Γιαγιά για μία ώρα

Γιαγιά με το ωράριο

– Κύριε Δημήτρη, συγγνώμη που διακόπτω, αλλά θα μπορούσα να φύγω λίγο νωρίτερα σήμερα; Το παιδί μου ανέβασε πυρετό.

Η Ειρήνη ακουμπάει στο γραφείο τα έγγραφα για αύριο και τη λίστα με τα ραντεβού. Απομένει ακόμη μία ώρα δουλειάς, αλλά το νηπιαγωγείο έχει ήδη τηλεφωνήσει δύο φορές. Αποφάσισε λοιπόν να ρισκάρει και να ζητήσει να φύγει. Δεν εργάζεται πολύ καιρό στη συγκεκριμένη κατασκευαστική εταιρεία, και το ότι την επέλεξαν για τη θέση γραμματέα, μοιάζει ακόμα απίστευτο, ειδικά αφού δεν είχε σχετική εμπειρία και σίγουρα δεν διέθετε τα προσόντα εμφάνισης που ζητούσε η αγγελία. Πριν τη συνέντευξη, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και κουνούσε το κεφάλι.

– Ε, καλά… Αυτό το κομμάτι της αγγελίας, σίγουρα δε μ αφορά.

Το παλιό, προσεγμένο ζακετάκι είχε κρατηθεί ακόμα, όμως η φούστα της ήταν ό,τι είχε απομείνει από τότε που της τη ράψε η μητέρα της είχε διαλέξει το ύφασμα με προσοχή, δούλευε με τη ραπτομηχανή μέρες και κάθε φορά έπαιρνε ανάσα πριν βάλει τη βελόνα.

– Θα βγει καλύτερη κι απ του μαγαζιού.

– Μαμά, είναι χειροποίητη, σίγουρα της απαντούσε η Ειρήνη, μόνο και μόνο για να δει ένα χαμόγελο στα χείλη της μητέρας της.

Καινούρια ρούχα δε χωρούσαν στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Η Ειρήνη θυμάται ακόμη το διάστημα που ζούσε ο πατέρας και δεν είχε πρόβλημα να διαλέξει ό,τι αγαπούσε. Μετά το θάνατό του, άλλαξαν όλα. Με τον μισθό της μαμάς ως βοηθός σε μικρή κλινική, πολλά δε γινόντουσαν. Όσο ήταν η γιαγιά καλά, κάπως τα έβγαζαν πέρα. Με τη μητέρα του πατέρα της, τη Βασιλική, οι σχέσεις ήταν τεντωμένο σχοινί.

– Λυδία! Καμιά αίσθηση οικογένειας δε βλέπω. Δεν περιμένω και κάτι άλλο απ τη δική σου καταγωγή, αλλά εδώ πρέπει να μάθεις πως σ αυτή την οικογένεια προσέχουμε ο ένας τον άλλον!

Η Ειρήνη ήταν ακόμα μικρή τότε και δεν πολυκαταλάβαινε τα λόγια της γιαγιάς. Με τα χρόνια, όμως, κατάλαβε πολύ καλά τι εννοούσε. Όλο γινόταν προς μία κατεύθυνση: Η μητέρα της όφειλε να φροντίζει τη γιαγιά, σχεδόν όλο τον μισθό εκείνη τον διέθετε εκεί, αλλά η γιαγιά μόλις και μετά βίας της απηύθυνε έναν καλό λόγο. Μόνο γκρίνια και παράπονα.

– Μαμά! Γιατί δεν της απαντάς; αναρωτιόταν η Ειρήνη μεγαλώνοντας, βλέποντας την μάνα της να δέχεται σιωπηλά τα κηρύγματα.

– Γιατί ξέρω ότι δεν έχει δίκιο, αλλά επίσης βλέπω ότι είναι άρρωστη και μόνη της. Εκτός από εμάς, δεν έχει κανέναν άλλο. Με την αδερφή της έχει τσακωθεί, τα ανίψια δεν θέλουν επαφή… Η Λυδία δίπλωνε τα σιδερωμένα ρούχα με προσοχή. Κι επιπλέον, υποσχέθηκα στον πατέρα σου ότι δε θα την αφήσω. Και δεν έχω δικαίωμα να μη κρατήσω τον λόγο μου.

