Βρες το δίκιο σου μόνη σου

Βγάλ τα πέρα μόνη σου

Νίκο, το αυτοκίνητο σταμάτησε. Μες στη Θερμοπυλών, στο κέντρο. Το κινητό μου ξεφορτίζεται, παίρνω από ξένο τηλέφωνο.

Τα χέρια της Φωτεινής τυλίγαν σφιχτά το ακουστικό, τα δάχτυλά της μέσα σε λεπτά, καφέ δερμάτινα γάντια που σχεδόν είχαν παγώσει. Το χιόνι στριφογυρνούσε μανιασμένο, έμπαινε παντού, έκλεινε τα τζάμια των μαγαζιών, δάγκωνε τα μάτια. Ακίνητη απέξω από μια ξένη πόρτα, ένα κομμωτήριο. Η ιδιοκτήτρια είχε βγει να καπνίσει. Είδε τη γυναίκα στο μπλε παλτό με το χαμένο βλέμμα και, χωρίς να πει κουβέντα, της έδωσε το κινητό.

Νίκο, μ ακούς;

Ναι, η φωνή σα να διάβαζε οδηγίες σε γραμματέα, ατάραχη, μελοδραματικά ουδέτερη. Είμαι σε σύσκεψη.

Το καταλαβαίνω, αλλά Βοήθα με. Ένα οδική, τουλάχιστον πες μου τον αριθμό. Τελείωσε το κινητό μου. Δεν βρίσκω πού να πάρω.

Σιγή. Όχι μεγάλη. Τρία δευτερόλεπτα, γεμάτα με κείνο το εκατομμύριο σκέψεις: το πλάγιο βλέμμα, το σφίξιμο στα φρύδια του, τους λόγους που φέρνει για να τελειώσει το τηλεφώνημα.

Φωτεινή, δε μπορώ τώρα, βρες λύση μόνη σου. Είσαι μεγάλη.

Κλήση τερματίστηκε.

Έμεινε εκεί, το τηλέφωνο στο αφτί και η σιωπή, βαριά σαν το χιόνι. Η ιδιοκτήτρια του κομμωτηρίου δίπλα, μικροκαμωμένη, με μπλε ποδιά και τσιγάρο ποτέ άναμμένο. Προσποιείται το ενδιαφέρον στη θύελλα.

Ευχαριστώ, είπε η Φωτεινή επιστρέφοντας το κινητό.

Τα καταφέρατε;

Ναι.

Βγήκε ξανά στο πεζοδρόμιο. Το χιόνι χώθηκε παντού, πίσω απ το γιακά, στο μανίκι, σαν να ήθελε να την κυνηγήσει. Το παλτό της, ακριβό, από Θεσσαλονίκη, κασμίρ σφιχτό, αλλά τι να κάνει το κασμίρ μπροστά στο χιονιά που πέφτει μανιασμένος. Η Φωτεινή στάθηκε, αναζητώντας λύση με το βλέμμα. Το αυτοκίνητο, παρατημένο ένα τετράγωνο πιο πέρα. Το κινητό άψυχο. Περπάτημα μέχρι το σπίτι, σχεδόν σαράντα λεπτά κι αυτό σε καλό καιρό. Εκεί, κοντά στη γωνιά, είχε μια στάση λεωφορείου.

Πήγε προς τα εκεί.

Κάτι μέσα της μαζεύτηκε, μα δεν ήταν πίκρα. Ούτε καν θυμός. Μόνο αυτή η σιωπηλή, παλιά βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει κανείς να στηριχτείς. Το είχε μάθει καλά. Όπως η πέτρα που σταλάζει μέσα στα χρόνια κι αφήνει αλάτι, έτσι είχε μαζέψει αυτό το συναίσθημα κι ας μην το ονόμαζε.

Με τον Νίκο, εννιά χρόνια. Τα δύο πρώτα αλλιώς. Μετά ήρθε η καριέρα του, τα πρότζεκτ, τα ταξίδια. Μετά, οι βουβοί δείπνοι που σβήστηκαν τελείως, και έμειναν ξερά τοστ μπροστά στο ψυγείο. Η Φωτεινή δούλευε κι αυτή, σε μικρό αρχιτεκτονικό γραφείο, έστηνε κατόψεις, έκανε επιβλέψεις. Τα χρήματά της δικά της. Ο Νίκος περηφανευόταν: «ανεξάρτητη». Έλεγε πως αυτό είναι αρετή. Μόνη σου να τα βγάζεις πέρα.

