Γιατί πρέπει να λυπάμαι γι’εσάς; Εσείς δεν με λυπήσατε, είπε η Ουρανία.
Την τελευταία χρονιά η μητέρα της ασθενούσε συνέχεια. Στις μέρες που είχε νοσηλευτεί στο νοσοκομείο, η Ουρανία έμενε μόνο με τον πεθερό της, τον θείο Μίχο.
Ο Μίχος, όπως πάντα, δουλεύει ασταμάτητα: βγάζει από το σπίτι στις 7 το πρωί και επιστρέφει μόνο στις 8 το βράδυ. Έτσι η μικρή μας φαινόταν να ζει μόνη της.
Ο Σπύρος της έδινε λίγο χρήμα, ώστε η κόρη του να μπορεί να τρώει στο σχολείο. Τα υπόλοιπα χρήματα τα ξόδευε για μακαρόνια, κίτρινο ρύζι, πατάτες και, σπάνια, φθηνά λουκάνικα, και έτοιζε από αυτά το βραδινό γεύμα.
Μια βραδιά του τέλους Νοεμβρίου η Ουρανία γύρισε από το σχολείο και βρήκε τον πεθερό στο σπίτι. Κάθισε στην κουζίνα με τους αγκώνες στα γόνατά του και κοίταζε το πάτωμα. Όταν η κοπέλα μπήκε, σήκωσε το κεφάλι και είπε:
Απλά, Ουρανία, η μητέρα μας δεν υπάρχει πια.
Η μικρή δεν είπε τίποτα, πήγε στο δωμάτιό της. Η Ουρανία είχε δεκατρία χρόνια, ήξερε πως η ασθένεια της δεν έδινε πολλές ευκαιρίες, αλλά κλπ ήλπιζε πως η μητέρα θα ζήσει.
Μαζί της ονειρευόμασταν το πώς θα τελειώσει τη δ’ τάξη και θα μπεί στο Ιατρικό Κολέγιο. Η μητέρα πάντα έλεγε ότι θα γίνει μια εξαιρετική νοσηλεύτρια.
Θα δουλεύεις με παιδιά, αλήθεια; Είσαι καλή, και τα άρρωστα παιδιά αξίζουν μια καλή διάθεση.
Η Ουρανία δεν έκλαιγε. Κοιτούσε τα ξέπλυτα κλαδιά της λεύκης που έβγαζαν από το παράθυρο. Ξαφνικά ένιωσε μοναξιά, σαν να μην είχε ούτε πεθερό, ούτε συγγενείς, ούτε φίλες από το σχολείο. Μόνο το κενό που γεμίζει τα πάντα.
Την επόμενη μέρα άρχισαν να έρχονται οι θεές της μητέρας: η θεία Βέρα, η θεία Ελένη και η θεία Σοφία, που ζούσαν στην πελοποννησιακή επαρχία. Περπατούσαν στο διαμέρισμα, συζητούσαν, έβγαλαν τα πράγματα της μητέρας από την ντουλάπα και ετοίμαζαν το δείπνο όλη τη νύχτα.
Η Ουρανία καθόταν στο δωμάτιό της. Η θεία Βέρα της έφερε ένα πιάτο με πατάτες και κιμά, αλλά η παιδί δεν άγγιξε τίποτα.
Στο κηδεία ήρθαν τρεις ακόμη γυναίκες και δύο άνδρες που η Ουρανία δεν είχε ξαναδεί.
Αμέσως γύρω από το τραπέζι άρχισε να συζητούν τι να κάνουν με την Ουρανία.
Ο Σπύρος ξεκίνησε:
Η Κατερίνα και εγώ δεν ήμασταν παντρεμένοι, απλώς ζούσαμε μαζί. Άρα δεν έχω νομική ευθύνη για την κόρη. Το διαμέρισμα πρέπει να αδειάσει σε δυο εβδομάδες· δεν μπορώ να ζήσω μόνος σε δύο δωμάτια, θα βρω κάτι μικρότερο. Πάμε, συγγενείς, αποφασίστε ποιος θα πάρει την Ουρανία μαζί του.
Στο δωμάτιο έπεσε σιωπή. Η ατμόσφαιρα κρυώσε, μόνο οι τρεις αδερφές της νεκρής μητέρας και οι δυο θεές της κοιτούσαν.
Τελικά μια θεία μίλησε:
Τι λες; Η Κατερίνα ήταν η αδερφή σου, Βέρα, οπότε πρέπει να αναλάβεις τη δικιά της κόρη.
