«Γκρεμίστε την παράγκα!» — φώναζε ο επιχειρηματίας, χωρίς να ξέρει ότι ήδη πλησίαζε στο σπίτι ο αξιωματικός της ΕΚΑΜ

«Ρίξτε το παράπηγμα!» φώναζε ο επιχειρηματίας, αγνοώντας πως ήδη ένας άντρας των Ειδικών Δυνάμεων πλησίαζε το σπίτι

Ο Άγγελος ποτέ δεν χώνευε τον Νοέμβριο. Νοέμβριος στην Ελλάδα σημαίνει λάσπη που κολλάει στα παπούτσια σαν κόλλα, κι ο ουρανός πέφτει τόσο χαμηλά, που λες, θα ισιώσει και τα πεύκα. Το ΚΤΕΛ τον άφησε στη στροφή, τον τύλιξε σε σύννεφο καυσαερίων και χάθηκε μες στην καταχνιά.

Ένα-δυο χιλιόμετρα με τα πόδια μέχρι το χωριό. Ο σακίδιος πίεζε γνώριμα τους ώμους του είχε μέσα τα καθιερωμένα καλούδια: ένα μάλλινο μαντήλι, μια κούτα σοκολατάκια που λάτρευε η γιαγιά Ελένη και έναν καλό ελληνικό καφέ. Δεν είχε ειδοποιήσει την γιαγιά, ήθελε να δει το βλέμμα της μόλις θα περνούσε την αυλόπορτα. Τρία χρόνια στρατό, δυο γερά τραύματα, μήνες στα νοσοκομεία ήθελε απλώς σιωπή, ξύλα που τρίζουν στη σόμπα κι εκείνα τα απίθανα φαγητά της γιαγιάς που μοσχοβολούν όλο το σπίτι.

Τη σιωπή όμως, ξέχνα την.

Ο Άγγελος άκουσε το βαρύ βουητό πριν καν στρίψει στον δρόμο με τα πεύκα. Κάπως έτσι ακούγεται ένας ντιζελοκινητήρας στο ρελαντί μουντός, υποχθόνιος. Βιάστηκε, πατώντας με ακροβατικές κινήσεις ανάμεσα σε νερολακούβες. Η γνώριμη πράσινη περίφραξη που ίδιος είχε βάψει πριν τέσσερα χρόνια έλειπε σε ένα κομμάτι, πεσμένη κάτω.

Ένα τεράστιο μαύρο τζιπ είχε καταλάβει την είσοδο. Δυο στριμμένοι τύποι με δερμάτινα μπουφάν κλωτσούσαν τις λάσπες ρίχνοντας ηλιόσπορους με άνεση. Λίγο πιο μέσα, ένας άντρας με παλτό στο χρώμα του φραπέ αγρίευε πάνω από μια μικρή φιγούρα τυλιγμένη με μια παλιά αδιάβροχη.

Καλά, κυρά μου, ξεμωράθηκες τελείως; η φωνή του επιχειρηματία έσπαγε τζάμια. Μια βδομάδα σου έδωσα! ΜΙΑ! Έχω τα μηχανήματα να αραχνιάζουν και τους μετόχους να με τρώνε!

Για πού να φύγω, αγόρι μου; η φωνή της γιαγιάς Ελένης έτρεμε. Θα ρθει χειμώνας… Εδώ έζησε ο παππούς σου, εδώ είναι το βιός μας…

Στο γηροκομείο θα πας! ο άνδρας μανιασμένος πέταξε το πόδι του σ’ ένα παλιό μεταλλικό κουβά που κύλησε στο προαύλιο με θόρυβο. Ρίχτε το παράπηγμα! φώναξε στους δυό, που μασούσαν ηλιόσπορους. Αφού με το καλό δεν καταλαβαίνει!

Ο ένας μαγκούφης χαμογέλασε με μισό στόμα, προχώρησε.