Η στάση είχε κάτι σαν σκέπαστρο κι ήταν παρήγορο. Λίγοι ο κόσμος: δύο φοιτητές με σακίδια, ένας παππούλης με τραγιάσκα και μια κυρία με γεμάτη τσάντα που δεν έκλεινε.

Η Φωτεινή κοίτα ζαλισμένη προς τη θάλασσα των φώτων και του χιονιού. Ο στάβλος του δρόμου φώτιζε αλλόκοτα, και κάπου μέσα στην ανεμοθύελλα ακούγονταν κορναρίσματα.

Και τότε συνέβη.

Πρώτα είδε τη γούνα. Όχι τη γυναίκα μόνο τη γούνα. Την ήξερε καλά· μέχρι τη μέση της γάμπας, φαρδύ τελείωμα, γιακάς στρογγυλός με τρεις ξύλινες κουμπιά, σκούρες η τρίτη, ανοιχτότερη, την είχε αναγνωρίσει τόσες φορές. Μόνο ο μάστορας στο βόρειο εργαστήριο της Κηφισιάς ήξερε να φτιάξει τέτοιες. Ο Νίκος της την είχε χαρίσει πριν ενάμισι χρόνο.

Το βράδυ εκείνο ήταν παράξενο: τσακωμοί, λόγια που μένουν. Η Φωτεινή είχε πιστέψει πως τέλειωσαν. Κι εκείνος ήρθε με κουτί δεμένο με σκούρη κόκκινη κορδέλα. Άβολος, έστεκε παράμερα, άφηνε τη στιγμή να τα πει όλα. Η γούνα όμως αληθινή ζεστή, όμορφη, επιμελώς φτιαγμένη. Τη φόρεσε επιτόπου, και ζεστάθηκε κάτι μέσα της. Ήρθε η σκέψη «Θυμάται. Δεν χάθηκε ακόμη το ζωντανό».

Η γούνα χάθηκε μισό χρόνο μετά. Μέσα απ το αυτοκίνητο, στο πάρκινγκ στο Mall. Είχε ξεχαστεί τσάντα στο πίσω κάθισμα και το κλειδί της μέσα. Λίγα λεπτά μόνο Πήγε να γυρίσει, και ιδού: όλα κλειστά, αλλά η τσάντα άφαντη. Με τα πάντα μέσα: πορτοφόλι, χαρτιά, το παλιό κινητό της και η γούνα την είχε βγάλει, επειδή στο εμπορικό καιγόταν κανείς από τη ζέστη.

Ο Νίκος μόνο είπε «Τα πράγματά σου να προσέχεις». Τίποτε παραπάνω.

Και τώρα, η γούνα μπροστά της, στο λεωφορείο της θύελλας του Γενάρη.

Στην πλάτη μιας γυναίκας, άγνωστης.

Νέα γυναίκα, γύρω στα είκοσι οκτώ μικροκαμωμένη, ανέκφραστο, ροδαλό από το κρύο πρόσωπο, χείλη άβαφα, μάτια χωρίς βλέφαρα βαριά. Τα μαλλιά μπαίναν στη λευκή πλεγμένη σκούφο με μπλε γραμμή. Χέρια σε απλά γάντια, φθαρμένες μπότες. Και πάνω από όλα: η γούνα.

Η Φωτεινή κοιτούσε. Δε θέλησε να πιστέψει αμέσως. Μπορεί να υπήρχαν ίδιες. Αλλά μετά είδε τις τρεις κουμπιά, την κάτω-κάτω, ανοιχτόχρωμη. Ήταν η δική της: η αντικατάσταση από άλλον ξύλο, πέντε χιλιοστά διαφορά.

Εκείνη, η τρίτη κουμπί.

Από πού η γούνα; είπε.

