Για τη μητέρα μου, το να προσέχει την εγγονή της είναι κάτι «ακατόρθωτο».

Όλοι οι φίλοι μου έχουν μητέρες που φροντίζουν με ευκολία τα εγγόνια τους. Για τη δική μου μητέρα, όμως, το να προσέξει την εγγονή της είναι κάτι «ανέφικτο». Μου επαναλαμβάνει διαρκώς το ίδιο πράγμα, σαν να χάνεται η φωνή της μέσα σε ένα αλλόκοτο σύννεφο: «Είναι δικό σου παιδί, εγώ μεγάλωσα το δικό μου». Η κόρη μου, η Κλεονίκη, είναι πέντε χρονών και πηγαίνει στον παιδικό σταθμό. Πριν δύο χρόνια, μετά την άδεια μητρότητάς μου, χρειάστηκε να επιστρέψω στη δουλειά μου. Είμαι νηπιαγωγός στις πρώτες τάξεις και, δυστυχώς, δεν μπορώ να παίρνω συχνά άδεια. Μερικές φορές, θα ήταν ανακούφιση να είχα τη μητέρα μου δίπλα μου.

Ο χειμώνας, χωρίς εξοχικό, μοιάζει να μου αφήνει άπλετο κενό χρόνο, σαν να περιφέρονται οι ώρες χαμένες στους δρόμους της Αθήνας. Η μητέρα μου μένει στο σπίτι όλη μέρα, στοιβαγμένη ανάμεσα σε εκπομπές της τηλεόρασης και ατέλειωτες συζητήσεις στο κινητό με τις φίλες της. Δεν έχει άλλες ενασχολήσεις. Την περασμένη εβδομάδα πήγαμε στον οφθαλμίατρο ο γιατρός είπε πως η Κλεονίκη έχει κάποια προβλήματα με τα μάτια της. Πήρα τη μητέρα μου τηλέφωνο, της είπα ότι πρέπει να τη συνοδεύσουμε δέκα μέρες στη κλινική. Την παίρνουμε από τον παιδικό σταθμό γύρω στη μία, και πρέπει να τη μεταφέρουμε το πρωί στην κλινική. Όλα είναι κοντά σταθμός, κλινική και το σπίτι της μητέρας μου.

Το παιδί μου είναι ήσυχο η μητέρα μου το ξέρει καλύτερα από όλους. Δεν γκρινιάζει, δεν κάνει φασαρία, δεν λερώνει, τρώει ό,τι της δώσεις. Κι όμως, η μητέρα μου δείχνει μία βαθιά απροθυμία, σα να της ζητάμε να περπατήσει ανάποδα σε μια θάλασσα ελαιόλαδου. Μια μέρα χρειάστηκα οπωσδήποτε τη βοήθειά της εγώ και ο άντρας μου δουλεύαμε και οι δύο.

Θα ήταν σαν όνειρο να μπορέσει η μητέρα μου να έρθει να βοηθήσει λίγες μέρες, αλλά φυσικά είναι «αδύνατον». Ευτυχώς, έχουμε συγγενείς κοντά, σαν δέντρα που απλώνουν ρίζες δίπλα μας σε αυτή τη σουρεαλιστική γειτονιά. Η γιαγιά μου μένει δίπλα μας και μοιάζει να μην κάνει τίποτα πια τις μέρες της λογικό θα ήταν εκείνη να προσέχει την Κλεονίκη όσο εμείς είμαστε στη δουλειά. Δεν θα μας κόστιζε παραπάνω μένει κοντά, θα μας απάλλασσε από το άγχος και θα γλιτώναμε δραχμές και άσκοπες διαδρομές ανάμεσα σε ψώνια ατελείωτα στο Σύνταγμα.

Από τη στιγμή που η μητέρα μου βγήκε στη σύνταξη, τη στηρίζω οικονομικά. Της δίνω ευρώ συνεχώς και πληρώνω το διαμέρισμά της ολόκληρο δύο φορές το μήνα το ενοίκιο αυτό απλώνεται σαν σεντόνι από τα χέρια μου. Όταν πάμε για ψώνια με τον άντρα μου, παίρνουμε και τη μητέρα μου μαζί. Εκείνη, χωρίς να υπολογίζει, πληρώνει μόνη της τα πάντα. Σε κάθε γιορτή της κάνω δώρα ακριβά, όμορφα σαν γλυκό του κουταλιού κάτω από την ανοιξιάτικη βροχή. Όμως η μητέρα μου θεωρεί το βοήθημά μου αυτονόητο λες και επειδή είμαι κόρη της, η υποχρέωση μου είναι να της φέρνω φαγητό και να πληρώνω το ενοίκιο της. Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Το παιδί μου, λέει, είναι δικιά μου υπόθεση. Δεν είναι κάτι που θέλει να ασχοληθεί.

Σαυτό το απίθανο όνειρο με γιαγιάδες αδιάφορες και μητέρες χαμένες στις ανασφάλειες τους, μοιάζει να μην έχουν καμία υποχρέωση να βοηθήσουν. Κι όμως, βοηθούν. Είναι άραγε σωστό αυτό; Πονάω βαθιά προσπαθώ τόσο πολύ για τη μητέρα μου κι εκείνη δεν εκτιμάει τίποτα.

Oceń artykuł
Για τη μητέρα μου, το να προσέχει την εγγονή της είναι κάτι «ακατόρθωτο».