Γράμμα στον Πατέρα

Γράμμα στον πατέρα

Μα τι φρούτο είσαι κι εσύ, Γιαννάκη! Δεν το περίμενα αυτό από σένα! Η Ελευθερία άφησε στην άκρη τους καλούς τρόπους κι έσκουπισε τη μύτη της με το μανίκι της μπλούζας της.

Τη συγκεκριμένη μπλούζα της την είχε ράψει η μητέρα της, βγάζοντας ένα κομμάτι μετάξι από τα σεντούκια της, στενάζοντας κάπως απογοητευμένη που δεν θα το κρατούσε η ίδια αυτή την ομορφιά, αλλά τελικά κάθισε στη ραπτομηχανή.

Ε, μεγάλωσε το κορίτσι. Χρειάζεται να ντύνεται όμορφα. Ποιος θα τη κοιτάξει αν είναι ντυμένη πρόχειρα;

«Καλύτερα να μη στενοχωριόταν τόσο η μαμά Τι κέρδος;» σκεφτόταν η Λευκοθέα κοιτώντας την πρώτη της αγάπη να απομακρύνεται.

Η αγάπη της έφευγε στρατιωτικό βηματισμό δίχως να γυρίσει ούτε μία φορά πίσω της.

Έσταζε πίκρα στην ψυχή!

Η Λευκοθέα συγκρατήθηκε να μη βουρκώσει, καθώς θυμήθηκε ότι έχει βαμμένες τις βλεφαρίδες, παρά τη ρητή απαγόρευση της μητέρας της. Κι άρα, το κλάμα απαγορεύεται απολύτως.

Γιάννης, Γιαννάκης

Ο αγαπημένος, ο μοναδικός! Μόνο μισό χρόνο κράτησε η ευτυχία τους, τα είχε μετρήσει η Λευκοθέα. Από τη μέρα που γνωρίστηκαν, ακριβώς έξι μήνες πέρασαν.

Μόνο έξι μήνες, και τόσα πολλά έγιναν

Τελικά, ο Γιάννης γύρισε, αλλά η Λευκοθέα έκανε πως δεν κατάλαβε.

Κι επειδή, τι νόημα έχει! Εκείνη να πάει να του πει τέτοια είδηση κι αυτός να κάνει τον δύσκολο; Ας πάει στον δρόμο του! Ναυτικός τι ήθελε να γίνει, κιόλας! Θάλασσες, ελευθερίες Τα έχουμε δει αυτά! Θα τα καταφέρει μόνη της. Θα γεννήσει, θα μεγαλώσει το παιδί, δε θα ζητήσει άδεια από κανέναν! Πολύ του πάει!

Έβραζε μέσα της η Λευκοθέα, αλλά εκεί, στην καρδιά της μια λεπτουργη πληγή έκλαιγε σιγανά, βασανιστικά.

Πώς γίνεται; Έλεγε πως την αγαπάει, υποσχέσεις, δώρα, γάμος Και μόλις του είπε πως περιμένει παιδί, το έβαλε στα πόδια;

Ή μάλλον δεν το είπε ξεκάθαρα.

Του είπε πως θέλει κάτι παραπάνω από σπάνιες συναντήσεις τα Σαββατοκύριακα, κι εκείνος απάντησε πως η θάλασσα τον περιμένει, τα σχέδιά του δεν θα τα αλλάξει. Αν τον αγαπάει, να έρθει μαζί του.

Μα πού να αφήσει τη μάνα της; Έγκυος κιόλας, σε άλλη άκρη της χώρας χωρίς κανέναν δικό της;

Όχι! Δεν θα συμβεί αυτό!

Η Λευκοθέα σηκώθηκε από το παγκάκι, ίσιωσε τη φούστα και έφτιαξε το μαλλί της. Τρία τσουλούφια όλο κι όλο, αλλά το περμανάντ κάνει θαύματα. Είχε δίκιο η μαμά· η εμφάνιση αλλάζει τα πάντα. Να, ο Γιαννάκης, δεν τον λες όμορφο, αλλά τον κυνηγούν όλες. Είναι ξύπνιος και αστείος, σοβαρός, μα και γράμματα λίγα πέντε τάξεις κι έναν διάδρομο! Κι όμως, υπολογίζει ο κόσμος.