Κι όμως… δεν είμαστε πολύ κοντά. Η Κατερίνα και εγώ μιλούσαμε μόνο δύο φορές το χρόνο, για γενέθλια και Πρωτοχρονιά. Δεν ξέρω καν από πού προέρχεται η κόρη. Επί πλέον, έχω τρία παιδιά μου, δεν έχω χώρο για άλλη.
Σοφία, εσύ θα τη πάρεις; ρώτησε η Ελένη. Εσύ λες ότι τα λεφτά λείπουν, αλλά η φροντίδα πληρώνεται, και η Ουρανία θα παίρνει επίδομα για τη μητέρα της. Επιπλέον η Χριστίνα σου είναι δώδεκα, θα τη φροντίσετε καλύτερα μαζί.
Όχι! Μόλις μετακόμισα με τον Παύλο. Την Χριστίνα είπα να κρατάει τη φωνή της ήσυχη, και εσείς μου θέλετε να βάλουμε παιδί που δεν είναι δικό μας!
Δεν χρειάζομαι χρήματα, Ελένη, γιατί δεν θέλω την Ουρανία. Γιατί δεν την πάρεις εσύ;
Είμαι άτομα με αναπηρία, δεν θα μου δοθεί. Επίσης, είμαι πιο μεγάλη, θα μου είναι δύσκολο να τη φροντίσω.
Τελικά αποχωρήσαν οι θεές χωρίς να πάρουν απόφαση, ενώ η Ουρανία άκουγε τη συζήτηση από το διπλανό δωμάτιο.
Από όλα αυτά κατάλαβε: καμία από τις θεές της μητέρας της δεν έδειχνε ενδιαφέρον. Και όταν έβγαιναν από την αίθουσα, η θεία Σοφία σχολίασε:
Αν το διαμέρισμα ήταν δικό μας, θα τα καταφέραμε, αλλά τώρα θα χάσουμε περισσότερο απ ό,τι κερδίζουμε, και οι επιθεωρήσεις θα μας τρελάνουν.
Μέχρι η ημερομηνία να αδειάσει το διαμέρισμα, η μοίρα της Ουρανίας είχε αποφασιστεί: την έβαλαν σε τοπικό παιδικό ορφανοτροφείο.
Δίνοντας το παιδί στους εργαζόμενους του ορφανοτροφείου, ο Σπύρος είπε στην έξοδό του:
Μην με θυμώνεις, όμως οι δρόμοι μας χωρίζονται.
Την πρώτη μέρα στο ορφανοτροφείο, της πλησίασε μια ψηλή κοπέλα με πυκνά ξανθά μαλλιά:
Είσαι καινούργια; ρώτησε. Πώς σε λένε;
Ουρανία.
Μην ανησυχείς. Εδώ δεν είναι τόσο άσχημα. Έχουμε καλούς φροντιστές, και μερικούς που τους δεν νοιάζει. Αλλά δεν υπάρχουν πολύ άσχημοι.
Το μόνο πράγμα που είναι άσχημο είναι να είσαι μόνος. Έχω εδώ έναν μήνα, ας μένουμε μαζί· θα είναι πιο εύκολο. Εμένα με το όνομα Λυδία.
Έχεις και εσύ άρρωστους γονείς; ρώτησε η Ουρανία.
Όχι, οι δικοί μου ζουν, αλλά σύντομα θα φύγουν· έχουν τους δικαιώματά τους να φύγουν. Εμείς οι τέσσερις ήρθαμε εδώ εγώ και τρεις αδερφοί μου.
Τι ευλογία! είπε η Ουρανία. Έχεις αδέρφια.
Καταρχάς δεν έπρεπε να τα έχω. Ο μικρός, ο Βούλας, είναι αθώος, αλλά οι δύο μεγαλύτεροι με έβγαζαν να δουλεύω, να πλένω, όταν η μητέρα δεν μπορούσε.
Πόσων χρονών είσαι; ρώτησε η Ουρανία.
Δεκατρία, τρία μήνες πριν.
Νόμιζα ότι ήσουν μεγαλύτερη.
Όχι, στην οικογένειά μας όλοι είναι ψηλοί: ο παππούς, ο μπαμπάς, οι αδέρφες.
Η Λυδία και η Ουρανία έμειναν μαζί μέχρι το τέλος της δ’ τάξης.
Σε εκείνο το τελευταίο σχολικό έτος συζητούσαν συχνά για το μέλλον τους.
