«Άντε, αφού είσαι τόσο έξυπνη μετέφρασέ το!» γελάει ο διευθυντής, πετώντας στη Μαρία το συμβόλαιο. Μια εβδομάδα αργότερα, μαζεύει τα πράγματά του και φεύγει.
Η Μαρία κοιτάζει τη μουτζούρα από βρώμικο παπούτσι επάνω στο φρεσκοσφουγγαρισμένο λινόλεουμ. Στο λαιμό της μένει ο γνώριμος συνδυασμός χλωρίνης και φτηνής σαπουνάδας. Είναι τριάντα δύο, και τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής της μετρώνται με σκαλοπάτια και το βάρος του κουβά.
Μαρία, πού χάθηκες; η φωνή του διευθυντή του εργοστασίου «Ελληνική Ηλεκτρομεταλλουργία», Παναγιώτη Αγγελόπουλου, αντηχεί σαν σφαλιάρα στ αυτιά της. Σε δέκα λεπτά έχουμε τους Γερμανούς στη συνεδριακή αίθουσα. Δεν θέλω ούτε κόκκο σκόνης.
Η Μαρία ισιώνεται χωρίς ανάσα. Είναι πια αόρατη, κανείς δεν ξέρει πως πίσω από τη μπλε ρόμπα της κρύβεται κάποτε μια γυναίκα που διάβαζε Γκαίτε στο πρωτότυπο κι ετοιμαζόταν να γίνει διεθνολόγος. Η ζωή την κατάπιε με μιας: το έμφραγμα της μάνας της, το αναπηρικό καροτσάκι, οι λογαριασμοί για τις θεραπείες που έφαγαν το σπίτι και τα όνειρα μαζί. Τώρα, τα γερμανικά της θάβονται από τα ωράρια.
Η συνεδριακή αίθουσα αποπνικτική. Πάνω στο τραπέζι που πριν λίγο στίλβωσε η Μαρία, ξεχωρίζει ένας φάκελος κομψός, δερμάτινος, ακριβός. Το επάνω χαρτί, γεμάτο ψιλά γράμματα σε μια γλώσσα που δεν έχει ακούσει χρόνια.
«Vertrag über die Übertragung von Anteilen» τα γράμματα συνδέονται νοητά, αυτόματα. Τρέμει διαβάζοντας γραμμή γραμμή. Δεν πρόκειται απλά για συμβόλαιο. Είναι η ταφόπλακα του εργοστασίου. Ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος μεταφέρει τα κεφάλαια μακριά, αφήνοντας στους επενδυτές ένα άδειο κουφάρι και στους εργαζόμενους βουνά από απλήρωτους μισθούς.
Τι κάνεις εκεί, Μαρία; Ψάχνεις γνωστά γράμματα; μπαίνει στο δωμάτιο ο Αγγελόπουλος, χαμογελώντας σαρκαστικά και ισιώνοντας τη γραβάτα. Από πίσω ακολουθεί ο κύριος Νικήτας, ο επικεφαλής μηχανικός.
Η Μαρία δεν προλαβαίνει καν να κάνει στην άκρη. Σηκώνει το κεφάλι και στα μάτια της ανάβει για ένα δευτερόλεπτο η υπερηφάνεια που νόμιζε πως είχε χάσει για πάντα.
Υπάρχει λάθος εδώ, κύριε Αγγελόπουλε. Στο δωδέκατο άρθρο, οι Γερμανοί παίρνουν τα δικαιώματα ελέγχου εάν καθυστερήσετε τις πληρωμές. Εσείς υπογράφετε την ίδια σας την καταδίκη σε ένα μήνα θα σας πετάξουν έξω.
Ο διευθυντής παγώνει. Το χρώμα του προσώπου του αλλάζει, πιάνει αμηχανία. Ρίχνει μια ματιά στον Νικήτα και σκάει ειρωνικό χαμόγελο.
Άκουσες, Νικήτα; Δεν έχουμε καθαρίστρια πλέον έχουμε ειδικό στο διεθνές δίκαιο! Ρίξε μια ματιά: με τη ρόμπα λεκιασμένη και τον κουβά στο χέρι, μας δίνει μαθήματα!