Η άλλη γυναίκα γύρισε, με ήρεμη απορία, σαν να σκέφτεται: Γιατί μου μιλάει αυτή;

Συγγνώμη;

Η γούνα. Έκανε ένα βήμα πιο κει. Ρωτάω, πού τη βρήκατε.

Δική μου είναι.

Όχι, η φωνή της Φωτεινής ήσυχη. Δική μου. Την έκλεψαν πριν ένα χρόνο. Θέλω να μου πείτε πώς τη φοράτε.

Την κοιτούσε. Ο παππούλης τραβήχτηκε. Οι φοιτητές κοίταξαν αλλού.

Κάνετε λάθος, είπε η άλλη. Ήρεμα, χωρίς τρέμουλο. Την αγόρασα.

Πού;

Στη λαϊκή. Στο παζάρι.

Στην Αγία Βαρβάρα;

Ναι.

Δεν σας φάνηκε περίεργο; Τέτοια ποιότητα, ψίχουλα στην τιμή;

Στιγμιαίο τράνταγμα στο πρόσωπό της· όχι φόβος, ίσως προσπάθεια να σταθεί ψύχραιμη.

Ό,τι ζητούσαν, το πλήρωσα. Ήταν μία κανονική συναλλαγή.

Κανονική αγορά, υπεξαιρεμένου, είπε η Φωτεινή.

Στέκονταν μονάχες, ενώ η μπόρα στροβίλιζε. Η γυναίκα κρατούσε μια σακούλα απ τον Σκλαβενίτη, κι από μέσα φαινόταν ένα παιδικό σκουφάκι με φουντίτσα.

Έχετε παιδί; ρώτησε η Φωτεινή.

Έχω.

Πόσο χρονών;

Πέντε. Στον παιδικό τώρα. Ήσυχη ανάσα. Ας μη μείνουμε έξω. Δείτε τη μικρή καφετέρια, εκεί, δίπλα. Μια συζήτηση σαν άνθρωποι. Έτσι κι αλλιώς, στο τηλέφωνο μπορείτε να καλέσετε την αστυνομία.

Η ταμπέλα έγραφε «Ζεστασιά». Το πιο ακριβές όνομα για αυτό που της έλειπε.

Μέσα, ησυχία: οχτώ τραπέζια, ξύλινα παγκάκια στο τζάμι, γλαστράκια, μυρίζανε κανέλα και τυρόπιτα. Μια γλυκιά μελωδία ψιθύριζε απ τα ηχεία. Ένας ηλικιωμένος με τη γυναίκα του σημειώναν στο γωνιακό τραπέζι, ένας τυπάκος με λάπτοπ.

Στρώθηκαν στο παράθυρο. Έξω το χιόνι είχε καταπιεί τα πάντα.

Η άλλη, αφού άφησε το σκουφί, έβγαλε το καπέλο. Μαλλιά σκούρα, πιασμένα πίσω. Χείλη ακόμη κατακόκκινα απ το δρόμο, χέρια σκαμμένα, νύχια σπασμένα, γρατζουνιές. Χέρια γυναίκας που δουλεύει όχι σε γραφείο, μα με τα χέρια.

Ήρθε κοπέλα για παραγγελία. Η Φωτεινή πήρε καφέ, η άλλη τσάι και μία κουλούρα.

Μέχρι να έρθει η παραγγελία, σιωπή. Μετά, η Φωτεινή:

Εσάς πώς;

Όλγα.

Φωτεινή.

Μες το Σεπτέμβρη ήρθα στην Αθήνα. Έψαχνα δουλειά, σπίτι, σχεδόν τίποτα δεν είχα στην τσέπη. Προσλήφθηκα σε νοσοκομείο, βοηθός καθαρίστρια. Ένα δωμάτιο, νορμάλ, και ο μικρός στον παιδικό. Δύσκολο, αλλά κάπως τα κατάφερα

Ο γιος σας λέγεται;

Μιχάλης.

Κι ο σύζυγος;

Η ματιά της Όλγας σταθερή.

Χωρίσαμε. Κι αυτό ήταν όλο.

Για πείτε για τη γούνα.