Ο Άγγελος δεν φώναξε, ούτε έτρεξε. Μπήκε στην αυλή ήσυχα, όπως του χαν μάθει στο στράτευμα. Ο σάκος του γλίστρησε στα χόρτα.

Ο δερματάς τον πήρε χαμπάρι, όταν σχεδόν τους χώριζαν δυο βήματα.

Έλα εδώ, ρε φιλαράκι, εσύ ποιος… δεν πρόλαβε να τελειώσει.

Ένα κοφτό βήμα του Άγγελου, μια κίνηση και ο τύπος διπλώθηκε με έναν ήχο, λες κι έφαγε μπουνιά από τρακτέρ. Ο άλλος προσπάθησε να νοιάστει, αλλά το βλέμμα του Άγγελου τον έκανε να κοντοσταθεί.

Δεν υπήρχε θυμός στα μάτια του. Μονάχα η κούραση ανθρώπου που έχει δει την αληθινή κόλαση.

Μείνε εκεί, είπε χαμηλόφωνα ο Άγγελος.

Ο φραπέ-παλτό γύρισε απότομα.

Ποιος είσαι εσύ; Πού ξεφύτρωσες;

Ο Άγγελος πήγε κοντά στη γιαγιά. Εκείνη τον κοιτούσε σα να έβλεπε όνειρο.

Άγγελέ μου… ψιθύρισε. Ζωντανός…

Την αγκάλιασε προσεκτικά, την ένιωσε ελαφριά σα φτερό. Μύριζε τσάι του βουνού κι ένα μείγμα γιαγιαδίστικης θαλπωρής.

Εδώ είμαι, γιαγιά. Μπες μέσα, φτιάξε τσάι.

Εσύ, Ράμπο! ωρυόταν ο φραπέ. Σε ποιον νομίζεις ότι απευθύνεσαι; Εγώ είμαι ο Μάκης Καμμένος! Κρατάω όλο το Λουτράκι! Μου έριξες τον άνθρωπό μου!

Ο Άγγελος γύρισε αργά, πλησίασε τον Μάκη. Ο άλλος ήταν πιο ψηλός, μα παραδόξως έκανε πίσω.

Άκου, Μάκη, ο Άγγελος μίλησε πιο σιγανά κι από τα φύλλα που πέφτουν. Πάρε το τσίρκο σου, μπες στo τζιπ κι εξαφανίσου. Σε ένα λεπτό θέλω να μην μείνει ούτε το άρωμά σου.

Ο Μάκης έγινε κατακόκκινος.

Θα μου κάνεις μαγκιές; Αύριο θα ρθω και θα κάνω το παράπηγμά σου λαμπόγυαλο! Μαζί με σας!

Ένευσε στους δικούς του (ο παρεξηγημένος με το ζόρι στεκόταν) και όλοι πήγαν στο τζιπ. Η πόρτα έκλεισε τόσο δυνατά που σκορπίστηκαν τα σπουργίτια απ τη στέγη. Το τζιπ βρυχήθηκε, έκανε όπισθεν, πάτησε τη μαραμένη γλάστρα της γιαγιάς και χάθηκε.

Στο σπίτι είχε θαλπωρή, μα φάνταζε εφήμερη. Ηγιαγιά Ελένη πήγαινε-έλα με λαδερά, μανιτάρια, τουρσί και ντολμαδάκια, τα χέρια της όμως έτρεμαν.

Αυτοί εδώ και μήνα πρώτα χαμογελούσαν, ήθελαν να αγοράσουν το κτήμα με κάτι ψιλά, είπε στο παράθυρο η γιαγιά. Ύστερα ήρθαν πιο αγριεμένοι ο Καμμένος κι οι δικοί του. Θέλουν να φτιάξουν πολυτελείς βίλες για Αθηναίους. Το ποτάμι βλέπεις…

Και ο άλλος κόσμος τι έκανε; ρούφηξε γουλιά δυνατό τσάι ο Άγγελος.

