Πριν αρκετά χρόνια, όταν εργαζόμουν ως μαγείρισσα σε ένα μικρό, ζεστό καφέ κάπου στο Παγκράτι της Αθήνας, έζησα μια εμπειρία που ακόμα με ακολουθεί. Ήταν ένα συνηθισμένο βράδυ· έσβηνα τα φώτα πάνω από τον πάγκο του καταστήματος και ετοιμαζόμουν να γυρίσω στην μικρή μου γκαρσονιέρα, όταν πρόσεξα μέσα από τη βιτρίνα έναν άντρα που καθόταν πεσμένος στο πεζοδρόμιο, δίπλα στον δρόμο.
Ο άνθρωπος αυτός, με τα ρούχα του φθαρμένα και το πρόσωπό του κουρασμένο, έτρεμε από το κρύο. Στο πλάι του, ξαπλωμένη δίπλα στα πόδια του, μια μεγαλόσωμη σκυλίτσα φαινόταν πως ήταν το μοναδικό του στήριγμα. Και οι δύο έμοιαζαν εξίσου ταλαιπωρημένοι, πεινασμένοι κι εξαντλημένοι· μια εικόνα μοναξιάς μες στο σκοτάδι της πόλης.
Κάτι μέσα μου λύγισε. Θυμήθηκα πως είχε περισσέψει μια μερίδα ζεστής φασολάδας στην κουζίνα λύση για το ένα άτομο, κι η καρδιά μου δεν άντεχε να την πετάξω. Ξαναζέστανα το φαγητό κι έβαλα στην άκρη λίγη κονσέρβα για τη σκυλίτσα. Με λίγο δισταγμό, τα έβαλα σε ταπεράκια, πήρα μια βαθιά ανάσα κι έκανα το βήμα να πλησιάσω τον άγνωστο.
Του πρόσφερα το φαγητό. Σήκωσε τα μάτια του πάνω μου· το βλέμμα του ανέδιδε απίστευτη κούραση, αλλά και ευγνωμοσύνη. «Δεν έχω φάει δυο μέρες», μου ψιθύρισε αδύναμα. Η σκυλίτσα κούνησε ελαφριά την ουρά της, σχεδόν σα να με ευχαριστούσε. Ο άντρας έτρωγε αργά, προσεκτικά, σαν να φοβόταν πως αν άφηνε το πιάτο από τα χέρια του θα το στερούταν για πάντα. Κάθισα λίγο δίπλα τους, νιώθοντας πως η καλοσύνη εκείνης της στιγμής ζέστανε κι εμένα.
Εκείνο το βράδυ, γυρνώντας με το τρόλεϊ στην Κυψέλη, σκεφτόμουν πως μια τόσο απλή πράξη μπορεί να γεμίσει νόημα μια ολόκληρη μέρα.
Το επόμενο πρωί, όμως, όλα άλλαξαν δραματικά.
Όταν χτύπησε το κουδούνι, άνοιξα κι αντίκρισα δύο αστυνομικούς. Ο ένας, με αυστηρό ύφος, μού έδειξε τη ταυτότητά του και μου είπε:
Κατηγορείστε για δηλητηρίαση και πρόκληση σοβαρής βλάβης σε άνθρωπο. Πρέπει να σας ακολουθήσουμε στο τμήμα.
Η ανάσα μου κόπηκε.
Δηλητηρίαση; Ποιον; απάντησα με τρεμάμενη φωνή. Εγώ απλώς απλώς έδωσα λίγο φαγητό σε έναν άνθρωπο που είχε ανάγκη!
Δεν έδειχναν να ακούνε. Μου εξήγησαν πως τα πλάνα από κάμερες ασφαλείας του μαγαζιού με έδειχναν να δίνω φαγητό στον άστεγο κι όπως νόμισαν, αυτή ήταν η μόνη τροφή που είχε πάρει πριν αρρωστήσει σοβαρά.
Αργότερα έμαθα το τραγικό νέο πως ο άντρας διακομίστηκε το ίδιο βράδυ στο νοσοκομείο με βαριά δηλητηρίαση και κινδύνεψε η ζωή του.
Έτσι βρέθηκα στο αστυνομικό τμήμα, για μέρες παγωμένη από τον φόβο, προσπαθώντας να καταλάβω μήπως έκανα κάποιο λάθος, αν το φαγητό «χάλασε». Όμως η φασολάδα ήταν φρεσκότατη, το ήξερα καλά.
Η αλήθεια που ανακάλυψαν οι αστυνομικοί λίγες μέρες μετά, ήταν ακόμη πιο ανατριχιαστική απ όσα θα φανταζόμουν.
Τη νύχτα εκείνη στην ίδια περιοχή είχε στηθεί ένα κινητό συνεργείο βοήθειας για αστέγους, που διένειμε ταπεράκια με φαγητό που έμοιαζε ακριβώς με το δικό μου. Κάποιος όμως, από εκείνους που μοίραζαν τα γεύματα, είχε ρίξει δηλητήριο σε όλα.
Δεκάδες άστεγοι αρρώστησαν ταυτόχρονα σε ολόκληρη τη γειτονιά. Όσοι εισήχθησαν στα νοσοκομεία παρουσίασαν τα ίδια συμπτώματα.
Όπως φάνηκε, ο άγνωστος ήθελε να «καθαρίσει την περιοχή» και αποφάσισε να εξοντώσει συστηματικά τους πιο αδύναμους, εκείνους που δεν είχαν καμία άμυνα ή φωνή.
Ο άνθρωπος έξω από το καφέ μου είχε αρχικά γευματίσει το δικό μου φαγητό, αλλά πήρε αργότερα και το μοιρασμένο ταπεράκι με το δηλητήριο. Για μένα ξεκαθάρισαν γρήγορα το λάθος μου επέστρεψαν την ελευθερία και ζήτησαν συγγνώμη.
Ήσυχη όμως δεν μπόρεσα να μείνω ποτέ ξανά. Κάπου ανάμεσά μας υπήρχε ένας άνθρωπος που δίχως ίχνος ενδοιασμού αποφάσισε να σκοτώσει τους ευάλωτους και κανείς ποτέ δεν έμαθε ποιος ήταν πραγματικά…