Βέβαια, κι η Λευκοθέα Τεχνικό Λύκειο τελείωσε και τέλος. Η μάνα της επέμενε να συνεχίσει, αλλά αυτή ούτε να ακούσει δεν ήθελε. Παρεξηγήθηκαν για μήνα ολόκληρο γι αυτό!

Αλλά η Λευκοθέα ξέρει τι την συμφέρει. Τι να κάνει το πτυχίο, αφού ήδη βγάζει λεφτά στην οικοδομή; Στέλνει και στη μάνα της χρήματα και της φτάνουν να ζήσει κι ίδια.

Η μητέρα της μετά ξαναήρθε κοντά της, την αγκάλιασε. Έτσι κάνουν οι μάνες. Τώρα όμως Τι θα πει όταν μάθει πως θα γίνει γιαγιά; Θα γίνει χαμός;

Φυσικά, δεν το γλύτωσαν το ξέσπασμα.

Η μαμά φώναζε τόσο, που μαζεύτηκαν οι γειτόνισσες. Δεν εξήγησαν τίποτα, τις έδιωξαν λέγοντας πως η Λευκοθέα είχε προβλήματα στη δουλειά. Οικογενειακές υποθέσεις!

Πώς το κανες αυτό, κόρη μου; Δεν σου είπα να κρατιέσαι ως το γάμο; Ποιος θα σε θέλει τώρα; Άι, Γιάννη! Δεν το περίμενα τέτοια προδοσία από σένα! Και φαινόσουν καλό παιδί! Φίδι ήσουν! Τι, μόλις του είπες για το παιδί, έτσι εξαφανίστηκε;

Η Λευκοθέα σκέφτηκε αν πρέπει να πει την αλήθεια στη μάνα της. Θα τη λιώσει στις κατηγορίες. Ας πει λίγα λοιπόν, κι ο Γιάννης θα φύγει μακριά.

Ναι, μαμά. Έτσι έγινε.

Παναγιά μου Τι θα κάνουμε τώρα μαζί;

Τίποτα, μαμά. Θα τα καταφέρουμε! Αν δεν με αφήσεις, θα γεννήσω χωρίς φόβο.

Μα φυσικά, παιδί μου! Ποια μάνα αφήνει το παιδί όταν τη χρειάζεται;

Η Λευκοθέα έκλεισε τα μάτια και αναστέναξε με ανακούφιση.

Ορίστε, Γιαννάκη! Και χωρίς εσένα θα τα καταφέρουμε! Εσύ τρέξε στις θάλασσές σου!

Με τον καιρό, η Λευκοθέα ξέχασε τις λεπτομέρειες του διαλόγου με τον Γιάννη. Πείστηκε τελείως πως του είχε μιλήσει για το παιδί και απογοητεύτηκε από τη σκληράδα του. Έτσι, πόνος και θυμός στρογγυλοκάθισαν στην καρδιά της και της θύμιζαν πού και πού:

Για κοίτα, η κόρη όλο στον πατέρα της! Ίδιο πειραχτήρι! Σε τρελαίνει, έτσι για πλάκα! Να της πεις, να μην ρωτήσει για τον άμυαλο πατέρα της! Έφυγε για τη θάλασσα, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση! Κι αυτή θα σου φύγει μια μέρα έτσι! Γιατί δεν έμαθε να αγαπά και να κρατάει. Το μήλο κάτω απ τη μηλιά

Ίσως γι αυτό η μικρή Αριάδνη, η κόρη της Λευκοθέας, μεγάλωνε πιστεύοντας ότι μονάχα η γιαγιά την αγαπά, και αν Τη χάιδευε, τη χάρηζε, αλλά με το που άκουγε κάποιο υπονοούμενο από γειτόνισσα, την έσπρωχνε απότομα:

Πήγαινε, πήγαινε! Στη μάνα σου! Να σε συμπονέσει! Τι μας έτυχε και μας; Τι πληρώνουμε, Θεέ μου;

Ως τα τρία της χρόνια, η Αριάδνη ήταν βέβαιη πως καημενούλα και τιμωρία ήταν τα ονόματά της. Σαν το Αριάδνη, δηλαδή, που τη φώναζε καμιά φορά η μαμά, μόνο όταν κάπως γλύκαινε η διάθεσή της.

Έλα εδώ, κόρη μου! Να φτιάξω τα κοτσιδάκια σου! Όμορφα είναι, μα δεν είναι σαν τα δικά μου Πολύ πυκνά! Του πατέρα σου ήτανε κι αυτουνού τέτοια, μαύρα σαν το κυπαρίσσι! Και μάτια γαλάζια, σα θάλασσα. Εσύ όλη αυτόν πήρες Όμορφη είσαι, αλλά καλό δε σε περιμένει!

Γιατί; σκούρωνε το πρόσωπο της μικρής, έτοιμη να βάλει το κλάμα.

Γιατί έτσι!

Η φωνή της μάνας έτρεμε κι η μικρή ήξερε δεν έπρεπε να ρωτήσει παραπάνω. Πιο καλά στη γιαγιά, στην ποδιά με τη μυρωδιά κολοκυθοκεφτέ και στιφάδο, να κλάψει λίγο, για τη μαμά, για τη γιαγιά στο τέλος-τέλος. Μιας και το στίγμα της μαμάς το κουβαλούσε πάντα η γιαγιά.

Τι ήταν αυτό το στίγμα, το έμαθε πολύ αργότερα. Μόλις έκλεισε τα δέκα, η μαμά της ξαφνικά ομόρφυνε πολύ και έφυγε για την Αθήνα να κυνηγήσει καινούρια ζωή.

Η Αριάδνη έμεινε με τη γιαγιά.

Δεν της έλειπε ιδιαίτερα η μητέρα της. Άλλωστε πάντα έφευγε για δουλειές. Έφερνε δώρα, καινούρια ρούχα, την χάιδευε, μαλώνοντας παράλληλα με τη γιαγιά:

Μαμά, δεν την τρέφεις καλά! Θα λένε οι άνθρωποι πως την αφήνουμε νηστική!

Δεν τρώει το παιδί! Μονάχα λίγο ψωμί παίρνει, κι αυτό ήταν! Αν ήσουν κοντά, θα έτρωγε σωστά! Εγώ; Πού να προλάβω, και στο μαντρί και στο σπίτι και με το παιδί!

Δε χρειάζεται να τη φροντίζεις, μαμά! Μεγάλωσε! Τέλος πάντων, δες τι σου έφερα!

Και τι να τα κάνω τα δώρα; Καλύτερα να ήσουν εδώ! Υποφέρω Μου λείπεις!

Η μητέρα σκοτείνιαζε, κι η μικρη Αριάδνη φοβόταν πως πάλι θα τσακωθούν.

Σου λείπει; Εμένα δε μου λείπει; Είμαι ακόμα νέα, ωραία και τι μ αυτό; Ζω σαν το σαλιγκάρι! Και μου το κοπανάς κιόλας! Δεν θέλω πια να ζω έτσι! Μαμά, τουλάχιστον εσύ να με καταλάβεις! Έχω φορτωθεί τόσα Αν ήξερα, δε θα τον άφηνα να φύγει!

Πέρασε το! Ό,τι έγινε, έγινε!

Μαμά!

Τι; Έκανες παιδί μεγάλωσέ το! Αν όχι, γράψε στον πατέρα της! Ίσως την κρατήσει;

Να του δώσω την Αριάδνη; Αυτός ούτε που ήθελε να μάθει γι αυτήν! Τώρα έτοιμο παιδί; Δεν θα γίνει! Δεν δούλεψα τόσα χρόνια για να έρθει να πάρει το παιδί μου έτοιμο!