Σχεδόν όλοι υπέγραψαν. Του Γιώργη η κατσίκα τάχα χάθηκε στο βουνό, στου Θόδωρου πήρε φωτιά το σπίτι. Εδώ ο Μάκης έχει ξαδέρφια σε Δήμο, παιδί στην Αστυνομία. Πού να τα βάλουμε εμείς οι γέροι;

Ο Άγγελος άκουγε και όλο κάτι μάζευε μέσα του. Ήξερε αυτούς τους τύπους: δεν σταματούν ποτέ. Είπε ο Μάκης ότι αύριο θα ρθει, θα έρθει. Κι όχι μόνος.

Τα χαρτιά του σπιτιού πού είναι;

Στο κουτί με τα γλυκά, στην κασέλα. Όλα εντάξει, παιδί μου.

Καλά. Πήγαινε για ύπνο, εγώ θα φυλάω βάρδια.

Ο Άγγελος πέρασε το βράδυ ξάγρυπνος. Έκανε βόλτα στον κήπο. Η περίφραξη ήταν για τα πανηγύρια. Πίσω, δάσος όποιος θέλει περνά. Το σπίτι ξύλινο, άναψε μια σπίθα κι έγινε στάχτη.

Βγήκε στο μπαλκονάκι, άναψε τσιγάρο. Σήμα ίσα που έπιανε, βγήκε στη σοφίτα να βρει μία γραμμή.

Κάλεσε.

Έλα; ο άλλος φωνή κεφάτη, παρά τις τρεις χαράματα.

Δήμο, ο Σιγανός. Πού είσαι;

Άγγελε! Παιδί μου! Τι κάνεις, νόμιζα ακόμα σε φυσικοθεραπείες.

Είμαι στης γιαγιάς, στο Κάρυστο. Λάχανο η φάση. Ένας τοπικός νονός έχει ξεσαλώσει, απειλεί αύριο να ρίξει το σπίτι με μπουλντόζες. Ό,τι θέλει κάνει.

Πόσοι είναι;

Τρεις σήμερα, αύριο θα ρθουν κι άλλοι. Κι έχει πλάτες στην αστυνομία. Με το νόμο, τίποτα.

Στείλε location. Είμαστε στη Χαλκίδα, πρωί-πρωί φτάνουμε.

Δήμο, με το μαλακό όχι τίποτα χοντρό.

Έλα τώρα… Εμείς είμαστε κύριοι.

Ο Άγγελος κατέβηκε. Σε τέσσερις ώρες χαραζε.

Το πρωί, γκρίζο κι υγρό. Ομίχλη πάνω από τον Ευβοϊκό. Ο Άγγελος καθόταν στο σκαλοπάτι, καθάριζε ένα μήλο. Είχε πείσει τη γιαγιά να μη βγει.

Ήρθαν ακριβώς στις εννιά. Ο Μάκης Καμμένος δεν ήταν για αστεία.

Πρώτα ο βόμβος του οχήματος. Ύστερα μέσα απ τον καπνό πετάχτηκε μια κίτρινη μπουλντόζα, ψηλά ο κάδος σαν περικεφαλαία. Ακολούθησαν δύο μαύρα τζιπ κι ένα βαν.

Καραβάνι.

Ο Μάκης βγήκε πρώτος. Τώρα φορούσε κοντό μπουφάν. Δίπλα του ένας γίγαντας με ουλή στο μάγουλο ο «προϊστάμενος». Από το βαν, τουλάχιστον δώδεκα σωματώδεις άλλος φόρμα, άλλος παραλλαγή. Κρατούσαν ρόπαλα, σωλήνες, κάτι κομψά.

Λοιπόν φίλε; Ειρωνικό χαμόγελο ο Μάκης. Σου ετοιμάσαμε τη βαλίτσα; Ή να βοηθήσουμε;

Ο Άγγελος σηκώθηκε. Δάγκωσε το μήλο.

Τα είπαμε χτες, Μάκη. Τα αυτιά σου μη τα κλείνεις.

