Μα την Παναγία, Γιώργο! Πόσο δύσκολος άνθρωπος είσαι! Είναι τόσο δύσκολο να μιλήσει κανείς μαζί σου! Γιατί δεν μπορείς απλά να κάνεις αυτό που σου ζητάω;
Η νεαρή γυναίκα που μάλωνε τον σύζυγό της έλαμπε από ομορφιά. Όχι απλώς όμορφη, μα εκθαμβωτική: πόδια ατελείωτα, βαθιά μπλε μάτια, κορμί τόσο αρμονικό που οι άντρες στραμπούλιζαν τον λαιμό τους όταν την έβλεπαν να διασχίζει τις πλατείες της Γλυφάδας πίσω απ το ξενοδοχείο.
Ο άντρας της, αντιθέτως, δεν είχε τίποτα από την κομψότητα της. Χαμηλότερος σχεδόν ένα κεφάλι, στρογγυλός σαν μικρό βαρέλι, με χέρια μακριά, πόδια κοντύτερα, ένα κεφάλι που άρχισε νωρίς να αδειάζει από μαλλιά· μόνο τα μάτια του ξεχώριζαν: ζωντανά, πονηρά, πανέξυπνα, σαν να διάβαζαν απευθείας τη σκέψη σου. Ήταν αξιοπερίεργο πώς αυτοί οι δύο βρέθηκαν μαζί: μια ιδιότροπη Αφροδίτη κι ένας ήσυχος, αλλά πανέξυπνος Γηφαιστος μόνο που αυτός δεν κρατούσε σφυρί, μα κρατούσε πάντα μια αγκαλιά για τη μικρή τους κόρη.
Η μικρή, η Κατερίνα, ήταν ολόιδια ο μπαμπάς κανένας δεν αμφέβαλλε για τη συγγένεια. Ό,τι πήρε από τη μητέρα της, ήταν τα μάτια και η κόμη: ένας χαμός από κόκκινες μπουκλίτσες, αδύνατο να τις τιθασεύσεις. Η Κατερίνα, πέντε χρονών, έτρεχε ελεύθερη μέσα στο μάρμαρο του ξενοδοχείου στη Βουλιαγμένη, με τον Γιώργο πάντα στα χνάρια της.
Μαρτίνα, αν τόσο πολύ θέλεις να πας στη ξενάγηση, πήγαινε εσύ. Η Κατερίνα είναι μικρή για τέτοια, ειλικρινά. Ζέστη, δρόμος… θα κουραστεί, θα αρχίσει το γκρίνια και θα σε ταλαιπωρήσει.
Και εσύ τι ρόλο παίζεις; Γιώργο ήρθα διακοπές με τον άντρα μου δεν νιώθεις λίγο; Μπορεί να σε περνάνε όλοι για αδιάφορο, δε σε νοιάζει καθόλου; Ούτε για μένα ούτε για το παιδί;
Η φωνή της Μαρτίνας έφτασε να σπάει τους τοίχους, και η Κατερίνα χώθηκε πιο βαθιά στην αγκαλιά του πατέρα της, κρύβοντας το πρόσωπό της στο μπράτσο του.
Έλα καλή μου, φυσικά και σε ζηλεύω! ο Γιώργος χαμογέλασε γλυκά, χάιδεψε τη μικρή στο κεφάλι. Να το κάνουμε αλλιώς; Μπορούμε να πάμε με σκάφος για βόλτα ή να κάνουμε καταδύσεις… Τι προτιμάς;
Εγώ θέλω να πάω στην Ακρόπολη είπε κοφτά η Μαρτίνα, γυρνώντας πλάτη. Αφού δε σκοπεύετε να έρθετε μαζί μου, θα πάω μόνη μου!
Η σκηνή ήταν θεατρική κι ο Γιώργος απλώς ανασήκωσε τους ώμους, όταν εκείνη έφυγε για την πισίνα, ξεχνώντας άντρα και παιδί. Είχε μάθει στα καπρίτσια της. Ζούσαν όπως τα ζευγάρια της πιάτσας: εκείνος, επιτυχημένος, μετρημένος· εκείνη, γοητευτική και πάντα σίγουρη πως ο κόσμος περιστρεφόταν γύρω της.
Το πώς βρέθηκε ο Γιώργος στην κατηγορία των δημοφιλών συζύγων ούτε ο ίδιος το καταλάβαινε. Με τις γυναίκες πάντα αισθανόταν άβολα εκτός δουλειάς. Εκεί, ευγενής, ευχάριστος, με χιούμορ. Αλλά όταν ερωτευόταν, γινόταν παιδί: δε μιλούσε, δεν ήξερε πώς να τραβήξει την προσοχή, φαινόταν αδέξιος. Έτσι, τα παράτησε όλα και αποφάσισε ότι ίσως ήταν της μοίρας του να μείνει ανύπαντρος.