Τότε μηδιαμαρτύρεσαι! Το παιδί τα ακούει όλα! Νομίζεις δεν πονάει να μαθαίνει ότι ο πατέρας του είναι σκάρτος κι η μάνα του τρέχει σαν τη σκλάβα;

Ας πονάει! Η ζωή είναι και πίκρα! Φτάνει, μαμά! Μην το ξανασυζητήσουμε! Και μην διανοηθείς να γράψεις εσύ του Γιάννη! Σε ξέρω!

Η γιαγιά τήρησε την υπόσχεση, μα ως πότε;

Η Αριάδνη ετοιμαζόταν για τις Πανελλήνιες όταν έμαθαν τα νέα. Η μαμά της είχε κάνει αγοράκι κι έφυγε ξαφνικά από τη ζωή, χωρίς να εξηγήσει τίποτα σε κανέναν.

Το μυστικό θα έμενε θαμμένο, αν δεν πείσμωνε η Αριάδνη.

Όταν το άκουσε, η γιαγιά μάζεψε τα πράγματά της και έφυγε για την Αθήνα, αφήνοντας την Αριάδνη μόνη να φυλάει το σπίτι.

Τώρα δεν είναι καιρός για κλάματα ψιθύριζε η γιαγιά τυλίγοντας τη μαύρη της ζακέτα. Πώς θα ζήσουμε; Δεν ξέρω

Γιαγιά, θα δουλέψω εγώ!

Περίμενε, παιδάκι μου. Το μωρό πρώτα Ο πατέρας του το πήρε αλλά αρνείται να το μεγαλώσει. Κι εγώ Θα τα βγάλουμε πέρα, Αριάδνη;

Υπάρχει άλλος δρόμος; Εγώ χωρίς μαμά μεγάλωσα. Θα τον στείλουμε σε ίδρυμα; Δεν γίνεται!

Το ξέρω αλλά φοβάμαι πια, Αριάδνη. Δεν ξέρω πόσο αντέχω ακόμα

Μόλις η γιαγιά έφυγε, η Αριάδνη άρχισε να ψάχνει παντού στο σπίτι. Ήξερε καλά τι έπρεπε να κάνει.

Έπρεπε να βρει τον πατέρα της. Χωρίς βοήθεια θα ήταν αδύνατο.

Το ήξερε από παιδί. Έγραφε γράμματα στον πατέρα της, μυστικά, ζωγραφίζοντας, κρύβοντάς τα κάτω από το μαξιλάρι. Εικονογραφούσε όσα συνέβαιναν: έναν καινούριο γάτο, τη γιαγιά που της έμαθε μπουρέκι. Τα σημειωματάρια τα βρήκε η γιαγιά, αλλά δε μίλησε. Μια κουβέντα ακόμα προσπάθησε με τη μάνα, αλλά απελπίστηκε. Η μητέρα της θύμωνε τρομερά στον Γιάννη, ξεχνώντας ότι ποτέ του δεν είχε μάθει πως είχε παιδί.

Σιγά σιγά, τα σχέδια έγιναν γράμματα, κι η Αριάδνη έγραψε όλα της τα μυστικά.

Και τώρα έμενε το σημαντικότερο γράμμα: αυτό που ίσως κάποτε θα έστελνε

Βρήκε τελικά τη διεύθυνση σε παλιό φθαρμένο φάκελο καλά κρυμμένο πίσω από τη φωτογραφία της μαμάς. Σπάζοντας κατά λάθος το τζάμι του κάδρου, βρήκε το φάκελο.

Τι είναι αυτό; τραβώντας τον φάκελο, κατάλαβε ότι βρήκε ό,τι έψαχνε και ξέσπασε σε λυγμούς. Μαμά! Γιατί μου το κανες αυτό; Τι σου έφταιξα;

Κάθισε ώρα στο πάτωμα, μιλώντας στη μαμά της, ζητώντας της συγγνώμη για όλα δίχως να ξέρει για τι

Δεν ένιωσε όμως καλύτερα.

