Ο γάτος έπεσε τυχαία πάνω σε ένα τηλέφωνο
Το αντικείμενο μύριζε άνθρωπο και ήταν ζεστό, σχεδόν ζωντανό. Ο γάτος στρογγυλοκάθισε, το αγκάλιασε με τα πόδια του, ξάπλωσε από πάνω και το κινητό άναψε, σαν να υπάκουσε στο χάδι του παπουτσωμένου βασιλιά της γειτονιάς.
Η Αριάδνη μόλις είχε προλάβει να χαρεί το καινούριο της smartphone. Από τις πρώτες στιγμές, όμως, έδειχνε περίεργο: υπερθερμαινόταν από την παραμικρή χρήση. Και πριν αλέκτωρ λαλήσει, το είχε κιόλας χάσει στον λαβύρινθο της Αθήνας.
Τι κρίμα Ήταν ένα πανέμορφο τηλέφωνο: οθόνη πλατιά σαν παράθυρο του Παρθενώνα, μπαταρία δυνατή σα δώρο των Θεών ακριβώς αυτή που στο τέλος την πρόδωσε. Τώρα, ούτε που μπορούσε να το επιστρέψει το τηλέφωνο είχε εξαφανιστεί, σαν μυστικό στο Αιγαίο.
Η Αριάδνη τα βαλε με τον εαυτό της: «Μα πώς είμαι τόσο αφηρημένη;». Άρπαξε το παλιό της κινητό με κουμπάκια και σχημάτισε τον ίδιο της τον αριθμό. Ήχοι κουδουνίσματος πλανήθηκαν στον αέρα, αλλά κανείς δεν το σήκωνε.
Μ ένα ποτήρι βαλεριάνα για το άγχος, ξάπλωσε, σκαλίζοντας στη μνήμη της τα βήματά της από το πρωί. Ίσως αν τα ξαναπερπατούσε, να έβρισκε την άκρη του μίτου. Ξαφνικά, κάτι άρχισε να δονείται κάτω από το μαξιλάρι της κάποιος την καλούσε. Τα ψηφία στην οθόνη ήταν ο δικός της αριθμός, οικείος σαν ήλιος στη Σαρωνίδα.
Ναι, παρακαλώ; ψιθύρισε η Αριάδνη.
Μόνο παράξενοι θόρυβοι, κοφτές ανάσες Ώσπου, ακούστηκε ξάφνου:
Νιάου
Η Αριάδνη έκλεισε βιαστικά τη γραμμή. «Με κοροϊδεύουν», σκέφτηκε σκουντουφλώντας στα νεύρα της. Ούτε καν είχε φροντίσει να βάλει κλείδωμα! Τώρα κάποιος έπαιζε με το τηλέφωνό της σαν να ήταν πλακάτζης στα Εξάρχεια.
Πριν προλάβει να πάρει ανάσα, το τηλέφωνό της χτύπησε ξανά. Οι ίδιοι θόρυβοι, τα ίδια νιαουρίσματα στο κενό της γραμμής.
Σας παρακαλώ, σταματήστε! Ούρλιαξε σχεδόν.
Αλλά οι κλήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη, ακατάπαυστα. Παίρνοντας θάρρος, λες και έμπλεξε σε θεατρικό του Μπάνθεατρο, άρπαξε ένα μπουφάν και βγήκε έξω. Οι ήχοι ακουγόντουσαν σαν να έρχονταν από κάπου στη γειτονιά ίσως εκεί ακριβώς που είχε χάσει το κινητό. Άρχισε να περπατά ξανά τα χνάρια της, πληκτρολογώντας περιοδικά το νούμερό της.
Και τότε, χωρίς να το πολυπιστεύει πια, άκουσε τον δικό της ήχο κλήσης να την οδηγεί. Η φαντασία της έφερε μπροστά της τον θρασύ τύπο που θα της επέστρεφε το κινητό χλευαστικά.
Εν τω μεταξύ, ο γάτος, χωμένος στον μικρό του παράδεισο, παρακολουθούσε απορημένος το μαγικό κουτί που όλο μιλούσε. Τ οσμίστηκε, νιαούρισε με ευγένεια σαν τζέντλεμαν από το Κολωνάκι.
Το smartphone σταμάτησε ο γάτος το ακούμπησε ξανά, και αυτό ξανάρχισε τα τραγούδια. Έκαιγε πια, σαν μικρή αρχαία εστία. Ο γάτος ενθουσιάστηκε, του έδωσε ένα γερό χτύπημα.
Ξάφνου το τηλέφωνο άρχισε να τραγουδά. Ο γάτος πετάχτηκε έντρομος, το χτύπησε δυνατά, αλλά αυτό δεν έλεγε να σωπάσει. Μέσα στον αναβρασμό δεν πρόσεξε ότι δεν ήταν πια μόνος κάτω από τη νεραντζιά.
Το ύφος της Αριάδνης μαλάκωσε αυτόματα, βλέποντας τον αληθινό «ένοχο»: Έναν κεραμιδί, τσαλακωμένο απ τη ζωή γάτο να χτυπά μανιασμένα το smartphone με τα πατουσάκια του. Όταν εκείνος την είδε
Χύθηκε στην αγκαλιά της με λαχτάρα, σαν να τη γνώριζαν αιώνες. Έτριψε το κεφάλι του στα χέρια της, γουργούρισε μετρώντας παλμούς, και έγινε κουβάρι στην καρδιά της. Η Αριάδνη δεν μπορούσε να αντισταθεί.
Ο γάτος έλειωνε πάνω της, ζεσταινόταν από την παρουσία της, ενώ εκείνη καταλάβαινε πόσο κρύος ήταν δεν ήταν θαύμα που έβρισκε παρηγοριά στη ζεστασιά του κινητού της.
Με το τηλέφωνο στην τσέπη κι έναν κεραμιδί ήλιο στην αγκαλιά, η Αριάδνη τριγυρνούσε στη γειτονιά της, ονειροπολώντας για μια πρωτόγνωρη αγάπη. Την είχε ήδη ερωτευτεί ο γάτος της καρδιάς της! Μετά από τέτοια έκρηξη τρυφερότητας δεν υπήρχε περίπτωση να τον αφήσει ολομόναχο στα χαμηλά της πόλης.
Κι ο γάτος, ευτυχισμένος και λίγο ζαλισμένος, τρίβονταν στα χείλη και στο πιγούνι της, παρόλο που η Αριάδνη προσπαθούσε δήθεν να τον αποφύγει αν και καμμία δεν τον ήθελε να σταματήσει στ αλήθεια.
Η λύση του ονείρου ήταν τελικά απλή, γεμάτη μεσογειακή λογική
Ο γάτος είχε μεθύσει από τη μυρωδιά της βαλεριάνας που η Αριάδνη είχε ρίξει στη δική της σα μικρή Αθηναία μάγισσα.