Η Ειρήνη συχνά θύμωνε με τη γιαγιά, ήθελε να τα πει όλα έξω απ τα δόντια, αλλά η Λυδία τη σταματούσε μαλακά.

– Μη το σκέφτεσαι άλλο, κόρη μου. Να θυμάσαι μονάχα πως το σωστό είναι να κάνεις αυτό που πρέπει εσύ. Ό,τι ανήκει στη γιαγιά σου, είναι δικό της. Ποτέ δε μας ανήκε και ούτε θα μας ανήκει. Μην αφήνεις να δηλητηριάζει τη σκέψη σου αυτό.

Η Ειρήνη συνειδητοποίησε τι εννοούσε η μητέρα της μόλις πέθανε η γιαγιά. Όταν βρήκε η Λυδία το φάκελο με τη διαθήκη και το αποχαιρετιστήριο γράμμα, τα πέταξε πάνω στο κρεβάτι και σηκώθηκε αμέσως.

– Πάμε. Δεν έχουμε πια δουλειά εδώ. Το χρέος μου στην πεθερά μου το έκανα στο ακέραιο.

Η Ειρήνη αργότερα έμαθε πως όλη η περιουσία μοιράστηκε στα ανίψια. Το γράμμα δεν το διάβασε ποτέ. Μονάχα άκουσε ένα απόγευμα τη μητέρα της να λέει:

– Τα άφησε σ εκείνους επειδή ήταν „πραγματικοί”. Μην ρωτήσεις άλλο, Ειρήνη μου. Άσ το όλο αυτό πίσω σου.

– Θεωρούσε πως δεν ήμουν πραγματικά της οικογένειάς της; ψιθύρισε η Ειρήνη.

– Όχι, απλώς θεωρούσε πως ήσουν πολύ ίδια με εμένα, τίποτε από τον μπαμπά σου. Τι σημασία έχει; Εσύ είσαι σαν τον πατέρα σου, όλο του το χαρακτήρα έχεις. Εγώ αυτό κρατώ και σου λέω, πάρε μονάχα το καλό απ αυτή την οικογένεια και ξέχασε το κακό.

Η Ειρήνη δε συνέχισε τη συζήτηση. Ποτέ δεν κατάλαβε ακριβώς τη μάνα της, μα αναγνώριζε πόσο σημαντικά ήταν για εκείνη αυτά που έλεγε.

Τα χρόνια πέρασαν, η Ειρήνη τελείωσε το λύκειο και μπήκε στο Πολυτεχνείο. Τότε ράφτηκε η περίφημη φούστα. Με αυτή πέρασε τις εξετάσεις, πήγαινε στα μαθήματα, ακόμη και στην πρώτη δουλειά στη σχολή κι εκεί γνώρισε τον πατέρα του Αγγελου. Ήταν η γούρικη της φούστα. Έτσι, για τη συνέντευξη στην εταιρεία, αυτή διάλεξε. Άλλωστε, τι να φορέσει; Τα τζιν αποκλείονται!

Άκουσε μερικά σχόλια στο τμήμα ανθρωπίνου δυναμικού, μα θυμήθηκε τα λόγια της Λυδίας, ίσιωσε την πλάτη και πήρε θάρρος.

– Κυρία, πώς και το αποφασίσατε; Χωρίς εμπειρία και με μικρό παιδί; Πού δουλεύατε πριν;

– Στο πανεπιστήμιο, παράδιδα μαθήματα.

– Και γιατί θέλετε να αλλάξετε αντικείμενο;

– Θέλω να δοκιμάσω κάτι καινούριο είπε μαζεμένη, αν και τα πόδια της έτρεμαν. Περίμενε ότι και πάλι θα την απορρίψουν.

Αλλά τελικά της προσέφεραν τη θέση με δοκιμαστική περίοδο. Η ίδια δεν άκουσε τα σχόλια πίσω από την πλάτη της.