Νοέμβρης, αγορά στην Αγία Βαρβάρα. Μπροστά ο πάγκος. Την είδα: το κατάλαβα αμέσως, αληθινή. Ρωτώ, «Πόσο;» Λέει τρεις χιλιάδες. Λέω, κάτι δεν πάει καλά, αλλά δεν ρώτησα παραπάνω, δεν έπρεπε. Άρπαξα την ευκαιρία. Κρυώνω, παιδί έξω, εγώ σε νυχτερινές βάρδιες, τι να κανα; Την πήρα.

Μετά μετανιώσατε που δεν ρωτήσατε;

Μετά στην αρχή χάρηκα μόνο.

Η Φωτεινή κρατούσε το φλιτζάνι. Ο καφές δυνατός· μικρές γουλιές, το βλέμμα στην Όλγα.

Κάτι άλλαξε. Δεν μπορούσε να συνεχίσει τον ίδιο αυστηρό διάλογο. Κάτι μετατοπίστηκε, δίχως να το έχει συλλάβει.

Δουλεύετε εκεί καιρό;

Από τον Οκτώβρη. Στην «Αγία Σοφία», στην Παθολογική. Τέσσερις μήνες. Ήθελα προσωρινά, αλλά καλός κόσμος, ο Μιχάλης βολεύτηκε, ξέρω τι μου γίνεται.

Νυχτερινές, είπατε;

Καμιά φορά. Είμαι τυχερή, η κυρά-Γεωργία, η σπιτονοικοκυρά μου, κρατάει το παιδί αν χρειαστεί. Τον έχει αγαπήσει.

Η Φωτεινή σκεφτόταν πόσες τέτοιες ιστορίες υπάρχουν γυναίκες μόνες, παιδί, πόλη, δουλειά στα δύσκολα. Τίποτα ασυνήθιστο. Κι όμως κάτι στην Όλγα, το πώς το έλεγε, το ήπιο ύφος, η απλότητα, την άγγιζε.

Από πού ήρθατε;

Από το Μεσολόγγι. Ο άντρας μου εκεί ήταν.

Γιατί φύγατε;

Δεν γινόταν να μείνω άλλο.

Η Φωτεινή δεν ρώτησε λεπτομέρειες. Κατάλαβε το κενό στα λόγια. Ό,τι μένει κενό, σημαίνει πολλά.

Ο Μιχάλης ξέρει τον πατέρα του;

Τον είδε το καλοκαίρι. Σταμάτησε. Εκεί είχε δει πολλά που δε πρέπει ένα πεντάχρονο να ξέρει. Δεν ήθελα να πιστεύει ότι αυτή είναι η μόνη πραγματικότητα.

Πάλι σιωπή καθώς το χιόνι τύλιγε το τζάμι. Μόνο πάνω φαινόταν ακόμα το φως.

Να σας πω είπε ξαφνικά η Όλγα αν είναι όντως η γούνα σας, να τη γυρίσω πίσω. Δεν έχω χαρτιά. Ο άλλος στο παζάρι δε μου έδωσε κάτι. Αν πάτε στην αστυνομία, θα πω την αλήθεια.

Και τι θα φοράτε;

Το μπουφάν μου. Ώσπου να βρω κάτι άλλο.

Είναι το φθινοπωρινό;

Δεν έχω άλλο, συνηθισμένη είμαι.

Ακούμπησε η Φωτεινή το βλέμμα στη γούνα, που κρεμόταν στη ράχη της καρέκλας. Μια χαρά διατηρημένη, προσεγμένη, καλύτερα απ όταν την είχε. Χωρίς φθορά, το τρίχωμα ολόισιο.

Την φροντίζετε

Φροντίζω. Δεν αφήνεις τέτοιο πράγμα.

Πώς την καθαρίζετε;

Ειδική χτένα για γούνες, από το σούπερ μάρκετ. Κρατάω κέδρινο φακελάκι ν αποφεύγω το σκόρο. Έριξε κι άλλη σιωπή. Δεν είχα ποτέ μου τέτοιο πράγμα. Μια φορά ζούμε μ αυτό το είδος.

Σας ταιριάζει;

Κατάλαβε πως ακούστηκε αλλόκοτο. Η Όλγα σκέφτηκε λίγο.