Συγχώρα με, μαμά, αλλά δεν θα σε ακούσω πια. Ξέρω ότι δεν ήθελες να μιλάω με τον πατέρα Όμως τον έχω ανάγκη! Η γιαγιά λέει πως «δεν είναι αιώνια» Θυμώνω μαζί της που το λέει, αλλά έχει δίκιο. Ήρθε η ώρα να τα βγάλω μόνη μου πέρα. Αν είναι τιποτένιος, όπως έλεγες, τουλάχιστον θα το ξέρω και θα πάψω να ελπίζω. Αν όμως δεν είναι έτσι; Ξέρεις, δεν σε πιστεύω απόλυτα. Πόνεσα τόσο να μην με αγαπά κανείς! Να μου λες ότι μοιάζω σε κάποιον που ποτέ δεν είδα! Θέλω να τον δω! Να του μιλήσω!

Ούτε της πέρασε από το μυαλό πως μπορεί ο παραλήπτης να είχε μετακομίσει.

Δεν σκέφτηκε τίποτα άλλο έπραξε.

Έμεινε όλο το βράδυ πάνω από μια παλιά κόλλα τετραδίου, γράφοντας μόλις τρεις σειρές όλη της η ζωή, η απογοήτευση, η ελπίδα, η ανάγκη, συμπυκνωμένες.

Έστειλε το γράμμα το επόμενο πρωί, στο δρόμο για το σχολείο.

Γυρίζοντας, βρήκε τη γιαγιά να της φέρνει το ανήσυχο νεογέννητο.

Ορίστε, Αριάδνη Ο Αλέξης Ο αδελφός σου είπε κι έκρυψε το πρόσωπό της.

Γιαγιά, γιατί είναι τόσο μικρός;

Κανονικός είναι! Εσύ ήσουν πιο μικρούλα.

Αλήθεια;

Βέβαια. Κι ύστερα, δες πόσο μεγάλωσες. Κι αυτός θα μεγαλώσει.

Γιαγιά, ο πατέρας του;

Υποσχέθηκε πως θα βοηθά, αλλά να τον πάρει δεν θέλει. Δεν έχει χρόνο για τέτοια.

Ε, τουλάχιστον έτσι η Αριάδνη μιμήθηκε τη φωνή της γιαγιάς τόσο καλά, που η άλλη γέλασε.

Έλα, Αριάδνη! Θα τα βγάλουμε πέρα;

Πώς αλλιώς; Χωρίς πολλά λόγια, γιαγιά! Όπως όλοι! Η Κωνσταντίνα, η Ζήκου, έχει εννιά παιδιά και δεν παραπονιέται! Μου υποσχέθηκε σεντόνια και ρουχαλάκια από τα δίδυμα. Μερικά δεν πρόλαβαν καν να τα φορέσουν! Αλήθεια είναι, γιαγιά;

Πως τα παιδιά μεγαλώνουν γρήγορα; Αλήθεια. Πιο γρήγορα κι απ τον χρόνο. Μόλις πριν λίγο κρατούσα έτσι τη μαμά σου κι ύστερα

Γιαγιά, μην κλαις! Θα κλάψω κι εγώ! Αλλά και τούτος δω ετοιμάζεται για γκρίνια! Τι θέλει; Βρεγμένος;

Πεινασμένος μάλλον! Κοίτα η ώρα πώς πέρασε! Τρέχα να τον πλύνουμε, κι έλα να του δώσουμε να φάει!

Η γιαγιά έδωσε το μωρό στην Αριάδνη.

Κράτα τον λίγο! Μη φοβάσαι! Θα τα καταφέρεις!

