Γιατί να παντρευτεί ένας τόσο όμορφος και επιτυχημένος άντρας σαν εμένα; – αναρωτιόταν εκείνος. – Πότε θα αποκτήσουμε εγγόνια; – αναρωτιούνταν οι γονείς.

Γιατί να παντρευτεί ένας τόσο ωραίος και επιτυχημένος νέος όπως εγώ; σκεφτόταν παλιά ο Πέτρος. Πότε επιτέλους θα δούμε εγγόνια; αναρωτιόνταν οι γονείς του.

Πρώτα, θυμάμαι, ο Πέτρος είχε συνοδέψει τη φίλη του έως το σπίτι κι έπειτα γύρισε στη δική του μικρή γκαρσονιέρα στα Πατήσια. Έφτιαξε ομελέτα με καπνιστό χοιρινό και κάθισε στο τραπέζι. Άνοιξε το κινητό του όλη τη νύχτα ήταν κλειστό και είδε τις αναπάντητες κλήσεις.

Η μάνα μου με πήρε μουρμούρισε. Πάλι θα με μαλώσει για την αποτυχία μου

Αλλά ο Πέτρος δεν ήταν αποτυχημένος. Δουλειά σταθερή σε ταξιδιωτικό γραφείο, δυάρι διαμέρισμα, αμάξι όλα τα είχε τακτοποιημένα. Μονάχα που είχε πια φτάσει τα είκοσι πέντε, και ακόμα ανύπαντρος.

Γιατί να παντρευτώ; σκεφτόταν ξανά. Τέτοιος ωραίος και πετυχημένος είμαι.

Πότε θα δούμε εγγόνια; έλεγαν η κυρία Θηρεσία και ο κύριος Κωνσταντίνος στο σπίτι τους στην Πάτρα.

Πήρε ο Πέτρος τηλέφωνο.

Καλημέρα, μαμά. Πώς είσαι;

Καλά είμαι του απάντησε η Θηρεσία στριφνά.

Ο μπαμπάς;

Κι εκείνος καλά. Αλλά εσύ έλα να μας δεις! Με το αυτοκίνητο σου παίρνει μισή ώρα, κι εσύ μήνες έχουμε να σε δούμε. Ο πατέρας σου πάει να σκάψει το κτήμα, ώρα να φυτέψουμε πατάτες.

Μαμά, δε μπορώ αυτό το Σάββατο. Θα ρθω σίγουρα το άλλο.

Και πότε θα έρθεις με τη φίλη σου; Έχεις πει πως θα τη φέρεις.

Μαμά, το ορκίζομαι, έρχομαι το άλλο Σάββατο με κοπέλα. Υπόσχομαι! του ξέφυγε ξαφνικά.

Με τη νύφη σου;

Όχι ακόμη, μαμά.

Παιδί μου, πόσο χαίρομαι! Θα σε περιμένουμε. Θα σου φτιάξω όλα τα αγαπημένα σου φαγητά.

Μετά το τηλεφώνημα, ο Πέτρος συλλογίστηκε ξανά:

Ποιος με ανάγκασε να το υποσχεθώ; Ποια να τους φέρω; Τη Μαρίτα; Ή μήπως να της τηλεφωνήσω μετά τον ύπνο; Η μάνα μου δε θα τη συμπαθήσει καθόλου, κι αυτή θα βαρεθεί με το χωριό. Ας την πάρω πάντως για μια επίσκεψη Άντε, ας κοιμηθώ.

Άφησε το τηγάνι με τα υπολείμματα της ομελέτας στο τραπέζι κι έπεσε στο κρεβάτι.

Ξύπνησε αργότερα μες το μεσημέρι, θυμήθηκε την υπόσχεσή του και κάλεσε τη Μαρίτα.

Καλημέρα, όμορφη!

Καλημέρα, Πέτρο, απάντησε εκείνη απότομα.

Μαρίτα, δεν κοιμήθηκες καλά; Έρχομαι τώρα.

Πέτρο καλύτερα να σταματήσουμε. Τα σχέδιά μου άλλαξαν.

Δηλαδή ποια σχέδια; εκνευρίστηκε.

Παντρεύομαι.

Έρχομαι να στα πω και σε σένα και στον μελλοντικό σου άντρα

Το τηλέφωνο έκλεισε βιαστικά.

Ο Πέτρος πέταξε το κινητό στον καναπέ εκνευρισμένος. Πρώτη φορά τον παρατούσαν, συνήθως εκείνος έβαζε τέλος.

