Έκανα καθαριότητα στο σπίτι: σκούπισα παντού και άρχισα να τρίβω τα πατώματα. Και η πεθερά μου, σκόπιμα, έριξε φλούδες από ηλιόσπορους στο φρεσκοπλυμένο πάτωμα. Την κοίταξα ξαφνιασμένη. Το έκανε επίτηδες.
«Μαμά, γιατί το έκανες αυτό; Σε είδα, ήταν εσκεμμένο!»
Η πεθερά μου με κοίταξε περιφρονητικά και είπε:
Ξανακάν το! Δεν θα σου συμβεί τίποτα!
Έπειτα, ικανοποιημένη από τη μικρή της φάρσα, γύρισε στο κρεβάτι της. Πήγα στο άλλο δωμάτιο, πήρα τη σκούπα και το φαράσι, κι άρχισα ξανά να μαζεύω τη βρωμιά.
Η πεθερά μου άνοιξε πάλι την εφημερίδα της, που διαβάζει σχεδόν καθημερινά.
Γιατί με μισείς τόσο; Τι σου έκανα για να γελάς με μένα συνέχεια; Μαγειρεύω για σένα, πλένω τα ρούχα, φροντίζω το σπίτι. Η κόρη μου σε βοηθάει πάντα! Γιατί αυτό το μίσος; τη ρώτησα.
Αλλά ούτε που γύρισε να με κοιτάξει, ούτε μου απάντησε. Δεν περίμενα ούτε συγγνώμη, ούτε δικαιολογίες.
Άρχισα να κλαίω. Τελείωσα το πάτωμα και έφυγα. Πήγα να πλύνω τα ρούχα και αργότερα στο κατάστημα με λαχανικά στη πλατεία.
Πάντα είχα τόσες δουλειές στο σπίτι. Όταν δούλευα, δεν σκεφτόμουν πολύ κι ο χρόνος περνούσε χωρίς να το καταλάβω.
Ο άντρας μου πέθανε πριν χρόνια. Ήταν όταν η κόρη μας, η Ελευθερία, ήταν μόλις οχτώ ετών.
Μετά την κηδεία, η πεθερά μου είπε:
Θα μείνεις εδώ! Δεν θα αφήσω να λένε στην γειτονιά ότι σε έδιωξα.
Φυσικά, δέχτηκα. Δεν είχα που αλλού να πάω. Η αδερφή μου με τα δύο παιδιά της έμεναν με τους γονείς μου, δεν υπήρχε χώρος για μένα και την Ελευθερία.
Είχα πολλές ελπίδες ότι, παρότι η πεθερά μου ήταν δύστροπη, θα βρίσκαμε τελικά μια κοινή πορεία. Αλλά δυστυχώς, το θαύμα δεν έγινε.
Όταν βρισκόμασταν με κόσμο, η πεθερά μου φερόταν φυσιολογικά, αλλά όταν ήμασταν μόνες στο σπίτι, συνεχώς με μειώνει. Μου έλεγε πάντα ότι πρέπει να κάνω ό,τι αυτή θέλει.
Είσαι τόσο χαζή! Ποιος χρειάζεται εσένα! Κανένας άντρας δεν θα σε προσέξει! Έχεις παιδί! Μείνε με την Ελευθερία και εμένα! Κι όταν πεθάνω, θα πάρεις το σπίτι! Αν δεν κάνεις ότι σου λέω, θα το αφήσω αλλού! Κι εσύ δεν θα έχεις τίποτα!
Φοβόμουν πολύ αυτό, γι αυτό δεχόμουν τα πάντα και άντεχα τα πάντα. Έκανα ό,τι μπορούσα για να είναι καλά το παιδί μου.
Η πεθερά μου όμως, δεν σκόπευε να φύγει από τη ζωή εύκολα. Είχε ήδη μπει στα 90, δεν παραπονιόταν για την υγεία της. Ξόδευε όλη της τη σύνταξη για τον εαυτό της. Μου ζητούσε πάντα να αγοράζω τα καλύτερα και πιο νόστιμα προϊόντα.
Κατάλαβα προ πολλού ότι έχω κάνει μεγάλο λάθος πριν χρόνια. Δεν έπρεπε να μείνω με την πεθερά μου. Κι έτσι υπέφερα τόσα χρόνια αυτή την ταπείνωση.
Η Ελευθερία τώρα τελειώνει το πανεπιστήμιο. Έχει έναν καλό φίλο, τον Μιχάλη, με τον οποίο ετοιμάζονται να παντρευτούν. Μετά το γάμο θα μείνουν μαζί του. Ελπίζω τόσο πολύ η κόρη μου να προκόψει στη ζωή της.
Με πονάει τόσο πολύ για μένα και για αυτή τη ζωή που χάλασα…






