Βγήκαν από το μαιευτήριο μαζί. Κανείς δεν τους περίμενε, δεν τους απαθανάτισε με κάμερα, ούτε τους πρόσφερε λουλούδια. Κι άλλωστε, θα φαινόταν περίεργο να προσφέρεις λουλούδια σε έναν άνδρα…

Σήμερα θυμάμαι την ημέρα που βγήκαμε από το μαιευτήριο οι δυο μας. Κανείς δεν μας περίμενε, κανείς δεν τράβηξε βίντεο, ούτε άνθη μας έφεραν. Βέβαια, θα ήταν κάπως παράξενο να δει κάποιος άντρα να του δίνουν λουλούδια εκεί…

Όχι, η μητέρα ήταν ζωντανή, μια χαρά στην υγεία της. Απλώς, το παιδί δεν το ήθελε καθόλου και μου το είπε κατευθείαν, χωρίς να το κρύψει. Εγώ όμως επέμεινα, παρακάλεσα, ακόμα και με μερικές μικρές απειλές το προσπάθησα. Είχα φτάσει πια στα σαράντα κι ακόμη δεν είχα αποκτήσει παιδί. Κι αν αυτή ήταν η μοναδική μου ευκαιρία να αφήσω κάτι πίσω μου;

Τα βρήκαμε: η Ειρήνη γέννησε, χωρίσαμε αμέσως μετά, κι εκείνη χωρίς αντίρρηση συμφώνησε να πληρώνει διατροφή. Στην αρχή σκέφτηκα να μη δεχτώ. Η περηφάνια μου ξύπνησε. Αλλά η πρώην γυναίκα μου είπε:
Η ζωή κρατάει πολύ, Μιχάλη. Ποιος ξέρει τι θα γίνει. Δεν είσαι πια παιδί κι εγώ είμαι αρκετά μικρότερη. Δεν θέλω το παιδί, αλλά είναι και δικό μου. Πάρε αυτά, σαν ένα μαξιλάρι ασφαλείας. Για το μέλλον…

Οι επόμενες μέρες ήταν γεμάτες ανησυχία, αλλά δεν το έβαλα κάτω. Τόσες μόνες μητέρες υπάρχουν τριγύρω γιατί δηλαδή εγώ να είμαι λιγότερος; Και πόσα παιδιά με τεχνητή γονιμοποίηση κυκλοφορούν, δεν είναι δα τίποτα τρομερό. Ο Δημήτρης Μιχαήλ, λοιπόν, μεγάλωνε, έβαζε βάρος κι έμοιαζε ευτυχισμένος.

Όταν όμως ο μικρός άρχισε να μιλά και να ρωτάει για τη μαμά του, τα έχασα. Πώς λες σε ένα παιδί πώς η μητέρα του δεν τον θέλει; Τελικά του είπα κάτι πρόχειρο:
Σε βρήκα στο υπόγειο.
Ποιο υπόγειο;
Εκείνο κάτω από την πολυκατοικία δίπλα.

Από τότε το υπόγειο άρχισε να τον τραβά σαν μαγνήτης. Στις βόλτες, μόλις ξέφευγε από την προσοχή μου, κοίταζε μονίμως από τα παράθυρα του υπογείου, φώναζε σιγανά «μαμά!». Μόνο που πάντα απαντούσε μονάχα σιωπή.

Μια μέρα μια μέρα, όμως, άκουσε κάτι. Η παιδική του καρδούλα σταμάτησε, κι ύστερα χτύπησε τόσο δυνατά που δεν άκουγε τίποτα άλλο εκτός από το μπαμ-μπαμ στο στήθος του. Η πόρτα της εισόδου μισάνοιχτη, κι ο Δημήτρης όρμησε μέσα στο υπόγειο. Στην αρχή ήταν πολύ σκοτεινά, όμως τα μάτια του συνήθισαν γρήγορα. Προχωρούσε βαθιά, προσπαθώντας να φωνάξει, μα ο λαιμός του έσφιξε, και το μόνο που κατάφερε ήταν να ψιθυρίσει μέσα στα δάκρυα:
Μαμά, μαμάκα, είσαι εδώ; Εγώ είμαι ο Δημήτρης! Ήρθα να σε βρω!

Καμία απάντηση. Στάθηκε, έκλαψε λιγάκι ακόμη κι άκουσε ένα χαμηλό θόρυβο στη γωνία. Με το χέρι βρώμικο από τα δάκρυα πλησίασε προς τον ήχο. Σκέφτηκε ότι η μαμά του ίσως είναι άρρωστη, γι αυτό δεν εμφανίζεται. «Τώρα θα σε βρω, μανούλα, κι όταν σε βρω, θα χαρείς τόσο πολύ!» σκεφτόταν, και ταυτόχρονα έκλαιγε και χαμογελούσε. Όλοι οι φίλοι του είχαν μαμά· τώρα, θα είχε κι εκείνος!