Μπήκε στο μπάνιο, έπειτα στο μικρό κουζινάκι. Έφτιαξε ελληνικό καφέ και σκεφτόταν ξανά:

Πού να βρω τώρα νύφη για τους γονείς μου; Να ζητήσω από καμιά παλιά γνωστή; Θα νομίζουν πως κάτι σοβαρό τρέχει.

Δεν πρόλαβε να πιει τον καφέ, ενεργοποιήθηκε ο συναγερμός του αυτοκινήτου έξω. Έτρεξε στο παράθυρο το πάρκαρε πάντα πίσω από την πολυκατοικία. Εκεί, κάποιος άντρας μεταξύ σαράντα και πενήντα ετών στεκόταν και κοιτούσε το παράθυρό του.

Μα, ποιος είναι πάλι αυτός; αναρωτήθηκε ο Πέτρος.

Φόρεσε αθλητικά και κατέβηκε.

Φίλε, τι κάνεις εδώ;

Άκου να σου πω, μικρέ! του είπε ψυχρά ο ξένος. Αν σε ξαναδώ κοντά στη Μαρίτα, μην παραπονεθείς

Άντε φύγε!

Τότε κατέφθασε ένας γεροδεμένος νεαρός.

Ο Πέτρος προσπάθησε να αντιδράσει μα σκοτείνιασε το μυαλό του…

Πέτρο! Πέτρο!

Γονατιστή πάνω του, μια απλή κοπέλα. Το πρόσωπό της κάτι του θύμιζε.

Με ακούς; Να καλέσω ασθενοφόρο;

Όχι, έχω ό,τι χρειάζεται στο αμάξι, είπε δύσκολα χαμογελώντας. Μπορείς να με βοηθήσεις;

Φυσικά, έχω σπουδάσει νοσηλευτική.

Την αναγνώρισε· έμενε στον διπλανό όροφο, του έριχνε πάντα καλημέρα, αλλά τη νόμιζε μαθήτρια. Θυμήθηκε τ όνομά της μόλις τον κοίταξε:

Είμαι η Ειρήνη, μένω δίπλα σου.

Έλα, Ειρήνη, μπες. Το φαρμακείο είναι στο πίσω κάθισμα.

Εκείνη φρόντισε τις πληγές.

Δεν είναι τίποτα σοβαρό, είπε γλυκά.

Σε ευχαριστώ!

Ο Πέτρος την κοίταξε στον καθρέφτη και τα μάτια της τον ρωτούσαν άηχα: „Να φύγω τώρα;”

Πάμε να πιούμε ένα καφέ; Δεν πρόλαβα να φάω πρωινό.

Έτσι με τις φόρμες; ρώτησε ντροπαλά.

Κι εγώ αθλητικά φοράω!

Όχι, άσε καλύτερα.

Καλά, ας αλλάξουμε τότε πρώτα.

Σε μισή ώρα βγήκε με ένα απλό φόρεμα και λίγο φθηνό μακιγιάζ. Ο Πέτρος ένιωσε να θέλει βόλτα με τα πόδια, όχι με αμάξι.

Ειρήνη, πάμε μια βόλτα στο πάρκο;

Πάμε, είπε κι έπιασε το μπράτσο του.

Όλη τη διαδρομή η Ειρήνη μιλούσε. Κάθισαν σε ένα μικρό μαγαζάκι και της έδωσε το μενού:

Παράγγειλε ό,τι θέλεις.

Αυτή κοιτούσε μόνο τις τιμές. Ο Πέτρος φώναξε τον σερβιτόρο:

Φέρτε ό,τι πιο νόστιμο για την κοπέλα και έναν καφέ!

Για εσάς;

Μόνο έναν καφέ.

Έχουμε ωραία γλυκά με κρέμα.

Φέρτε!

Ύστερα τη συνόδεψε σπίτι της

Πέρασε η εβδομάδα. Ο Πέτρος γύρισε από τη δουλειά του Παρασκευή βράδυ.

Υποσχέθηκα στη μάνα μου ότι θα πάω με κοπέλα το Σάββατο Τι να κάνω τώρα;

Πήγε στην κουζίνα, άναψε βραστήρα, έκανε σάντουιτς, μα το νου του στην αυριανή δύσκολη αποστολή.

Θα πάω μόνος μου, θα ναι πάλι λυπημένη Κάτι πρέπει να σκεφτώ

Τότε του ήρθε η ιδέα.