Θα ήθελα να πάω στο Ιατρικό Κολέγιο, μου είπε η Ουρανία μια μέρα. Το ονειρευόμασταν με τη μητέρα. Δεν ξέρω αν θα το καταφέρω.
Γιατί δεν θα τα καταφέρεις; Στα χημικά και βιολογικά έχεις πέντε, στο απολυτήριο μόνο δύο τέσσερα. Και έχεις τα προνόμια, αλλά θα περάσεις και χωρίς αυτά.
Εσύ αποφάσισες να σπουδάσεις μαγειρική; ρώτησε η Ουρανία.
Σπείρω γλυκό. Θέλω να ψήνω κέικ, ελαφριά σαν σύννεφα.
Θυμάσαι όταν η κυρία Ναταλία μας πήγε σε διαγωνισμό φωνητικού; Γίναμε νικητές και μας έδειξαν στην τηλεόραση.
Μετά πήγαμε σε καφές, η κυρία Ναταλία αγόρασε κέικ με κρέμα σαν σύννεφο.
Η Ουρανία μπήκε στο Ιατρικό Κολέγιο και ήταν από τις καλύτερες της τάξης. Στο τελευταίο έτος της, της έδωσαν ένα μικρό διαμέρισμα με απλό σκήπτο.
Ήταν ευτυχισμένη· για πρώτη φορά μετά από χρόνια στο ορφανοτροφείο και το δωμάτιο των κοινοβιών, είχε δικό της δωμάτιο, κουζίνα και μπάνιο.
Τολμούσε να το κάνει ζεστό: έβαλε ανοιχτές κουρτίνες, άφησε στο παράθυρο λουλούδια γεράνοι, άστραψε το τραπέζι με πολύχρωμη τσέπη, αγόρασε δύο κόκκινες κατσαρόλες με λευκές κουκίδες και μερικά σκεύη.
Ήταν λιτό, αλλά επαρκές.
Τότε συνέβη κάτι που τον έκανε να γελάσει η Λυδία.
Μόλις τελείωσαν τα μαθήματα και η Ουρανία έπαιρνε το σακίδιο για να πάει στο παιδικό νοσοκομείο όπου δουλεύει ως καθαρίστρια, κώδικα την κάλεσε μια φωνή.
Ήταν η θεία Σοφία, η δεύτερη αδερφή της μητέρας, η ίδια που είχε αρνηθεί να τη πάρει.
Ουρανία, γεια! Με θυμάσαι;
Θυμάμαι. Είσαι η θεία της μητέρας μου.
Δεν ήξερα ότι σπουδάζεις εδώ. Η Χριστίνα μου έλεγε τυχαία ότι σε μία διαγωνίσματα στο κολέγιο κέρδισε η Ουρανία Πονομάριο!
Πολλοί Πονομάριοι, αλλά σπάνια Ουρανία. Ήρθα να δω αν είμαστε πραγματικά συγγενείς.
Συγγνώμη, καθυστερώ στη δουλειά, είπε η Ουρανία και έτρεξε έξω.
Η γυναίκα την ακολούθησε και συνέχισε:
Άκου, σου έδωσαν διαμέρισμα. Έχω ένα μικρό αίτημα: η Χριστίνα είναι δεύτερη του έτους, τρία χρόνια ακόμα, και οι συγκάτοικοι μας είναι δύσκολοι.
Να μερικώς ζήσει με εμένα μέχρι το τέλος του κολεγίου; Θα πληρώνουμε μισό ενοίκιο και θα φέρνουμε τα ψώνια. Συμφωνείς;
Όχι, δεν συμφωνώ, είπε η Ουρανία.
Μα πάντα ήσουν καλή! Δεν νιώθεις τύψη για τη δική σου αδερφή;
Δεν είμαι πια η ίδια. Και δεν νιώθω τύψη για τη Χριστίνα. Σας παγώνουν; Αν δεν με στείλατε στο ορφανοτροφείο και εσείς, τι θα συνέβαινε;
Γιατί τώρα πρέπει να με λυπάσαι; Έχω ζήσει στο ορφανοτροφείο, στο δωμάτιο των κοινοβιών, και είμαι ζωντανή. Και η Χριστίνα θα είναι.
Παίρνουμε το λεωφορείο, η πόρτα κλείνει. Η Σοφία στέκεται μερικά λεπτά, κοιτάζοντας το απομακρυσμένο λεωφορείο, και μετά γυρνάει. Όπως λέει και το ρεφρέν: «Αν δεν τα κλαδέσεις, δε θα φύγουν».



