Βγήκα έξω με τον Μιχάλη στην αγκαλιά μου και πάτησα στα βρεγμένα σκαλιά. Οι σταγόνες της βροχής μπήκαν από την ημιανοιγμένη πόρτα του πολυκατοικίας και μούβρεξαν τα μαλλιά. Έξω, οι δρόμοι ήταν έρημοι. Ούτε τα σκυλιά δεν τολμούσαν να περιφέρονται σε τέτοιο καιρό. Ένιωθα το κρύο να διαπερνά τα ρούχα μου, αλλά δεν είχα πουθενά να πάω.
Περπατούσα σαν χαμένη για ώρες στην πόλη, με το παιδί κολλημένο πάνω μου. Τελικά, μια μεγαλύτερη γειτόνισσα, η κυρία Ειρήνη, με είδε βρεγμένη και τρέμουλα και με προσκάλεσε στο μικρό αλλά ζεστό διαμέρισμά της. Μου έδωσε μια πετσέτα, ένα φλιτζάνι τσάι και έναν προσωρινό ύπνο για τον Μιχάλη. Εκείνη τη νύχτα, έκλαψα σιωπηλά, με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι. Ήξερα ότι κάτι έπρεπε να αλλάξει.
Οι επόμενες μέρες ήταν δύσκολες. Προσπαθούσα να βρω δουλειά, αλλά κανείς δεν ήθελε να προσλάβει μια μοναχική μητέρα με μικρό παιδί. Τα λεφτά για φαγητό λιγόνευαν, και η ταπείνωση στα μάτια όσων με γνώριζαν πληγώνε περισσότερο από την πείνα. Ο Γιώργος και η Ελένη συμπεριφέρονταν σαν να μην υπήρχα. Κι εγώ ένιωθα σαν να είχα σβηστεί από τη ζωή τους σαν μια κηλίδα που σκουπίστηκε με σφουγγάρι.
Μια εβδομάδα αργότερα, έλαβα ένα επίσημο γράμμα. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν ειδοποίηση από τις αρχές, ίσως κάποιο χρέος που δεν γνώριζα. Άνοιξα τον φάκελο με τρέμουλο χέρι. Αλλά οι τυπωμένοι χαρακτήρες μου άλλαξαν τη ζωή: «Αξιότιμη κυρία Κλειώ Παπαδοπούλου, σας ενημερώνουμε ότι είστε η μοναδική κληρονόμος της περιουσίας της αειμνήστου κυρίας Ασημίνας Δημητρίου, της μακρινής θείας σας»
Το διάβασα τρεις φορές. Δεν το πίστευα. Η Ασημίνα, που την είχα δει μόνο μια φορά παιδί, άφησε τα πάντα στο όνομά μου. Ένα εντυπωσιακό σπίτι στα προάστια της Αθήνας, μερικούς στέρεους τραπεζικούς λογαριασμούς, και πιο σημαντικά, μετοχές σε μια αξιοσέβαστη εταιρεία εμπορίου.
Πήγα αμέσως στον συμβολαιογράφο και, βήμα βήμα, πήρα υπό την κατοχή μου την κληρονομιά. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωθα ότι ο ήλιος ανατέλλει και για μένα. Αγόρασα καινούρια ρούχα, έδωσα στον Μιχάλη ό,τι δεν είχε ποτέ: παιχνίδια, ζεστά ρούχα, καλό φαγητό. Αλλά κυρίως, του έδωσα ασφάλεια.
Πέρασαν τα χρόνια. Έμαθα να διαχειρίζομαι τις επιχειρήσεις της θείας μου και, προς έκπληξη όλων, τα πήγα πολύ καλά. Άρχισα να επενδύω έξυπνα, να μαζεύω αξιόπιστους ανθρώπους γύρω μου. Σιγά σιγά, το όνομά μου έγινε γνωστό στον κόσμο των επιχειρήσεων. Μια δυναμική, κομψή και μυστηριώδης γυναίκα. Κανείς δεν θυμόταν πλέον τις μέρες που με είχαν διώξει στη βροχή.
Ο Γιώργος και η Ελένη, όμως, δεν ήταν πια στην κορυφή. Η εταιρεία τους κλονιζόταν από τα θεμέλια. Λάθη στη διοίκηση, βιαστικές αποφάσεις, χαμένοι συνεργάτες όλα μαζεύονταν σαν χιονόμπαλα. Προσπάθησαν να βρουν επενδυτές, αλλά οι πόρτες έκλειναν μπροστά τους.
Ένα πρωί, έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον δικηγόρο μου:
«Κυρία Κλειώ, η εταιρεία της οικογένειας Καραμανλή τίθεται σε πώληση. Έχουν μεγάλα χρέη. Αν θέλετε, μπορείτε να συμμετάσχετε στη δημοπρασία.»
Η καρδιά μου πήδηξε. Είχε έρθει η στιγμή. Το πεπρωμένο μου παρουσίαζε σε ένα πιατάκι την ευκαιρία που είχα ονειρευτεί εκείνη τη βροχερή νύχτα, όταν με είχαν πετάξει έξω με το παιδί μου στην αγκαλιά.
Πήγα στη δημοπρασία ντυμένη με ένα κομψό κοστούμι, τα μαλλιά μου συγκρατημένα σε έναν εκλεπτυσμένο κότσο. Κανείς δεν με αναγνώριζε. Είχαν περάσει χρόνια, και εγώ δεν ήμουν πια η απελπισμένη, ταπεινωμένη γυναίκα του παρελθόντος. Ήμουν κάποια άλλη.
Όταν ανακοινώθηκε το όνομα του νικητή, τα πρόσωπα του Γιώργου και της Ελένης έγιναν άσπρα. Εγώ, η Κλειώ Παπαδοπούλου, ήμουν η νέα ι