Κι αν πάρω μαζί την Ειρήνη; Μόνο μια φορά την είδα. Θα πω στους δικούς μου ότι ήμουν πνιγμένος στη δουλειά

Έφαγε γρήγορα, ξυρίστηκε, ντύθηκε κάπως επίσημα και πήγε στη διπλανή πολυκατοικία. Δε θυμόταν αριθμό διαμερίσματος μόνο τ όνομά της.

Καθώς περίμενε έξω, βγήκε η Ειρήνη με φόρμες. Το πρόσωπό της φάνηκε να λάμπει μόλις τον είδε.

Καλησπέρα, Ειρήνη!

Καλησπέρα, Πέτρο! χαμογέλασε εκείνη.

Λέω να σου προτείνω μια βόλτα

Πάλι με φόρμες

Σε περιμένω, άλλαξε.

Ναι, μισό λεπτό μόνο, είπε και ανέβηκε βιαστικά.

Τι έπαθες; ρώτησε η μητέρα της.

Μαμά, θα βγω βόλτα.

Με ποιον και τέτοια βιασύνη;

Η κόρη της δεν απάντησε, αλλά η μάνα πήγε στο παράθυρο.

Με τον Πέτρο; Αυτόν θα πάρεις; Ε, κορίτσι μου, μ αυτόν θα βγεις;

Μαμά, είμαι είκοσι χρονών πια, είπε η Ειρήνη με τύψεις.

Δε βλέπεις πόσες όμορφες πάνε μαζί του;

Μην γκρινιάζεις, μαμά!

Τι τα θες αυτά, κορίτσι μου;

Η Ειρήνη κατέβηκε κάτω, χωρίς να δίνει σημασία στα σκουριασμένα σχόλια των γειτόνων. Στάθηκε πλάι στον Πέτρο με το κεφάλι ψηλά, τον έπιασε αγκαζέ:

Πού πάμε;

Θα περάσουμε μια βόλτα απ το πάρκο, θα πάρουμε καφέ και στο φως του φεγγαριού θα μείνουμε παρέα

Κι έτσι κι έγινε. Μα η μητέρα της, όταν πια η ώρα πλησίασε μία τα ξημερώματα, τηλεφώνησε:

Ειρήνη, ήρθε η ώρα, μην ξεχνιέσαι!

Πάω, είπε εκείνη με ενοχές στον Πέτρο.

Σ αφήνω σπίτι.

Στην είσοδο αποχαιρετίστηκαν. Τότε ο Πέτρος της είπε με τόνο που δεν σήκωνε άρνηση:

Αύριο θα έρθεις μαζί μου στους γονείς μου.

Κωνσταντίνε! φώναξε η Θηρεσία όταν είδε την άσπρη Toyota να σταματά μπροστά. Έρχεται ο Πέτρος!

Θυμήθηκε τους γονείς του;

Με κοπέλα είναι! είπε εκείνη και βγήκε τρέχοντας στην αυλή.

Η Θηρεσία αγκάλιασε τον γιο της και χαιρέτισε τη συνοδό του. Πλησίασε και ρώτησε γλυκά:

Πώς σε λένε, κορίτσι μου;

Ειρήνη, αποκρίθηκε συστολα.

Εμένα, Θηρεσία. Πέρνα μέσα, καλώς όρισες!

Ο Κωνσταντίνος βγήκε από το σπίτι, πλησίασε χαρούμενος:

Επιτέλους, ο γιος μας έφερε κοπέλα! Πώς σε λένε, παιδί μου;

Ειρήνη.

Εμένα Κωνσταντίνο. Φώναζέ με θείο αν θες!

Η Ειρήνη ξαφνιάστηκε τόσο θερμής υποδοχής. Περίμενε αυστηρά πρόσωπα, αλλά τους είδε με χαρά και απλότητα όπως τη δική της οικογένεια.

Το τραπέζι στρωμένο, γεμάτο με κάθε λογής λιχουδιές, σαν να περίμεναν υπουργό.

Άρχισαν τα ερωτήματα κι εκείνη συνειδητοποίησε πως η απλότητα έκανε τη μητέρα του Πέτρου χαρούμενη. Ένοιωθε σα να ανήκει κι αυτή εκεί.

Μετά το φαγητό, ο Πέτρος με τον πατέρα του πήγαν να σκάψουν το κτήμα και να φυτέψουν πατάτες. Η Ειρήνη πλησίασε τη Θηρεσία:

Να βοηθήσω στο συγύρισμα;

Μαζί θα τα κάνουμε, με χαμόγελο η κυρά Θηρεσία.