– Χριστίνα, γιατί αυτή στη θέση; Ο Δημήτρης θέλει „έξυπνες γυναίκες”. Να δούμε τι θα βγάλει. Μόνο να της αλλάξουμε φορεσιά και οι άλλες δε θα πιάνουν μία μπροστά της…

Η σχέση με το αφεντικό, τον κύριο Δημήτρη, πήγε ανέλπιστα καλά. Όταν τον είδε να την κοιτάζει σκεπτικός μπροστά στη μηχανή του καφέ, εκείνος έσκασε στα γέλια:

– Πρώτη φορά βλέπω γυναίκα να διαβάζει οδηγίες και να μην πατάει όλα τα κουμπιά. Θα τα καταφέρουμε μαζί!

Τα καθήκοντα δεν ήταν πολύ δύσκολα. Ο Δημήτρης ήταν άνθρωπος του ελέγχου, αλλά σιγά σιγά διαπίστωσε ότι η Ειρήνη είχε φανταστική μνήμη, οργάνωση κι ήταν μεθοδική. Αν μπορούσε να βρει οποιονδήποτε ήθελε, να κανονίσει το πρόγραμμα ραντεβού ώστε να βολεύει όλους, όλα να είναι στην ώρα τους το κατάφερνε. Μόνο για τις απουσίες της λόγω του μικρού Αγγέλου είχε κάποια παράπονα.

– Ειρήνη, καταλαβαίνω τα πάντα, αλλά τελευταία έχει γίνει συνήθεια να φεύγετε νωρίς για το παιδί. Δεν είμαι ο μόνος εργοδότης που ανησυχεί θα μείνω χωρίς γραμματέα κάποια στιγμή.

– Έχετε δίκιο. Θα προσπαθήσω να λύσω το θέμα. Μόνη μου είναι το πρόβλημά μου.

Έφυγε με βαριά καρδιά στο νηπιαγωγείο περίμενε ο Αγγελος με πυρετό, το σπίτι και οι καθημερινές υποχρεώσεις. Ένοιωσε ξανά μόνη κι εξαντλημένη. Γιατί όλα τόσο δύσκολα; Θυμήθηκε τα λόγια της Λυδίας:

– Δεν συναντάμε μόνο καλούς ανθρώπους στη ζωή. Μερικές φορές ίσα που τους μετράς στα δάχτυλα. Να τους ξεχωρίζεις…

– Κι αν δεν βρω κανέναν καλό ποτέ;

– Δεν γίνεται, κόρη μου. Εσύ που λατρεύεις τα μαθηματικά, σκέψου λίγο την πιθανότητα να μη συναντήσεις ποτέ κανέναν καλό. Μη φοβάσαι λίγοι οι πραγματικά κακοί. Οι υπόλοιποι απλώς κάνουν ό,τι μπορούν για τον εαυτό τους. Άλλοι το παραδέχονται, άλλοι όχι. Μακάρι στη ζωή σου να γνωρίσεις τους δεύτερους.

Τα λόγια έρχονταν συχνά στο μυαλό, ειδικά μετά τη γνωριμία με τον πατέρα του Αγγέλου. Ο Γιάννης, λαμπρός νέος ερευνητής, γεμάτος πάθος, φιλοδοξία ό,τι της έλειπε εκείνης το έβρισκε σε αυτόν. Όμως οι ζωές τους πήραν άλλη ρότα. Εκείνη ήθελε οικογένεια κι επιστήμη, εκείνος μόνο το δεύτερο. Όταν τον προσέλαβαν σ ένα πανεπιστήμιο στην Ολλανδία, έφυγε πριν καλά καλά παντρευτούν και μια βδομάδα μετά το „θέλω να γίνουμε οικογένεια” της ανακοίνωσε πως καλύτερα να περιμένουν.

– Δε θα γίνει. Θα το μεγαλώσω μόνη μου. Καλή τύχη!

Από τότε δεν ειδώθηκαν ξανά.

Ο Αγγελος ήρθε στον κόσμο λίγο μετά που έφυγε κι η μητέρα της, από οξύ έμφραγμα. Το σπίτι γέμισε απόλυτη σιωπή. Η Ειρήνη το ριξε στη ρουτίνα: πλύσιμο, καθάρισμα, βόλτες, φαγητά. Δούλευε απογευματινή καθαρίστρια σ ένα κομμωτήριο στη γειτονιά, ανάμεσα μάζευε βιογραφικά, αλλά τίποτα. Αργότερα, μόλις ο Αγγελος πήγε παιδικό, τα πράγματα έγιναν κάπως καλύτερα, αλλά η υγεία του εύθραυστη. Το ένα κρυολόγημα μετά το άλλο.