Αν δεν επέμενε η μητέρα του, η κυρά Ινώ:
Γιώργο! Σ έχω θαυμάσει αρκετά. Μονάχος σου δε θα στεριώσεις ποτέ! Σου χρειάζεται προξενήτρα!
Ποια; κόντεψε να πνιγεί ο Γιώργος πίνοντας τσάι με γλυκό του κουταλιού στην αυλή του σπιτιού στα Μεσόγεια.
Χάλασες το σακάκι… είπε η Ινώ και τον κοίταξε στα μάτια. Γιωργάκη, είσαι ένας υπέροχος άνθρωπος, μονάχος σου όμως δεν πάει άλλο! Κάτι λείπει. Βλέπω πώς κοιτάς τα πιτσιρίκια της Μαρίας. Η κόρη μου δεν είναι πολύ έξυπνη, όμως έγινε μάνα φοβερή και παίρνω χαρά απ τα εγγόνια μου. Μα εγώ θέλω να σε δω να κρατάς το δικό σου παιδί στην αγκαλιά! Εκεί είναι η ευτυχία, καλέ μου! Όλα τούτα εδώ, ένας αέρας! Μόνο η αγάπη μένει Κατάλαβες;
Μάνα, σε καταλαβαίνω, αλλά τι σχέση έχει η προξενήτρα;
Θα στη βρω εγώ. Είσαι ανεπάρκετος σε αυτά να με συγχωράς που στο λέω έτσι! Ούτε εγώ τα πήγα καλά διδασκαλία σε αυτά… τώρα, θα σε αναλάβω
Το ίδιο βράδυ, έγραψε σε χαρτί όλα όσα ήθελε να βρει στη γυναίκα του. Κι ύστερα, θαύμασε κι ο ίδιος τη λίστα.
Τέτοια γυναίκα δεν υπάρχει.
Ν αφήσουμε το χρόνο να δείξει! είπε η Ινώ αποφασιστικά.
Πράγματι, η προξενήτρα την βρήκε: η Μαρτίνα ήταν ό,τι είχε ζητήσει. Όμως το βάθος αποκαλύφθηκε αργότερα, μετά τον γάμο.
Σύντομα ο Γιώργος κατάλαβε το συμφωνητικό χαρακτήρα του γάμου τους: απόσταση ανάμεσά τους, ξεχωριστά δωμάτια στο καινούριο διαμέρισμα στην Κηφισιά η Μαρτίνα παραπονιόταν για το ροχαλητό του που, αν όντως υπήρχε, κανείς εκτός της δεν το άκουσε ποτέ. Εκείνος όμως για χάρη της δε δυσκολεύτηκε να υποχωρήσει σε οτιδήποτε. Παιδί δεν ήθελε κατ αρχήν. Συνειδητοποίησε πως κι αυτό ήταν μέσα στο συμβόλαιο και ζήτησε δυο χρόνια παράταση Είμαι μικρή ακόμα, θέλω να δω τον κόσμο! Ο Γιώργος συμφώνησε.
Ταξίδια, κοσμική ζωή, και συμβιβασμένα χαμόγελα ακολούθησαν μέχρι που ήρθε η Κατερίνα: για ένα διάστημα τους ένωσε. Ο Γιώργος ήταν ευτυχισμένος: έτρεχε σπίτι κάθε βράδυ για να αγκαλιάσει το παιδί του. Το μόνο που τον πονούσε ήταν η αδιαφορία της Μαρτίνας ως μάνας.
Δε θα θηλάσω για να κάνω μετά πλαστικές; Ξέχασε το! Βρες τροφό ή ξεκίνα το ξένο γάλα τόσα παιδιά μεγάλωσαν έτσι. Κι εσύ, άλλωστε, έτσι μεγάλωσες. Τι πρόβλημα να χεις;
Ούτε εκείνος ούτε η μητέρα της τη μεταπείσαν, κι έτσι ο Γιώργος ανάλαβε νταντά. Η πεθερά του, η Ντίνα, ζήτησε να βοηθήσει εκείνη αντί να φέρουν ξένη στο σπίτι. Ήταν η πρώτη φορά που τσακώθηκαν πραγματικά.
Τι θα κάνει η μάνα σου εδώ, θα με κρίνει; Εσύ λες πως με αγαπάς και να πού κατέληξες Τι δύσκολη περίπτωση είσαι, Γιώργο! Δε με αγαπάς, έτσι είναι!
Κάνεις λάθος, αλλά αγαπάω και το παιδί μου! Εσύ δεν ασχολείσαι καθόλου μαζί της. Τουλάχιστον ας αγαπάει κάποιος άλλος το παιδί.
