Γνωρίζω τη «φίλη» μου σε ένα σεμινάριο, στο οποίο γράφτηκα για να έχω шанс σε μια πολύ καλή δουλειά στην Αθήνα. Για να είμαι ειλικρινής, δυσκολευόμουν με κάποιο από το υλικό, εκείνη όμως συνεχώς μου έδινε χέρι βοηθείας. Ο καιρός πέρασε, τελειώσαμε το σεμινάριο και κρατήσαμε επαφή. Εκείνη συνέχιζε να εξαρτάται οικονομικά από τους γονείς της, εγώ ήμουν παντρεμένη, χωρίς την οικονομική τους στήριξη.
Έψαχνα δουλειά και ήμουν τυχερή, γιατί μια γνωστή μου έκανε σύσταση. Αυτή η διαδικασία κράτησε μήνες. Βρεθήκαμε μερικές φορές με τη «φίλη» μου, όμως συχνά ακύρωνε λέγοντας πως «έγινε αργά». Εγώ ήμουν όντως πιεσμένη, μα ήθελα να μην χαθούμε. Όταν ήρθε η ώρα να καταθέσουμε δικαιολογητικά και να δώσουμε εξετάσεις, πλέον δεν δούλευα και έκανα οικονομία για κάποιες ιατρικές μου ανάγκες. Εκείνη δεν είχε άγχος για λεφτάοι γονείς της κάλυπταν τα πάντα.
Στις εξετάσεις εκείνη τα κατάφερε με την πρώτη. Εμένα δεν με πήραν. Προσπάθησα ακόμη δύο φορές, πάντα χωρίς επιτυχία. Της ζήτησα βοήθεια για το διάβασμα, πάντα έβρισκε κάποια δικαιολογία για να μην μπορεί. Χάθηκε τελείως τους μήνες του Δεκέμβρη και του Ιανουαρίου. Εγώ συνέχισα να ψάχνω δουλειά, χωρίς καμιά τύχη ως τα μέσα Φλεβάρηήταν μία πολύ δύσκολη περίοδος. Όταν τελικά βρήκα δουλειά, δούλευα και καθημερινές και σαββατοκύριακα.
Τέλος Φλεβάρη η «φίλη» μου επικοινώνησε, λέγοντας ότι θέλει να βρεθούμε μέσα Μάρτη για καφέ. Δίστασαδεν ήθελα πια να βλέπω άτομα από εκείνο το περιβάλλον, με πονούσε που δεν με πήραν στη δουλειάμα το δέχτηκα γιατί έμεινε κάτι ξεχωριστό για μένα. Η συνάντηση ήταν να γίνει Σάββατο και εγώ ζήτησα ειδικά άδεια από τη δουλειά για να λείψω. Της έστειλα μήνυμα το βράδυ της Παρασκευής, αλλά δεν απάντησε. Τίποτα, ούτε το Σάββατο. Η συνάντηση ακυρώθηκε. Εγώ, μάλιστα, έμπλεξα με το αφεντικό μου λόγω της χαμένης βάρδιας, κι εκείνη εμφανίστηκε τη Δευτέρα στα μηνύματα, γράφοντάς μου στο WhatsApp πως είχε «οικογενειακό θέμα».
Νευρίασα πολύ κι έκοψα κάθε επαφή για τρεις μήνες. Ύστερα, όταν υποβλήθηκα σε χειρουργείο, με πήρε τυχαία τηλέφωνο. Της είπα πως αναρρώνω, πως είμαι ευάλωτη, αλλά παρ όλα αυτά μιλήσαμε. Μου είπε:
Αν θες κοιμήσου λίγο και θα σε πάρω αργότερα να δω πώς είσαι.
Δεν με πήρε ποτέ.
Πέρασαν ακόμη δύο μήνες, μου είπε πως θέλει να βρεθούμε, αλλά μόνο καθημερινή. Εκείνη την περίοδο έκανα απογευματινά μαθήματα (που πλήρωνα ακριβά) και δεν μπορούσα να λείψω για χάρη της. Αρχικά συμφώνησα διστακτικά, μετά το μετάνιωσα και ακύρωσα νωρίτερα.