Σ αυτή τη φάση, η Ειρήνη επιστρέφει σπίτι τρέχοντας, έχοντας περάσει από φαρμακείο, με τον Αγγέλο αγκαλιά κολλημένο δίπλα της. Μπροστά από την πόρτα τη σταματάει η γειτόνισσα, Ελένη.

– Πάλι αδιαθετεί ο Άγγελος; ρωτάει χαμηλόφωνα.

– Πάλι… θα με διώξουν στο τέλος! Έκανα τόσο καιρό να κρατηθεί καλά…

– Έχεις ποτέ σκεφτεί να βρεις νταντά; Δεν πληρώνεσαι πια όπως παλιά;

– Υπάρχουν και προτεραιότητες, Ελένη…

– Ε, νταντάδες τώρα πανάκριβες. Δυστυχώς γιαγιά δεν υπάρχει…

– Πολύ θα το ήθελα, είπε η Ειρήνη, μπαίνοντας μέσα και πνίγοντας ένα παράπονο.

Μα η μαμά δεν είναι εδώ…

Έβαλε τον Αγγελο για ύπνο, του έφτιαξε τσάι και σκέφτηκε πώς ν αντιμετωπίσει τη νέα κατάσταση.

Ο ήσυχος χτύπος στην πόρτα την έκανε να ξαφνιαστεί. Ποιος να ήταν; Ανοίγει και βλέπει την κυρία Μαρία Αποστόλου, τη γιαγιά του επόμενου κτιρίου. Την ήξερε τυπικά ένα καλημέρα, τίποτε παραπάνω.

– Γεια σου, κοπέλα μου! Θα με καλέσεις μέσα ή να τα πούμε στο πλατύσκαλο;

– Συγγνώμη, περάστε!

Η κυρία Μαρία μπήκε ατάραχη με τις παντόφλες της και έδειξε προς την κουζίνα.

– Εκεί κάθεστε;

– Ναι…

– Πάμε εκεί καλύτερα. Μην ενοχλήσουμε τον μικρούλη.

Κάθισε στο τραπέζι, δίπλωσε τα χέρια και της λέει:

– Γιαγιά με το ωράριο χρειάζεσαι;

– Παρακαλώ; ξαφνιάστηκε η Ειρήνη.

– Να σου κρατώ το παιδί όταν αρρωσταίνει ή όταν χρειάζεται.

– Βεβαίως! Αλλά που να βρεθεί…

– Μα ήρθα εγώ μόνη μου. Με παιρνεις στη δουλειά σου ή όχι;

Η Ειρήνη δίστασε, αλλά της γέμιζε εμπιστοσύνη το ήρεμο βλέμμα της. Έβαλε κούπα τσάι, πήγε δίπλα στη γιαγιά κι άρχισαν να συζητάνε.

Η ιστορία της κυρίας Μαρίας απλή: μεγάλωσε στον Νέο Κόσμο, δουλεύαν εργάτες οι γονείς, μεγάλωσε, δούλεψε στο εργοστάσιο, παντρεύτηκε, γέννησε δυο γιους. Τα παιδιά έφυγαν σε άλλες πόλεις, έστησαν τη ζωή τους. Εγγόνια είχε στη Ρόδο και την Αθήνα, αλλά οι νύφες κάθε τους είχαν τις ανάγκες. Δεν της τα άφηναν ιδιαίτερα. Και τώρα, το μόνο που ήθελε ήταν να βοηθήσει ένα παιδί στη γειτονιά της. Το είπε στη φίλη της, την Ελένη, και ήρθε να το προτείνει:

– Θα παίρνω λίγα ευρώ, δε με νοιάζουν τα πολλά. Σκέψου και πες μου αύριο.

Η Ειρήνη όλο το βράδυ σκεφτόταν τα λόγια της μάνας της και αναρωτιόταν αν μπορεί να εμπιστευτεί… Το πρωί πήρε απόφαση.

– Κυρία Μαρία, ναι. Θέλω βοήθεια.