Πλησιάζει τόσο κοντά που η Μαρία μυρίζει το ακριβό άρωμα και το κονιάκ στην ανάσα του.
Για να δω, τόσο μυαλό που έχεις μετέφρασέ το! μειδιά.
Άντε λοιπόν, έξυπνη. Αν αύριο ως τις οκτώ το πρωί δεν έχεις φτιάξει πλήρη ανάλυση του συμβολαίου στα ελληνικά με τα σχόλιά σου τα παραδίδεις όλα και φεύγεις για τη ζητιανιά. Η μάνα σου πόσο ακόμα να αντέξει με ρύζι και νερό;
Ο Νικήτας αποστρέφει το βλέμμα ντροπιασμένος. Η Μαρία μαζεύει αθόρυβα το φάκελο. Βαρύς όπως και η ζωή της.
Εκείνη τη νύχτα δεν κλείνει μάτι. Στην κουζίνα, με το ξεθωριασμένο φως της λάμπας, σκύβει πάνω στο συμβόλαιο και το παλιό φοιτητικό λεξικό της. Η μάνα της στο δίπλα δωμάτιο στενάζει μες στον ύπνο.
Δουλεύει σχεδόν με μανία. Στην κάθε φράση και το δαιδαλώδες νομικό κείμενο, ξεθάβει όσα είχε κρύψει μέσα της. Βλέπει καθαρά: ο Αγγελόπουλος δεν βάζει μόνο τον εαυτό του κρεμάει και εκατοντάδες εργαζόμενους. Έχει καμουφλάρει δάνεια-φαντάσματα στη λογιστική.
Το πρωί, δεν ακουμπάει σφουγγαρίστρα. Βάζει το μοναδικό της φόρεμα αυστηρό, μαύρο, το κράταγε για τις επίσημες υπηρεσίες πρόνοιας.
Στις οκτώ ακριβώς χτυπά την πόρτα του διευθυντή.
Ορίστε η μετάφραση, κύριε Αγγελόπουλε. Και μια συμβουλή: μην το υπογράψετε. Υπάρχει όρος που σας δεσμεύει προσωπικά με όλη σας την περιουσία.
Ο Αγγελόπουλος δεν κοιτάζει καν τα χαρτιά. Εκπνέει καπνό ακριβού τσιγάρου.
Πήγαινε να σφουγγαρίσεις, «σύμβουλε». Σε κρατάω μόνο επειδή αύριο δεν έχω άλλον να καθαρίσει τα σκαλιά. Είσαι ελεύθερη.
Την επόμενη, φτάνει η αντιπροσωπεία των επενδυτών. Επικεφαλής ο κύριος Σνάιντερ πρόσωπο από γρανίτη. Οι διαπραγματεύσεις πίσω από κλειστές πόρτες, κι η Μαρία, εκεί στον διάδρομο με τη μακριά σφουγγαρίστρα, ακούει τη φωνή του διευθυντή να τσιρίζει μες στο άγχος.
Ξαφνικά, η πόρτα ανοίγει απότομα. Ο Σνάιντερ βγαίνει έξω με τα χαρτιά που ετοίμασε η Μαρία.
Wer hat das geschrieben? κοιτάζει αυστηρά. Ποιος το έγραψε;
Ο μεταφραστής του εργοστασίου, ένα νεαρό αγόρι, πανικοβάλλεται. Ο Αγγελόπουλος τρέχει κατακόκκινος.
Μην τα λαμβάνετε υπόψιν, κύριε Σνάιντερ! Η καθαρίστρια έπαιξε Θα τη διώξω αμέσως!
Ο Σνάιντερ τον καθησυχάζει με μια χειρονομία. Κατευθύνεται στη Μαρία.
Εσείς; ρωτάει στα ελληνικά, με σπαστή προφορά.
Ναι, εγώ απαντάει εκείνη σε άψογα γερμανικά. Στη θέση σας, θα προσέξω τον έλεγχο χρεωστών, όπως αναφέρεται στο παράρτημα τέσσερα. Τα νούμερα δεν είναι αληθινά.