Μόλις τελείωσαν τις πατάτες, η Ειρήνη είπε ήσυχα:

Πρέπει να γυρίσω, η μαμά μου θα ανησυχεί.

Τι λες, κορίτσι μου; Τώρα θα δειπνήσουμε και μετά θα μείνεις εδώ. Αύριο πρωί φεύγετε.

Δεν γνωρίζω, θα ήθελα, είπε με δισταγμό.

Πάρε τη μαμά σου τηλέφωνο, να μάθει ότι είσαι μαζί μας.

Κάλεσε η Ειρήνη.

Μαμά, να μείνω σήμερα εδώ;

Ειρήνη, τι λες τώρα; Υποσχέθηκες να επιστρέψεις.

Ρώτησε η Θηρεσία:

Πώς τη λένε τη μητέρα σου;

Σοφία.

Η Θηρεσία πήρε το τηλέφωνο αποφασιστικά:

Σοφία, είμαι η μαμά του Πέτρου. Αφήστε να μείνει η κόρη σας στη δική μου ευθύνη. Έχουμε αρκετά δωμάτια· θα κοιμηθούν χωριστά.

Δεν ξέρω τι να πω

Έχετε μια πολύ καλή κόρη, Σοφία

Πέρασε ώρα πολλή με συζητήσεις και γέλια.

Την επόμενη μέρα το απόγευμα, ετοιμάστηκαν να φύγουν. Η Θηρεσία γέμισε τσάντες με ελιές, φέτα, ψωμί, ντομάτες.

Αυτά για τον Πέτρο κι αυτά για εσάς, κορίτσι μου.

Μην ταλαιπωρείστε, κυρία Θηρεσία

Στην Αθήνα δεν τρώτε τίποτα σωστό, για αυτό τόσο αδύνατη

Έπειτα πήγε στον γιο της, καθώς μιλούσε με τον πατέρα του:

Καταθέσατε δήλωση γάμου;

Μαμά, ακόμα δεν το συζητήσαμε

Λοιπόν, μίλα της! Μην χάσεις αυτή τη γελαστή κοπέλα, ε! Άλλη δεν θέλω να μου φέρεις.

Μόλις το αμάξι ξεκίνησε, η Θηρεσία τηλεφώνησε στη Σοφία:

Τα στείλαμε, όλα καλά. Ένα σωρό πράγματα σας έδωσα.

Ωχ, Θεοδώρα μου, τι κάνεις; Δεν χρειαζόταν

Καλά είναι όλα! Ο Θεός να δώσει να γίνουμε σύντομα συμπεθέρες.

Πού τα βρίσκεις αυτά, βρε Θηρεσία; γέλασε η Σοφία μα φάνηκε να το χαίρεται.

Στα είκοσι πέντε, με σπίτι, με αμάξι Έτοιμος γαμπρός ο Πέτρος. Τι έχει η δική σου στο μυαλό της;

Η Ειρήνη φτερουγίζει από τον έρωτα

Ε, αν δεν τους μάθουμε εμείς τα βασικά, ποιος θα τα μάθει;

Ο Πέτρος πολύ καλό παλικάρι

Κι η Ειρήνη σπουδαία κόρη, ταπεινή, δουλευταρού

Ξέρει και να μαγειρεύει και να νοικοκυρεύει.

Ο Πέτρος, οδηγώντας πίσω, χαμογελούσε αινιγματικά. Η Ειρήνη τον ρώτησε:

Γιατί γελάς;

Άρεσες στους γονείς μου.

Ωραία, και λοιπόν;

Η μάνα μου είπε να μην αφήσω μια τέτοια καλή κοπέλα.

Και εσύ;

Δε θα σ αφήσω!

Και οι δυο στραφούν ο ένας στον άλλο και στα μάτια τους έλαμπε το ίδιο φως, η αγάπη

Για να μην χάσετε παρόμοιες όμορφες ιστορίες, ακολουθήστε τη σελίδα μας! Αφήστε σχόλια και τις καρδιές σας χτίζουμε μαζί το αύριο!

Oceń artykuł
Γιατί να παντρευτεί ένας τόσο όμορφος και επιτυχημένος άντρας σαν εμένα; – αναρωτιόταν εκείνος. – Πότε θα αποκτήσουμε εγγόνια; – αναρωτιούνταν οι γονείς.