Έτσι άρχισε η συνεργασία τους. Η κυρία Μαρία, οργανωμένη στην ώρα της, φρόντιζε τον Αγγελο, μαγείρευε χυμούς, ετοίμαζε παραμύθια, δίδασκε ακόμα σκάκι.

– Το παιδί σου, μου φαίνεται, θα γίνει επιστήμονας μισοαστεία, μισοσοβαρά.

Σταδιακά, ο Αγγελος άρχισε μαθήματα κολύμβησης και γινόταν πιο ανεξάρτητος. Η Ειρήνη πήρε πνοή.

Ο καιρός περνούσε. Στο μεταξύ ο κύριος Δημήτρης, βλέποντας την πρόοδο της Ειρήνης, της πρότεινε να σπουδάσει εξειδικευμένη διοίκηση και να αναλάβει σπουδαιότερο πόστο στην εταιρεία.

– Η γυναίκα με το μυαλό που έχεις δε θα μένει για πάντα γραμματέας, της ξεκαθάρισε.

Οικονομικά τα πράγματα βελτιώθηκαν, ο Αγγελος μεγάλωσε, ζωή τους άνοιξε άλλον δρόμο.

Τη σχέση της με τη „γιαγιά Μαρία” δεν την έλεγαν πια „δουλειά”. Η Ειρήνη ένιωθε πως ήταν οικογένεια. Γι αυτό ανησύχησε όταν η κυρία Μαρία χάθηκε μια μέρα χωρίς ειδοποίηση.

– Ελένη, πού να πήγε; Δεν απαντά, τα παιδιά της δεν ξέρουν…

Η Ειρήνη έτρεξε σε όλη την Αθήνα, σε νοσοκομεία και ιδρύματα πουθενά.

Έπειτα από μέρες, τη βρήκε με θλάση στο κεφάλι, χωρίς ταυτότητα, στον Ευαγγελισμό. Μικρή, αδύναμη, με μερική αμνησία. Οι γιοι της, ειδοποιημένοι, είπαν πως „έχουν δουλειές”. Η Ειρήνη την πήρε στο σπίτι. Ο Αγγελος, πρόθυμα, ανέλαβε βοηθός.

– Θα μείνεις για πάντα γιαγιά στο σπίτι μας.

– Το ζητά η ψυχή σου, Αγγελε μου… η κυρία Μαρία του χάιδεψε το κεφάλι.

Οι αναμνήσεις της κυρίας Μαρίας δεν επανέρχονταν εντελώς, μα εκείνη αποκαλούσε την Ειρήνη „κόρη” της. Κανείς δεν αμφισβήτησε πια ότι ήταν οικογένεια.

Έξι μήνες μετά, ήρθε αναπάντεχα ο γιος της.

– Είμαι ο Ανδρέας, γιος της κυρίας Μαρίας. Μπορώ να τη δω;

Η Ειρήνη τον κοίταξε με σταθερή φωνή:

– Βεβαίως, εκτός αν την θέλετε για πρακτικούς λόγους, χρήματα, σπίτι κλπ. Εδώ είναι το σπίτι της τώρα, η φροντίδα της. Αν θέλετε, ελάτε να τη βλέπετε, το υπόλοιπο δικό μου.

– Μου κάνατε εντύπωση… Κυρία Ειρήνη, σας ευχαριστώ.

– Να προσέχετε και να θυμάστε πως οι σχέσεις δεν είναι μόνο αίμα. Είναι κι ό,τι χτίζουμε μαζί.

Εκείνη την ημέρα, γύρισαν όλοι σπίτι. Ο Αγγελος είχε γενέθλια. Έστησε το τραπέζι με τσουρέκια και γλυκά. Η Ειρήνη γέλασε πλατιά.

– Αγγελε, σήμερα η γιαγιά θα πάρει το μεγαλύτερο κομμάτι τούρτας! Να της γλυκαθεί η ψυχή.

Η γιαγιά Μαρία χαμογέλασε δειλά αλλά χαρούμενα. Η Ειρήνη έκλεισε πίσω της την πόρτα και ένιωσε πως επιτέλους η αγκαλιά είχε γεμίσει ξανά.

– Αγγελε, βάλε το βραστήρα! Θα τα γλεντήσουμε σαν πραγματική οικογένεια απόψε!

Oceń artykuł
Γιαγιά για μία ώρα