Πατήστε την πόρτα! ούρλιαξε ο Μάκης στον μπουλντοζιέρη. Αυτόν μάθετέ τον καλούς τρόπους!

Η μπουλντόζα ρουθούνισε καπνό, αλυσίδες τράνταξαν. Οι «μπράβοι» προχώρησαν. Ο Άγγελος μόνος στην αυλή. Μ ένα πουλόβερ.

Είχαν σιγουριά. Πολλοί, οπλισμένοι, πλάτες και ευρώ.

Άκου, νεαρέ, πέσε εσύ να γλιτώσεις… μουρμούρισε ο γομάρος με την ουλή.

Εκείνη τη στιγμή, ήχος ψηλός, κοφτός, απ τα πεύκα. Όχι μπουλντόζας κάτι πιο μικρό και εκνευρισμένο.

Οι πάντες γύρισαν.

Δύο Toyota Hilux γλιστρούσαν στη λάσπη της ανηφόρας και έκλειναν τη διέξοδο των μαύρων τζιπ.

Οι πόρτες άνοιξαν.

Κατέβηκαν επτά παλικάρια. Δεν φώναζαν, δεν ανεμίζαν ρόπαλα. Απλά στήθηκαν σε γραμμή. Ανεπιτήδευτη σοβαρότητα, πρόσωπα γερασμένα απ τη ζωή. Πλάι πλάι, αμίλητοι.

Ο Δήμος κοντός, κοκκινομάλλης, μάτια που γελάνε έκανε ένα βήμα.

Καλημέρα σε όλους! φώναξε. Τι γίνεται εδώ; Πώς μας ξεχάσατε;

Ο Μάκης έκανε νερά. Ήξερε πως εδώ τα νούμερα δεν έβγαιναν.

Ιδιωτικός χώρος! Δουλειές έχουμε! Εσείς ποιοι είστε;

Εμείς; Ο Δήμος κούνησε το κεφάλι. Εθελοντές είμαστε. Κόβουμε ξύλα στις γιαγιάδες, σιάχνουμε φράχτες. Εσείς… μη μου πείτε ότι χαλάτε την ηρεμία.

Διώξτε τους! ούρλιαξε ο Μάκης, ίδρωτας στο μέτωπο.

Οι ρόπαλοι όρμησαν. Λάθος.

Κράτησε ενάμισι λεπτό.

Οι φίλοι του Άγγελου δούλεψαν χειρουργικά, σιωπηλοί, σχεδόν βαριεστημένοι. Κάθε λάθος γύριζε μπούμερανγκ στους άλλους.

Ο γίγαντας με την ουλή πήγε ν αγκαλιάσει τον Δήμο με το ρόπαλο. Ο Δήμος βημάτισε πλάγια, του πήρε το μπράτσο και τον έστειλε να μετρήσει καράβια.

Μείνε, φώναξε ένας με φωνή τόσο κοφτερή που κι ο μπουλντοζιέρης σταμάτησε και σήκωσε τα χέρια.

Μέσα σε δυο λεπτά, το τάγμα του Μάκη ήπιε το χώμα της αυλής. Ο ίδιος ο Μάκης κοντεύει να λιποθυμήσει δίπλα στο αμάξι του. Ο Άγγελος πλησίασε.

Μάκη, βγάλε το κινητό.

Γ-γιατί; άρχισε να τραυλίζει.

Διάβασε τα νέα. Ηλεκτρονικά.

Ο Δήμος σκύβει από πάνω του.

Ωπα, το ανεβάσανε ήδη! Απίστευτο.

Ο τίτλος στο κινητό: «Παρατυπίες στο Κάρυστο: ο επιχειρηματίας Καμμένος κι η δημοτική αρχή πιέζουν συνταξιούχους με Video».

Το βίντεο έπαιζε: Ο Μάκης να κλωτσάει τον κουβά, να ουρλιάζει στη γιαγιά, να απειλεί με κατεδάφιση.