Ξεκίνησε να με παίρνει συχνά για να «δεί τι κάνω», μα αισθανόμουν ότι ειρωνευόταν. Ρωτούσε συνέχεια για τους δικούς μου, και πέταγε ατάκες του τύπου «Χώρισαν οι γονείς σου;» (σα να το περίμενε). Η αλήθεια είναι ότι δεν έφταιγα εγώ για τους δικούς της. Αυτές οι παρατηρήσεις με τσίγκλησαν και σιγά σιγά άρχισα να κόβω τα πολλά πολλάαπαντούσα σύντομα ή ακόμα και με μικρά ψέματα.
Σταδιακά την έβγαζα απ όλα τα social media μου. Τον Μάρτιο της επόμενης χρονιάς έσβησα και το τελευταίο ίχνος της. Μου έστειλε μήνυμα, μα το αγνόησα. Μια μέρα μετά τα γενέθλιά μου με πήρε να μου ζητήσει το λόγο. Μου είπε πως πάντα το προσπαθούσε μαζί μου, δεν καταλαβαίνει γιατί της φέρθηκα έτσι. Της είπα πως δεν έχω χρόνο για μένα, πόσο μάλλον για φίλους, αλλά προφανώς βρίσκω χρόνο να ανεβάζω φωτογραφίες με άλλους:
Κάνε, λοιπόν, παρέα με άλλους.
Τελικά μου είπε πως απλώς ήθελε να με βοηθήσει και δεν θα με ξαναενοχλήσει ποτέ. Ειλικρινά αυτό με πλήγωσε. Νιώθω πως δυσκολεύομαι πια να εμπιστευτώ τους ανθρώπους. Ήθελε να είμαι καλά, αλλά ποτέ καλύτερα από εκείνη. Ποτέ δεν νοιάστηκε πραγματικά για μένα, παρότι εγώ της φερόμουν με ενδιαφέρον.
Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν ήμουν απλά κι ένας κρυφός έρωτας γι αυτή από τον τρόπο που χλεύαζε τη σχέση μου, ήθελε να βγαίνουμε όλες μαζί ή σχολίαζε φωτογραφίες άλλων κοριτσιών με υπονοούμενα. Εγώ της άνοιξα αλήθεια τη δική μου ζωή, και μάλλον αυτό ήταν το λάθος μου. Πονάει, γιατί ήταν πάντοτε όλα μονόπλευρα: ήθελε να με κρατά κάπου έξτρα. Νόμιζα πως ήταν αυθεντική φιλία, πως είχαμε τόσα κοινά, αλλά δεν ήταν έτσι. Δεν μου είναι εύκολο πια να ανοίγομαι. Θέλω να βρω κι άλλους φίλουςαλλά είναι δύσκολοΚαι κάπως έτσι, έμαθα να διαβάζω πέρα από τις λέξεις και τις υποσχέσεις· να κοιτώ τις πράξεις, τις απουσίες, τα βλέμματα. Έναν χρόνο αργότερα, καθώς κρατούσα έναν καφέ στα χέρια μου διασχίζοντας το κέντρο της πόλης, στάθηκα λίγο να αναλογιστώ όλα αυτά. Εκείνη χάθηκε, μα μαζί της έφυγε και ένα κομμάτι του παιδικού ενθουσιασμού που είχα για τις φιλίες. Δεν με πονάει πια. Μου χάρισε, χωρίς να το ξέρει, τη θέληση να προστατεύω τον εαυτό μου και να χτίζω αληθινές σχέσεις, όχι ψευδαισθήσεις.
Λίγο αργότερα, γνώρισα ανθρώπους που με αναγνώρισαν γι αυτό που είμαι. Μου πήρε χρόνο να τους αφήσω να μπουν, μα αξίζει πλέον, γελάω ειλικρινά, χωρίς να σκέφτομαι αν κάποιος το κρατά λογαριασμό. Και τώρα, όταν κοιτάω παλιές φωτογραφίες, δεν βλέπω απώλειες. Βλέπω βήματα που με έφεραν εδώ: πιο ακέραιη, πιο προσεχτική, πιο δυνατή.
Ίσως κάποιες φιλίες να εμφανίζονται μόνο για να μας μάθουν πώς να αγαπάμε, πρώτα, τον εαυτό μας. Κι αυτό, τελικά, είναι το σημαντικότερο δώρο.