Μα στη γωνιά, πάνω σ ένα σωρό κουρέλια, τον περίμενε μια γάτα. Μια γάτα που τον κοίταζε καχύποπτα, κρύβοντας κάτω από την κοιλιά της ένα μικρό γατάκι.
Μαμά;
Η απογοήτευση κόντεψε να τον κόψει στα δύο. Τα πόδια του λύγισαν κι έκατσε κάτω βαριά. Ξανασήκωσε το κεφάλι και κοίταξε πάλι τη γάτα…

Στα πέντε σου χρόνια σκέφτεσαι αλλιώς. Η λογική έχει άλλο νόημα, μερικές φορές και πιο τίμιο. Ο Δημήτρης άρχισε να συλλογίζεται… Θυμήθηκε τη Χρυσάνθη από το παιδικό σταθμό. Καμάρωσε με τη μακριά χαίτη της λέγοντας πως ο πατέρας της είναι Κένταυρος. Κι ο Νεκτάριος μέχρι σήμερα επιμένει πως ο μπαμπάς του είναι εξωγήινος. Γιατί αυτός να μη μπορεί να έχει μαμά γάτα;

Η γάτα κατάλαβε πως το αγόρι δεν θα την πείραζε. Προχώρησε προσεκτικά, ακούμπησε το κεφαλάκι της στην παλάμη του.
Είσαι τελικά η μαμά μου;

Ο Δημήτρης το ρώτησε με τόση ελπίδα, με τόση πίστη στη φαντασία του, που την πίστεψε ο ίδιος. Θα μάλωνε με όποιον έλεγε το αντίθετο! Άρπαξε και αγκάλιασε τη γάτα, κι εκείνη τον αγκάλιασε πίσω.

Κατάλαβα ότι ο Δημήτρης έλειπε όταν, γύρισα να τον βρω και δεν απαντούσε. Άρχισα να γυρίζω αγχωμένος σε όλη την παιδική χαρά, έψαχνα κάτω από θάμνους, φώναζα:
Δημήτρηηη! Βγες έξω, γρήγορα! Πού είσαι, αγόρι μου;

Σαν να πέρασαν αιώνες. Κάθε λεπτό με γερνούσε. Ώσπου τον είδα να βγαίνει ήσυχα από το υπόγειο, κρατώντας ένα γατάκι κι ένα γατί στην αγκαλιά του. Μου λέει:
Τη μαμά μου βρήκα… Κι αυτό, μάλλον, είναι η αδερφούλα μου. Ήταν στο υπόγειο, εκεί που με βρήκες εσύ.

Σάστισα. Πώς να του πω όλη την αλήθεια; Πώς να πεις σ ένα παιδί τέτοιο πράγμα; Τελικά συμφώνησα:
Και πώς κατάλαβες ότι ήταν η μαμά σου;
Το ένιωσα… Έτσι όπως με κοίταξε! Πάμε σπίτι, μπαμπά. Νομίζω ότι η μαμά είναι κουρασμένη…

Ο Δημήτρης ήταν ευτυχισμένος. Η μαμά του βρέθηκε! Ε, καλά, αν η «αδερφούλα» ήταν τελικά αδερφός, ακόμα καλύτερα. Έπαιζαν μαζί «αντρικά» παιχνίδια και το βράδυ η μαμά θα τους νιαούριζε παραμύθια.

Στον παιδικό σταθμό όλοι τον στήριξαν. Σιγά τώρα, μαμά γάτα! Ο Κώστας είχε για πατέρα ένα αεροπλάνο είχε και φωτογραφία να το αποδείξει…

Εγώ ανησυχούσα, δεν ήξερα πώς να του μιλήσω, να του εξηγήσω πώς είναι τα πράγματα στη ζωή. Τελικά, βλέποντας το παιδί μου χαρούμενο, τα παράτησα όλα. Δύναμη έχει η αγάπη…

Στο σπίτι η κατάσταση έγινε πανηγύρι. Ο Δημήτρης, η γάτα και το γατάκι γύρισαν τα πάντα ανάποδα. Η γάτα νέα κι αυτή ήθελε σκανταλιές.
Μιχάλη, μας έχεις σπάσει τα νεύρα, φώναζα μαζεύοντας τα πράγματα!

Ο γιος μου, η γάτα κι ο μικρός την είχαν στημένη. Με κοίταξαν, κοιτάχτηκαν, ανασήκωσαν τους ώμους και συνέχισαν να σπάνε τα νεύρα του μπαμπά τους ακόμα περισσότερο. Γιατί; Γιατί η μαμά τους το επιτρέπει!

Oceń artykuł
Βγήκαν από το μαιευτήριο μαζί. Κανείς δεν τους περίμενε, δεν τους απαθανάτισε με κάμερα, ούτε τους πρόσφερε λουλούδια. Κι άλλωστε, θα φαινόταν περίεργο να προσφέρεις λουλούδια σε έναν άνδρα…