Ναι, όχι μόνο επειδή ζεσταίνει. Γιατί… Όταν μ αυτή πάω στο νοσοκομείο, με βλέπουν αλλιώς. Όχι καλύτερα, ούτε χειρότερα. Σαν ίση τους. Σαν άνθρωπο που κάτι αξίζει.

Η Φωτεινή σκέφτηκε. Το κατάλαβε αμέσως.

Εσείς δουλέυετε σαν εμένα; ρώτησε η Όλγα με τη σειρά της.

Ναι, αρχιτέκτονας.

Στο γραφείο σας;

Μικρό, πέντε άτομα.

Σας αρέσει;

Πόσον καιρό είχε να σκεφτεί αν της αρέσει; Εκτελούσε, προσεκτικά, με ζήλο αλλά απόλαυση;

Μου αρέσει, απάντησε. Νομίζω είναι αυτό που κρατάει στ αλήθεια.

Η Όλγα συμφώνησε:

Ούτε εγώ δεν φανταζόμουν στο νοσοκομείο, αλλά οι άνθρωποι παίζουν μεγάλο ρόλο.

Ναι, τεράστιο.

Εξω, ο αέρας χτυπούσε την ταμπέλα. Το ηλικιωμένο ζευγάρι σηκώθηκε σιγά-σιγά. Ο τύπος με το λάπτοπ παρήγγειλε δεύτερο καφέ.

Πείτε μου για τον Μιχάλη, είπε η Φωτεινή, χωρίς να ξέρει ακριβώς το γιατί. Ήθελε να ακούσει κάτι ζωντανό.

Η Όλγα χαμογέλασε ένα μικρό χαμόγελο, αστραπιαίο.

Πολυλογάς. Στο παιδικό, οι δασκάλες διαμαρτύρονται, δεν αφήνει τα άλλα παιδιά να μιλήσουν! Εγώ χαίρομαι σημαίνει δεν έχει κλειστεί στον εαυτό του.

Παλιά ήταν σιωπηλός;

Ναι. Στο Μεσολόγγι, τελευταίος χρόνος. Ερχόταν σπίτι ήσυχος, έπαιζε μόνος του. Σκέφτηκε. Εδώ μιλάει όλη την ώρα. Χθες, με ρώτησε γιατί κουνάνε την ουρά οι σκύλοι κι όχι οι γάτες. Δεν ήξερα! Άνοιξε το τάμπλετ και βρήκε απάντηση ευχαριστημένος

Τέσσερις μήνες από τη μετακόμιση, κιόλας τόση διαφορά.

Τα παιδιά αλλάζουν αμέσως. Μόνο εμείς οι μεγάλοι καθυστερούμε να αναρρώσουμε.

Η Φωτεινή θυμόταν τον εαυτό της Σεπτέμβρη, στο γραφείο, να υπογράφει σχεδιαγράμματα για ανακαίνιση διαμερίσματος. Θυμόταν απλώς την καθημερινότητα: δουλειά, επιστροφή στο άδειο σπίτι, συζητήσεις με τον Νίκο για τους λογαριασμούς, για τον μάστορα του θερμοσίφωνα, τις σιωπές. Καμιά φορά παρέα σε επαγγελματικά event· ο Νίκος μιλούσε, εκείνη χαμογελούσε στο κατάλληλο σημείο.

Δεν θυμόταν πια, πότε χαμογέλασε όπως η Όλγα όταν μιλούσε για το παιδί.

Την πρώτη μέρα που φορέσατε τη γούνα, τι νιώσατε;

Η Όλγα κοντοστάθηκε.

Ίσως ακουστεί χαζό, αλλά… Νόμιζα ότι τα κατάφερα. Ήσυχα. Έφυγα με ένα παιδί μόνη, σε ξένη πόλη, και τελικά κατάφερα να έχω γωνιά, δουλειά, χώρο για τον Μιχάλη, κι αυτό το πανωφόρι. Αυτό έμοιαζε σημάδι ότι, τελικά, άντεξα. Καταλάβατε;

Η Φωτεινή κατάλαβε. Τόσο βαθιά, που την έσφιξε ο λαιμός της όχι από οίκτο, αλλά από αναγνώριση: χτύπησε ένα σημείο που είχε μήνες να ακουμπήσει.