Όντως, μόνο στα τυπικά ήταν παρούσα η Μαρτίνα: τα ωραιότερα κουκλάκια, όμορφα ρουχαλάκια, ντεκόρ στο παιδικό δωμάτιο, όπου ξεναγούσε φιλενάδες. Η Κατερίνα όμως σχεδόν από τη γέννηση της κοιμόταν στο δωμάτιο του πατέρα της.
Αγαπάω το παιδί μου όπως μπορώ! για πρώτη φορά από τον γάμο τους, η Μαρτίνα ξέσπασε. Αλλά ο Γιώργος δεν ενέδωσε.
Η μητέρα σου θα μείνει θα προσέχει το παιδί όσο λείπω. Όταν θελήσεις να ασχοληθείς εσύ, θα το συζητήσουμε πάλι.
Η Μαρτίνα σκέφτηκε πως ήταν καλύτερα συμβιβασμένη ελευθερία και η μητέρα της της εξασφάλιζε όλα όσα ήθελε. Η Ντίνα εγκαταστάθηκε σπίτι, και η Κατερίνα απέκτησε τη δεύτερή της οικογένεια.
Έτσι κυλούσε ο καιρός: μπαλέτο, παιδικός σταθμός στον Χολαργό, τα παιδικά της χρόνια γυρίζοντας τον μισό κόσμο δίπλα στον πατέρα και τη γιαγιά της.
Αυτές οι διακοπές φαινόταν συνηθισμένες μέχρι που η Κατερίνα ανέβασε πυρετό και άρχισε να πονάει το κεφάλι της.
Όλα στραβά, διακοπές πάνε χαμένες! η Μαρτίνα περπατούσε πέρα-δώθε περιμένοντας το γιατρό που φώναξε ο Γιώργος.
Για το παιδί σου μιλάμε! της είπε, κουρασμένος απ την αδιαφορία της.
Είναι μία απλή ίωση, αν δεν της έδινες τόσα παγωτά! Πάντα κάνεις ό,τι ζητήσει, να το αποτέλεσμα!
Περιμένουμε γιατρό, φτάνει είπε ήσυχα ο Γιώργος, και η Μαρτίνα πάγωσε.
Ο γιατρός είπε ξεκούραση και ύπνος, τίποτα σοβαρό. Ο Γιώργος όμως, μόλις έκλεισε η πόρτα στο δωμάτιο, διέταξε να μαζεύει βαλίτσες.
Επιστρέφουμε Αθήνα.
Γιατί; Μα ο γιατρός είπε δεν είναι τίποτα!
Δεν είναι θεός ο γιατρός για να αποφασίζει. Δεν μου αρέσει η κατάσταση. Πονάει το κεφάλι παιδιού πέντε χρονών; Κάτι δεν είναι φυσιολογικό. Τέλος κουβέντας. Ετοιμάσου.
Η διάγνωση στο παιδιατρικό της Κηφισιάς επιβεβαίωσε τον φόβο του. Η ζωή σταμάτησε για μια στιγμή, βυθισμένη σε αγωνία.
Κλινικές, εξετάσεις, τίποτα χειρότερο αλλά τίποτα καλύτερο. Ο Γιώργος τα παράτησε όλα, μέρα-νύχτα κοντά στη μικρή. Η Μαρτίνα έμενε μαζί τους, αλλά γιατροί και νοσοκόμες γρήγορα κατάλαβαν ότι αυτή η χαμογελαστή όμορφη γυναίκα ίσα που ήξερε τα βασικά για το παιδί της. Οι ερωτήσεις πήγαιναν στον Γιώργο· στους δικούς της, όμως, έμοιαζε ότι πονάει και κανείς δεν ήθελε να την πιέσει.
Στην πράξη, η Μαρτίνα πονούσε για τη χαμένη ανεξαρτησία της: μισούσε νοσοκομεία, δεν αντέχε την ατμόσφαιρα.
Έσπασε όταν έμαθε ότι ο άντρας της πουλούσε το σπίτι.
Γιατί, Γιώργο; Δεν έχεις αρκετά ευρώ;
Όχι απάντησε ήσυχα, αποφασιστικά.
Κι όμως είχες
Είχα, ναι. Κι εσύ ζούσες δίπλα μου γιατί ήμουν εύπορος… Πλέον, όμως, ό,τι έχω πάει για τη θεραπεία της Κατερίνας. Χρειάζεται να πάει στο εξωτερικό: εγχείρηση, μήνες θεραπείας θα πουλήσουμε τα πάντα. Όλα για το παιδί μας!