Ο Αγγελόπουλος τρέμει. Πάει να τη χτυπήσει, μα ο Σνάιντερ του πιάνει το χέρι.
Ως εδώ, λέει ψυχρά ο Γερμανός. Το φοβόμασταν, κι αυτή η ανάλυση το επιβεβαίωσε. Κύριε Αγγελόπουλε, οι δικηγόροι μας ήδη ετοιμάζουν αγωγή. Δεν χάνετε απλώς τη συμφωνία. Τα χάνετε όλα.
Γυρίζει στη Μαρία και κοιτά τα χέρια της σκληρά, ραγισμένα.
Θέλουμε κάποιον που ξέρει το εργοστάσιο και καταλαβαίνει το νόμο. Αναλαμβάνουμε προσωρινή διοίκηση. Θα δουλέψετε μαζί μας; Θέλουμε ειλικρινή νομικό έλεγχο.
Η Μαρία κοντοστέκεται. Ο Αγγελόπουλος, πιασμένος από την πόρτα, σωριάζεται σχεδόν. Στα μάτια του μόνο φόβος.
Δέχομαι, λέει χαμηλόφωνα η Μαρία.
Περνάει μια εβδομάδα. Στο γραφείο του διευθυντή επικρατεί σιγή. Η Μαρία κάθεται στο ίδιο τραπέζι που πριν λίγες μέρες της πετούσαν τα χαρτιά. Φορά καινούριο κοστούμι που αγόρασε με προκαταβολή του πρώτου της μισθού.
Χτυπάνε διστακτικά. Ο Νικήτας, ο μηχανικός.
Μαρία Παυλίδου, ψελλίζει. Ο Αγγελόπουλος ήρθε να πάρει τα πράγματά του. Οι φύλακες περιμένουν την έγκρισή σας.
Βγαίνει στον διάδρομο. Ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος, δίπλα στο ασανσέρ με ένα χαρτόκουτο στα χέρια: κάτι φιγούρες, ένα πτυχίο σε κορνίζα και μια μισοάδεια φιάλη κονιάκ. Φαίνεται δέκα χρόνια μεγαλύτερος. Μισοξυρισμένος, το ακριβό σακάκι του κρέμεται σαν σακί.
Τη βλέπει ούτε μίσος, ούτε θυμός. Μόνο παραίτηση.
Δηλαδή, το μετέφρασες μονολογεί. Ικανοποιημένη;
Ήθελα μόνο να παραμείνει το εργοστάσιο ανοιχτό, κύριε Αγγελόπουλε, λέει η Μαρία. Να πληρώνονται άνθρωποι, όχι εσείς μπόνους από τους κόπους τους.
Κάνει νεύμα στους φύλακες. Κάνουν χώρο. Ο πρώην διευθυντής μπαίνει στο ασανσέρ. Οι πόρτες αργά κλείνουν, κόβοντάς τον από έναν κόσμο που πίστευε δικό του.
Η Μαρία επιστρέφει στο γραφείο, πλησιάζει το παράθυρο και κοιτάζει στην αυλή. Μια καινούρια καθαρίστρια, νεαρή, με μπλε ρόμπα κι αυτή, σκουπίζει αδέξια το μαρμάρινο πάτωμα.
Ένα βάρος λιώνει μέσα της, όλα όσα την έπνιγαν λες κι απελευθερώνονται. Κάθεται βαριά στη καρέκλα. Δεν ένιωσε νίκη. Μόνο πως επέστρεψε στον εαυτό της.
Παίρνει το κινητό, καλεί σπίτι.
Μαμά; Εγώ είμαι. Όλα καλά. Αύριο έρχεται γιατρός, απ το κέντρο, αληθινός. Μη στεναχωριέσαι, όλα θα πάνε καλά. Τέρμα πια οι οικονομίες στα φάρμακα.
Αφήνει το ακουστικό. Κοιτάζει τη στοίβα με τα χαρτιά. Έχει πολλή δουλειά ακόμη μπροστά της. Αλλά τώρα είναι η δουλειά που αξίζει να ζεις για αυτήν.