Μάκη μου, οι φίλοι μου δεν κάνουν μόνον κωπηλασία, είπε ο Άγγελος. Έχω γνωστούς στη δημοσιογραφία. Τέτοιες ιστορίες τρελαίνονται να τις βγάζουν. Το βίντεο έχει πάει ήδη στην Εισαγγελία. Και στο γραφείο του Περιφερειάρχη.

Ο Μάκης άφησε το κινητό να βουλιάξει στη λάσπη.

Να… κάνουμε μια συμφωνία; Θα δώσω… ό,τι θέλετε…

Ασφαλώς συμφωνούμε, είπε ο Άγγελος. Παίρνεις τα παλικάρια, τα μηχανήματα, το καπελάκι σου και φεύγεις. Αν πάθει τρίχα άνθρωπος εδώ ή οι γείτονες… κατάλαβες;

Ο Μάκης κουνούσε καταφατικά το κεφάλι, σαν κουμπαράκι.

Αστυνομία ήρθε μετά από ώρα ειδικό τμήμα από Αθήνα. Ο Περιφερειάρχης μόλις είδε το video, έστειλε ελέγχους. Τον Μάκη και το crew τους πήραν μαζικά, χωρίς πολλά-πολλά.

Το βράδυ στο σπίτι της γιαγιάς Ελένης γινόταν χαμός.

Τραπέζι στη μέση, μυρωδιές από κοκκινιστό, γίγαντες, τουρσί, καπνός απ το τζάκι. Ο Δήμος αφηγούνταν ιστορίες, τα παιδιά γελούσαν, ο Άγγελος ξαναγέμιζε τις κούπες. Η γιαγιά Ελένη αρχόντισσα, τα μαγουλάκια ροδαλά, μοίραζε πιτάκια.

Να 'στε καλά, παιδιά, μονολογούσε βουρκωμένη. Χωρίς εσάς…

Έλα τώρα, κυρα-Ελένη, τρανταζόταν ο Δήμος. Ήρθαμε ν ανασάνουμε λίγο χωριό. Ο αέρας εδώ… δεν παίζεται!

Με το που νύχτωσε, βγήκαν όλοι στη βεράντα. Τίποτα ομίχλη πια ουρανός αστραφτερός, αστέρια να σε τυφλώνουν ακόμα και τον Νοέμβρη.

Τι θα κάνεις από εδώ και πέρα; ρώτησε ο Δήμος, ανάβοντας τσιγάρο.

Ο Άγγελος κοίταξε το δάσος, τον φράχτη, που ήδη σουλούπωσαν λίγο.

Θα μείνω. Θέλει νέο κεραμίδι το σπίτι. Να στήσουμε κι ένα στέγαστρο. Έχω και μήλα να φυτέψω…

Τι μήλα;

Η γιαγιά λέει τα παλιά δεν έπιασαν ποτέ. Πρέπει να φυτέψουμε νέα. Πιτσιλιάνα.

Ο Δήμος γέλασε δυνατά, τον χτύπησε στον ώμο.

Ε, μεγάλε, δημιουργία μας χρειάζεται χρόνια πολλά ακόμα.

Την άλλη μέρα, οι φίλοι έφυγαν. Ο Άγγελος, όρθιος στη μάντρα, χαιρετούσε τα αυτοκίνητα ώσπου χάθηκαν. Έπειτα γύρισε και είδε τις σκιές της γιαγιάς να μαγειρεύει κι άλλο.

Πήρε το φτυάρι. Το χώμα κρύο και σκληρό, μα ήξερε: αν φυτέψεις δέντρο με την καρδιά σου, θα πιάσει. Ακόμα και Νοέμβρη μήνα. Αρκεί να χεις ρίζες. Κι αυτοί εδώ, ρίζες είχαν για δέκα ζωές μπουλντόζες δεν τους ξεριζώνουν!

Oceń artykuł
«Γκρεμίστε την παράγκα!» — φώναζε ο επιχειρηματίας, χωρίς να ξέρει ότι ήδη πλησίαζε στο σπίτι ο αξιωματικός της ΕΚΑΜ