερίνα άρχισε να βοηθά τις αδερφές. Ήξερε πια όλα τα μυστικά της φύσης: πώς να θρέψεις τη γη, να κάνεις καλά αρρώστιες, να καθαρίσεις τα χόρτα, να είναι το κοπάδι γερό. Όλα τα σπίτια γεμάτα χαρά, ποτέ κακό δεν τους έβρισκε.

Γρήγορα έμαθε όλο το χωριό για την Κατερίνα. Όλοι για συμβουλή κοντά της και ποτέ δεν αρνήθηκε σε κανέναν. Ούτε χρήματα ζήτησε· ό,τι μπορούσε ο καθένας έφερνε μερικά αυγά, ένα μαντηλάκι, σύκα. Σε φτωχούς και άρρωστους δεχόταν τίποτα.

Στο ίδιο χωριό ζούσε κι η Τασούλα η Γιατρού, γνωστή όλων για τα μάγια και τα τάματα. Τη φοβόντουσαν όμως οι χωρικοί έλεγαν πως μονάχα κακό έκανε. Από τότε που άρχισε η Κατερίνα να βοηθά, όλοι σε αυτή πήγαιναν, και το καλύβι της Τασούλας άδειαζε. Θύμωσε πολύ η Τασούλα, και έριχνε στο νου πονηριές. Ένα μεσημέρι, εμφανίζεται:

Χαίρεται, Κατερίνα μου, γλυκιά μου!

Καλώς τη γιαγιά, της απαντά ευγενικά η Κατερίνα.

Σ εσένα ήρθα για βοήθεια, παιδί μου. Το χέρι μου πονάει, μούδιασε και με ταλαιπωρεί.

Κάθισε, να σου το δω, γιαγιά.

Της πιάνει το χέρι η Κατερίνα, το ελέγχει.

Σίγουρα αυτό πονάει; Δώσε μου και το άλλο να δω.

Αυτό, κόρη μου, αυτό! Δεν αντέχω, ούτε φαγητό μπορώ να πιάσω!

Η Κατερίνα την κοιτάζει με απορία.

Γιαγιά, δεν νιώθω να πονά το χέρι σου.

Πώς; Δεν πονάει! Κοίτα τα δάχτυλά μου πώς είναι!

Απορημένη η Κατερίνα, μα δεν πείθεται.

Όπως θέλεις, γιαγιά, εγώ όμως δεν νιώθω πόνο στα χέρια σου.

Ε, τότε καλά μάλλον κουβέντα να γίνεται ήθελα. Έγινε καλό που μίλησα μαζί σου. Πάρε αυτό το καθρεφτάκι, να καμαρώνεις στα νιάτα σου.

Να σαι καλά, γιαγιά. Καλό να σε έχει ο Θεός, κι η καλή κουβέντα κακό δεν κάνει.

Μα η Τασούλα είχε ευχηθεί κακό το καθρεφτάκι

Πέρασε καιρός και η Κατερίνα άρχισε να ισιώνει την πλάτη της. Τα χωριά παραξενευτήκαν είχε ομορφύνει και περπατούσε σαν να μην είχε καμπούρα. Στον καθρέφτη της γιαγιάς κοιτούσε και χαιρόταν. Η Τασούλα, όμως, κατάλαβε πως τα μάγια της δεν έπιασαν, κι επέστρεψε με καινούργιο σχέδιο: Τώρα είπε πως πονάει η μέση της, τρέμουν τα πόδια. Και στ αλήθεια, όσο το έλεγε, τόσο χειρότερα ένιωθε.

Η Κατερίνα της έδωσε βότανα και της εξήγησε πώς να τα φτιάξει· η Τασούλα τής δίνει δώρο μια χτενούλα από κόκαλο.

Στα νιάτα σου, κοπέλα είσαι, να στολίζεις τα μαλλιά σου!

Η Κατερίνα την ευχαρίστησε πάλι:

Να σ’ έχει καλά ο Θεός, γιαγιά! Όλα καλά να γυρίσουν πίσω σε εσένα.