Τα ίδια, σκέφτηκε. Ένιωσε το ίδιο το βράδυ που την είχε φορέσει πρώτη φορά όχι όταν την πήρε, αλλά λίγο αργότερα, μόνο της, μπροστά στον καθρέφτη. Το αίσθημα: κάτι ακόμη ζεστό, κάτι ακόμη ζωντανό. Ότι το δώρο ήταν σημάδι. Ελπίδα.

Όμως, τελικά ήταν απλώς μια ωραία γούνα, τίποτε παραπάνω.

Όλγα, είπε ήσυχα, αύριο τι θα βάλετε για δουλειά;

Το μπουφάν…

Ζεστό είναι;

Όχι πολύ, αλλά… συνηθισμένα πράγματα.

Το βλέμμα της πήγε στη γούνα. Κρεμόταν ήσυχα. Τρεις κουμπίτσες. Η τρίτη, ανοιχτότερη.

Η Φωτεινή σκέφτηκε. Τι τη δένει, στ αλήθεια, με αυτή τη γούνα; Έχει κι άλλα ρούχα. Δεν της λείπει τίποτε. Είναι θέμα δικαίου; Ναι, της την πήραν. Αλλά η Όλγα την πήρε χωρίς να ξέρει, μπορεί η αστυνομία να πει το δίκιο. Αλλά…

Θυμήθηκε το τηλεφώνημα στον Νίκο. Τρία δευτερόλεπτα αναμονή. Τον τόνο γραμματέα: Βρες τα μόνη σου. Είσαι μεγάλη.

Θυμήθηκε τη στάση του λεωφορείου, το ξένο τηλέφωνο, την απουσία.

Θυμήθηκε το χαμόγελο της Όλγας για τον Μιχάλη.

Θυμήθηκε το είδωλό της στον καθρέφτη, τότε.

Η ζεστασιά δεν ήταν ποτέ στη γούνα.

Όλγα, να την κρατήσετε, είπε αποφασιστικά.

Συγγνώμη;

Ναι, πάρ τη. Δεν σου τη χαρίζω από λύπηση. Εγώ δεν τη χρειάζομαι όσο εσύ. Δεν είναι το ίδιο.

Η Όλγα κοίταξε κάτω.

Δεν μπορώ έτσι απλά

Μπορείς. Την αγόρασες, δεν πρέπει να μικραίνεις τη δυσκολία του „τρείς χιλιάδες”. Για σένα ήταν πολλή προσπάθεια.

Γιατί; Ψιθυριστή ερώτηση.

Γιατί μένα συμβόλιζε κάτι ψεύτικο. Σε σένα κάτι κερδισμένο στ αλήθεια. Ας μείνει εκεί που έχει βάρος.

Η Όλγα πήρε τον χρόνο της, κι έγνεψε ευχαριστώ.

Μιλήσαν κι άλλο. Για τη δουλειά στο νοσοκομείο. Για τη διαφορά στη διάταξη του χώρου, πόσο ορίζουν το φως και οι άνθρωποι. Για τους σκοτεινούς διαδρόμους και τα παράθυρα που λείπουν.

Έξω η καταιγίδα συνεχιζόταν. Πόσος καιρός πέρασε, κανείς δεν πρόσεξε. Η Φωτεινή, πάντα τυπική με το χρόνο, δεν έδινε πια σημασία.

Η Όλγα έπρεπε να φύγει για τον παιδικό.

Έβαλε τη γούνα, την έκλεισε. Πριν φύγουν:

Εσείς θα τα βγάλετε πέρα; Μείνατε με το αυτοκίνητο;

Κάποιον θα βρω, θα πάρω τηλέφωνο. Ή σε ταξί.

Πάρτε το δικό μου. Έχετε χρόνο.

Η Φωτεινή κάλεσε την οδική βοήθεια, συνεννοήθηκε. Η Όλγα περίμενε να τελειώσουν.

Μετά βγήκαν μαζί. Δεξιά η Φωτεινή για το αυτοκίνητο, αριστερά η Όλγα για τον παιδικό. Ο χειμώνας τις αγκάλιασε, αλλά η γούνα φαινόταν σωστή, σε αυτό το σώμα.