Η Αριάδνη έμεινε ακίνητη, με το ζεστό πακέτο στην αγκαλιά της. Για χρόνια, ονειρευόταν κάποιον που να είναι απαραίτητη για εκείνον, όπως είναι εκείνος απαραίτητος για τη Λευκοθέα. Η γιαγιά και η μαμά είχαν πάντα τα δικά τους κριτήρια για το ποιος χρειάζεται ποιον.

Θα παντρευτείς και μετά δεν θα μας θυμάσαι! έλεγε η μητέρα με πίκρα.

Η Αριάδνη όμως ήθελε ένα ζεστό σπίτι, μια μεγάλη οικογένεια σαν της Κωνσταντίνας, που ήταν γεμάτο παιδιά, φωνές και αγάπη από τρεις γενιές κάτω από ίδια στέγη.

Και τώρα να το!

Ήξερε ότι ο μικρός αυτός μπόμπιρας θα ήταν για πάντα δικός της και ότι κανείς δεν θα τους χώριζε.

Έμαθε γρήγορα να φροντίζει τον Αλέξη. Την πρώτη μέρα πέρασε η Κωνσταντίνα βιαστική:

Έλα εδώ, παλικάρι! Φώναζε, φώναζε! Να σου δυναμώσουν τα πνευμόνια! Λοιπόν, Αριάδνη, άκου: όλα τα κορίτσια τα καταφέρνουν! Και εσύ θα μάθεις! Πώς θα τον πλένεις και θα τον φροντίζεις θα σου δείξω. Η γιαγιά πού είναι;

Στην Αθήνα. Να τακτοποιήσει χαρτιά. Μου έχει δείξει, μα ήθελα να σου ζητήσω να μου εξηγήσεις επίσης εσύ δεν τα ξέχασες ακόμα!

Ε, εγώ; Με τόσα παιδιά; Σαν χθες ήταν!

Γι αυτό λέω πως εσύ θα με μάθεις καλύτερα! Φοβάμαι, Κωνσταντίνα. Είναι τόσο μικρός

Μην ανησυχείς, Αριάδνη! Όλε θα τα καταφέρεις έπλεξε τον μικρό με μια κίνηση. Παλιά παντρεύονταν νωρίς. Εσύ θα ήσουν με δύο ως τώρα! Θα τα βγάλεις πέρα!

Η Αριάδνη κοιτούσε τα χέρια της Κωνσταντίνας κι αναρωτιόταν πώς μαθαίνει κανείς να αγαπά τα παιδιά του

Αυτό της το έμαθε τέλεια ο Αλέξης. Πλέον, αδημονούσε να επιστρέψει σπίτι. Εκεί την περίμενε! Η πρώτη του άφατη χαμογελαστή αναφώνηση ήταν για την Αριάδνη, κι όχι για τη γιαγιά! Τη φώναξε πρώτη φορά:

Άια! τραγουδούσε, κουτσαίνοντας στην αυλή προς τη μεγάλη αδελφή.

Ναμαι, καλό μου! Έλα στην αγκαλιά μου!

Τα μικρά χεράκια τον αγκάλιαζαν στον λαιμό, κι εκείνη έσταζε αγάπη.

Που τριγύρναγες πάλι; Όλο λερώνεις το πρόσωπο! Έλα, πάμε να πλύνουμε!

Ο Αλέξης έκανε ό,τι έλεγε η αδελφή. Ακόμα και μούρη με σαπούνι ανεχόταν! Η γιαγιά γελούσε:

Σα γουρουνάκι! Κράτα τον σφιχτά, να μην τσακιστεί!

Μέσα σε όλες τις φροντίδες, η Αριάδνη σχεδόν ξέχασε το γράμμα στον πατέρα της. Απάντηση δεν ήρθε ποτέ οπότε το θεώρησε απάντηση. Δεν ενδιαφερόταν.

Άλλους συλλογισμούς δεν είχε ο Αλέξης γέμιζε όλη της την ημέρα.