Ο καιρός περνούσε και όλο η Κατερίνα ομόρφαινε το πρόσωπο της ρόδινο, η πλεξούδα της πλούσια, το κορμί της γεμάτο ζωή. Η Τασούλα, αντίθετα, μαράθηκε κι έμεινε κατάκοιτη, μόνος της πια, να βογκάει. Φώναξε να τη δει η Κατερίνα.

Η Ελευθερία και η Δανάη προσπαθούσαν να τη σταματήσουν.

Μη πας, Κατερίνα, κακό θα βρεις! Η γιαγιά είναι μάγισσα!

Μη φοβάστε, απάντησε χαμογελαστά η Κατερίνα, το πρωί συμβουλεύει καλύτερα απ το βράδυ.

Ξυπνάει νωρίς, πλένει το πρόσωπό της με καθαρό νερό, βάζει το καλό της φόρεμα. Ετοιμάζει στηθόδεμα με μέλι από άγριες μέλισσες, μήλα απ τον κήπο και διάφορα βότανα.

Οι αδερφές της τη θαύμασαν:

Πόσο όμορφη έγινες, Κατερίνα! Το φόρεμα σε στολίζει ή έγινε κάποιο θαύμα;

Πάει η Κατερίνα στο καλύβι της Τασούλας, μα η πόρτα κλείνει δυνατά και δεν ανοίγει με τίποτα.

Γιαγιά! Φώναξε Άνοιξέ μου!

Μέσα ακούγονταν φωνές και θόρυβος· μαχαιροπίρουνα στα γέλια, φωνές περίεργες.

Μην την αφήσεις να μπει! Δεν της πιάνει το κακό! Ό,τι της στείλουμε, γύρνα πίσω!

Η Κατερίνα ξαναφώναξε:

Γιαγιά, είσαι καλά; Σου φερα δώρα! Άνοιξέ μου!

Καμία απάντηση. Μέσα ακούγονταν ουρλιαχτά, γαβγίσματα, μουγκανητά, και στον φούρνο είχε ξεχωριστό θόρυβο. Το χωριό μαζεύτηκε, όλοι κοιτούσαν σαστισμένοι τέτοιο κακό δεν είχαν ξαναδεί!

Τρίτη φορά φώναξε η Κατερίνα:

Γιαγιά, άνοιξε! Έχω δώρα: μέλι αγροτικό, μήλα, βότανα ευωδιαστά!

Άφησε το καλάθι με τα δώρα στην αυλή, και τότε καπνός μαύρος, σαν κάρβουνο, βγήκε από την καμινάδα. Κοράκια πετούσαν παντού, κι όλο το καλύβι μαύρισε. Νόμιζαν οι χωρικοί πως πήρε φωτιά και τρέξανε με νερό, άλλοι έσπασαν τη μάντρα.

Ξάφνου ο ουρανός καθάρισε και όλα διαλύθηκαν με το πρώτο φως του ήλιου και, που ήταν το σπίτι της Τασούλας, μόνο μια χούφτα στάχτες και κάρβουνα έμειναν.

Τα κακά της Τασούλας την έκαψαν! είπε μια γειτόνισσα. Ήθελε να πειράξει την Κατερίνα, αλλά το καλό δεν νικιέται από το κακό.

Η Κατερίνα όλο και ομόρφαινε, ώσπου βρέθηκε κι αυτή καλός γαμπρός απ το ίδιο χωριό. Οι αδερφές της, χαρούμενες, τη γιόρτασαν σαν αληθινή βασίλισσα.

Στο μέρος όπου άφησε το καλάθι με τα δώρα στην ερειπωμένη αυλή, φύτρωσαν βάτα με μεγάλες, μοσχομυριστές φραούλες, που το χωριό τις μάζευε κάθε χρόνο. Έτσι κι ονομάσανε τα Αλυκές, Φραουλένιο Χωριό.

Κι εγώ, γράφοντας όλα αυτά, κατάλαβα πως το καλό πάντα γυρίζει πίσω. Ό,τι δίνεις με καθαρή καρδιά, μια μέρα θα στο φέρει πίσω η ζωή, κι αν έχεις αγάπη μέσα σου, ούτε μάγια, ούτε φθόνος μπορούν να σε λυγίσουν.

Oceń artykuł
Γρουσένκα: Η συναρπαστική ιστορία μιας ξεχωριστής Ελληνίδας