Η Φωτεινή πήγε στο αμάξι. Ο αέρας τη χτυπούσε στο πρόσωπο, το κασμίρ κρατούσε λίγο, αλλά όχι σαν γούνα. Παρ όλα αυτά, μια σιωπή, εσωτερική, είχε βαρύνει όχι λύπη, ούτε καλοσύνη. Μια γαλήνη, σαν να έκλεισε ξαφνικά το ραδιόφωνο.

Το αυτοκίνητο εκεί. Ο οδική ήρθε γρήγορα, έλυσε το ζήτημα, της φόρτισε το κινητό. Η Φωτεινή ενημέρωσε το γραφείο: «Δεν θα έρθω, μη με περιμένετε. Όλα καλά».

Κάθισε στο ταξί, κοιτούσε τη χιονισμένη Αθήνα να περνά. Το χιόνι έπεφτε πια πιο ήσυχα.

Στο σπίτι, σιωπή. Ο Νίκος άφαντος, σε σύσκεψη ή αλλού. Η Φωτεινή έβγαλε το παλτό, έβαλε βραστήρα. Το τσάι αχνιστό, το παράθυρο να λεύκει απ έξω.

Σκεφτόταν την Όλγα με τον Μιχάλη, στη διαδρομή προς το σπιτικό, με τον μικρό να μιλά ακατάπαυστα. Σκεφτόταν πως ποτέ δεν πήρε τηλέφωνο, ούτε ζήτησε. Δεν χρειάστηκε. Συνέβη έτσι, τυχαία, κι έτσι έπρεπε να φύγει.

Κι αυτή η συνάντηση ήταν το σημαντικό όχι η γούνα.

Όταν έρθει ο Νίκος, θα του πει πως πρέπει να μιλήσουν. Σοβαρά, όχι για το αυτοκίνητο ή το θερμοσίφωνα. Θα διαμαρτυρηθεί εκείνος, θα πει είμαι κουρασμένος. Θα πει η Φωτεινή πως δεν αναβάλλει πια. Θα εξηγήσει, ήρεμα, τι χρειάζεται όχι ένταση, ούτε καταγγελίες. Να σ ακούω. Να σου μιλάω και να νοιάζεσαι. Να υπάρχει λόγος στο τραπέζι.

Ίσως γίνει, ίσως όχι. Δεν ήξερε μα δεν θα κάνει πως δεν καταλαβαίνει πια.

Το τσάι τέλειωσε, το φλυτζάνι έπλενε μονάχη της.

Στην κρεμάστρα, στο χολ, το κασμιρένιο παλτό τίμιο στη θέση του. Καλή συντροφιά για το χιόνι.

Έσβησε τα φώτα και πήγε στο δωμάτιο. Να περιμένει.

Όχι Όχι να περιμένει. Να είναι.

Αυτό προς το παρόν αρκεί.

***

Μερικές εβδομάδες μετά, μες το Φλεβάρη, όταν τα κρύα μαλάκωσαν, η Φωτεινή είδε μια γυναίκα με παρόμοια γούνα απ την απέναντι πεζοδρόμηση. Η καρδιά της σκίρτησε ύστερα ξαλάφρωσε. Δεν ήταν εκείνη. Μια άλλη. Μια κανονική μέρα.

Πήγαινε στη συνάντηση για το παιδικό κέντρο. Έφερνε νέα σχέδια: ο χώρος, πιο φωτεινός, πιο ανοιχτός. Ίσως ο πελάτης παραπονιόταν. Θα εξηγούσε. Ήξερε πώς.

Το χιόνι έλιωνε πια, μόνο στις άκρες των δρόμων, Φλεβάρης, έρχεται Μάρτης.

Σκεφτόταν πόσο παράξενο είναι: Γνωρίζεις κάποιον μια φορά, σε μια θύελλα στην Αθήνα, δεν σου αλλάζει τη ζωή, απλά σου λέει το δικό της. Μα ακούς και βρίσκεις τον εαυτό σου κάτι που ήξερες, μόνο που το είχες ξεχάσει να το εκφράσεις.

Κι αυτό φτάνει. Καμιά φορά, ακριβώς τόσο χρειάζεσαι.

Oceń artykuł
Βρες το δίκιο σου μόνη σου