Η γιαγιά μερικές φορές επέμενε για το πανεπιστήμιο, αλλά η Αριάδνη αντέλεγε:

Γιαγιά, δεν γίνεται! Θα πρέπει να φύγω στην πόλη μόνο σας θα μείνετε; Όχι, ούτε λόγος!

Η γιαγιά επέμενε. Η Αριάδνη εκνευριζόταν: δουλειά βρίσκει άνετα στο χωριό. Στη φάρμα ή στο μίνι μάρκετ της Κωνσταντίνας και του άντρα της, που μόλις άνοιξαν, χρειάζονται άτομα. Η ίδια η Κωνσταντίνα, της είχε πει, μόλις το αποφασίσει.

Η γιαγιά, όμως, ούτε να ακούσει.

Αριάδνη! Δεν το καταλαβαίνεις; Κι η μάνα σου έτσι τα χάλασε όλα μην την ακολουθήσεις! Για σένα παλεύω!

Γιαγιά, υπάρχει και κάτι πιο σημαντικό απ τα χαρτιά

Εκεί, στο μέσο του καυγά, εμφανίζεται αυτός που δεν πίστευε ποτέ ότι θα δει ξανά.

Γυρνούσε με τον Αλέξη από της Κωνσταντίνας. Ο μικρός, κουρασμένος απ το παιχνίδι, έκανε νάζια, μα ήξερε ότι όταν η Αριάδνη πει «ύπνος», δεν χωράει κουβέντα. Κοντά στην αυλόπορτα την τράβηξε:

Άια! Πάρε με!

Η αδελφή του τον σήκωσε, χαμογελώντας στο αστείο του ύφος.

Μπαίνοντας στην αυλή, στάθηκε. Κάποιος άγνωστος ασχολούνταν με κάτι στη βεράντα. Στεκόταν πάνω σ ένα παλιό σκαμνί, φτιάχνοντας την καμένη λάμπα που χρόνια περίμενε επισκευή.

Έτσι, επιτέλους ανάβει! είπε ικανοποιημένος, και κατέβηκε από το σκαμνί.

Τότε μόνο κατάλαβε τη Λευκοθέα και το αγοράκι.

Κόρη μου

Ο Γιάννης πλησίασε κι αγκάλιασε γερά και τους δύο.

Ψυχή μου

Η Αριάδνη έκπληκτη είδε δάκρυα στα μάτια του άγνωστου.

Συγχώρα με, παιδί μου! Δεν ήξερα τίποτα για σένα! Αυτός είναι; έδειξε τον Αλέξη, που τον κοιτούσε με απορία. Μου τον δίνεις λίγο; Έλα αγόρι μου, να σε δω λιγάκι!

Εκείνη μόλις κατάλαβε τι γινόταν.

Όχι ο δικός μου. Δηλαδή, δεν είναι γιος μου! Πατέρα, αυτός είναι Της μαμάς. Ο αδερφός μου, ο Αλέξης

Α, μάλιστα! Ο Γιάννης αγκάλιασε το αγόρι που του κόλλησε πάνω και τρίφτηκε στη γενειάδα του.

Τσουχτερός είσαι!

Θα ξυριστώ αύριο! Πάμε μέσα, κόρη Τα κουνούπια σας εδώ τρώνε και πέτρα!

Είναι κοντά ο ποταμός, πατέρα

Το θυμάμαι

Η γιαγιά τους καλωσόρισε με τέτοιο ύφος που φάνηκε ότι τα είχαν ήδη βρει με τον Γιάννη. Οπότε η Αριάδνη ένιωσε να μαλακώνει μέσα της.

Τι σημασία έχει τι συνέβη πριν την γέννησή της; Τώρα βρήκαν τον χαμένο κρίκο της οικογένειας. Αυτό μόνο έχει σημασία.

Κοίταζε τη χαρά του Αλέξη στα πόδια του πατέρα κι ένιωθε έτσι θα είναι από δω κι εμπρός. Πλέον, υπάρχει άντρας στην οικογένεια. Κι αυτό είναι σημαντικό.

Αργότερα, η Αριάδνη θα μάθει ότι το γράμμα της δεν χάθηκε στα ΕΛΤΑ, αλλά στάλθηκε στη σωστή διεύθυνση όμως ο Γιάννης είχε μετακομίσει πριν μήνες. Η νέα ενοικάστρια έκανε τον κόπο να ψάξει και να τον βρει, στέλνοντάς του μετά από καιρό το γράμμα. Εκείνος το πήρε μόλις βγήκε σε στεριά.

Μόλις πήρα το γράμμα σου, παιδί μου, πέταξα αμέσως! Νόμιζα πως ήμουν μοναχός στον κόσμο. Της μάνας σου έγραφα δεκάδες γράμματα. Δεν απάντησε ποτέ, εκτός από μια φορά. Μου είπε ότι παντρεύτηκε και να μην την ξαναενοχλήσω. Τι να έκανα; Αν ήξερα, θα ερχόμουν κολυμπώντας, σου ορκίζομαι! Τι χάρη Θεέ μου, που δεν την αξίζω! Έρχεσαι να ζήσουμε μαζί; Έχω διαμέρισμα στον Πειραιά. Μεγάλο, φωτεινό, με θέα στο λιμάνι. Το ηλιοβασίλεμα εκεί είναι πανηγύρι!

Πατέρα, δεν μπορώ

Γιατί;

Δεν φεύγω χωρίς τον Αλέξη και τη γιαγιά! Δεν είναι σωστό

Ποιος είπε πως χωρίς αυτούς; Το σπίτι χωράει όλους. Εσύ πρέπει να σπουδάσεις! Η γιαγιά θα βλέπει τον Αλέξη κι εσύ θα πας στο πανεπιστήμιο.

Και με τι λεφτά; Εμείς με τη γιαγιά με τα βίας τα βγάζουμε πέρα! Ο πατέρας του Αλέξη δεν πληρώνει διατροφή, καθόλου! Να φανταστείς, μόνο μία φορά εμφανίστηκε εδώ για δέκα λεπτά να δει ότι το παιδί είναι καλά και ξανάχαθηκε! Δεν είχε άλλωστε σκοπό!

Κόρη μου, θες να με προσβάλλεις; ο Γιάννης συνοφρυώθηκε, κι η Αριάδνη παραλίγο να ξεσπάσει στα γέλια, τόσο πολύ έμοιαζε στις γκριμάτσες με τον μικρό Αλέξη. Γιατί γελάς; Τι είμαι εγώ; Δυο γυναίκες κι ένα παιδί δεν μπορώ να τα ζήσω; Είπαμε! Ετοίμαζε βαλίτσες! Η γιαγιά το χει ήδη αποφασίσει! Μόνο το δικό σου ναι ήθελε. Οπότε;

Ναι, πατέρα Ναι

Και η Αριάδνη αγκαλιάζει τον πατέρα της, ευλογώντας την ημέρα που του έγραψε γράμμα.

Κι ύστερα, φεύγουν μαζί για τον Πειραιά και το λιμάνι, που τελικά μόνο ήσυχο δεν είναι.

Κι όσο κι αν η ζωή της Αριάδνης δε θα είναι γαλήνια ούτε ήσυχη, με περισσότερες φουρτούνες παρά μπονάτσες, θα ξέρει πως πάντα υπάρχει μια αγκαλιά, ένα σπίτι και μια μυρωδιά από σπανακόπιτα και πίτες που η ίδια ποτέ δεν θα μάθει να φτιάχνει, όσες φορές κι αν της δείξει η γιαγιά.

Και θα τη περιμένει ο ατίθασος πιτσιρικάς, να της φωνάξει με φωνή που αρχίζει να βαθαίνει:

Ήρθες! Ο μπαμπάς είπε θα φανείς σήμερα! Αριάδνη, μου έλειψες!

Κι εσύ, αδερφάκι μου κι εσύ!

Oceń artykuł
Γράμμα στον Πατέρα