Κι εγώ; τώρα η Μαρτίνα πραγματικά έκλαιγε, χωρίς να προσπαθεί να το κρύψει.
Εσύ; Σου χαρίζω την ελευθερία σου. Θα έχεις λεφτά, αυτοκίνητο, σπίτι. Μείνε όπου θες, αλλά να βλέπεις τη μικρή δυο φορές την εβδομάδα και όταν φύγουμε για το εξωτερικό να είσαι μαζί μας. Όπως και να σαι, είσαι η μητέρα της, τη χρειάζεσαι! Έλα, λοιπόν να το προσπαθήσεις έστω και για πρώτη φορά στη ζωή σου!
Πρώτη φορά ο Γιώργος δεν την προστατεύει και είναι ο ίδιος κατεστραμμένος από τον φόβο. Στο δωμάτιο εκεί, μπροστά στα αθώα μάτια και το χεράκι με τον ορό, κατάλαβε: εκείνο που τους κρατούσε πια μαζί, ήταν μόνο το παιδί.
Φτάνει! Πήγαινε να πλυθείς, να μην τρομάξεις το παιδί. Θα πάρεις ό,τι θες, αλλά τώρα θα στα κερδίσεις και μην με βάλεις να τα λέω δεύτερη φορά, Μαρτίνα.
Κι αυτή, ξαφνιασμένη, ένιωσε για πρώτη φορά τη σκιά του να πέφτει πάνω της σαν κυκλαδίτικο βράχο, συμπαγή και υπερασπιστή.
Έφυγε βιαστική στο διάδρομο να φτιάξει τη μορφή της. Ο Γιώργος μπήκε στο δωμάτιο της μικρής.
Μπαμπά
Η Ντίνα, καθισμένη δίπλα στην εγγονή, σηκώθηκε και βγήκε έξω μαζί του:
Γιώργο, αν είναι να μείνω να βοηθώ
Κυρία Ντίνα, φυσικά και θα μείνετε! Πώς αλλιώς θα τα κατάφερνα χωρίς εσάς; της είπε και την αγκάλιασε. Ευχαριστώ για όλα!
Ντρέπομαι, παιδί μου Η κόρη μου, δικό μου φταίξιμο. Πώς να το εξηγήσω; Της μάθαινα να αρέσει σε όλους, να πληροί προσδοκίες, όχι να γίνει μάνα με ψυχή. Πώς δεν το κατάλαβα; Και τώρα, πώς να μην κάνεις τα ίδια λάθη με την Κατερίνα;
Άμα ήξερα που θα πέσω, χαλί θα έστρωνα… Τουλάχιστον με εσάς αισθάνομαι σιγουριά. Πείτε μου, πώς να μην χάσω την Κατερίνα;
Μόνο να προετοιμάζεις το έδαφος, χαμογέλασε εκείνη σκουπίζοντας τα μάτια. Εμπρός, δεν κάνουμε για δάκρυα. Η Κατερίνα θα το καταλάβει και θα μας χορέψει στο ταψί. Θα της πάρω παγωτό για να χαρεί λίγο. Εσύ, κάνε υπομονή με τη Μαρτίνα. Μην πάρεις αποφάσεις τελικές ακόμα… Μπορεί να μην είναι τόσο χαμένη Δεν θέλω να πιστέψω ότι δεν αγαπά το παιδί της.
Μετά από μήνες, η Κατερίνα χειρουργήθηκε και η Ινώ άφησε τη δουλειά της για να είναι κοντά σε γιο και εγγονή. Μισό χρόνο μετά γύρισαν όλοι μαζί Ελλάδα. Η Μαρτίνα έμεινε στο εξωτερικό.
Δύο χρόνια αποκατάσταση. Η ελπίδα σβήνει και φουντώνει, αλλά ένα βράδυ ο γιατρός χαιρετά με ένα κουρασμένο, ευτυχημένο χαμόγελο:
Τα καταφέρατε!
Στα δεκαπέντε χρόνια της η Μαρτίνα επιστρέφει στην Αθήνα, στην ίδια λαμπερή μορφή, φιλά σταυρωτά τη Ντίνα, γνέφει τυπικά στον Γιώργο και φτάνει εκεί όπου συμφοιτητές γελούν με τις φωνές τους.
Κορούλα
Δυο μπλε μάτια, ίδια με τα δικά της, περιεργάζονται τη Μαρτίνα.
Μαμά
Η Μαρτίνα σπεύδει ασθμαίνοντας, ξεστομίζοντας βιαστικές δικαιολογίες, αλλά η Κατερίνα την σταματά.
Τώρα όχι. Θα μιλήσουμε αργότερα.
Μα ήθελα
Ξέρω, αλλά θα περιμένεις.
Στο σαλόνι, κλείνει την αυλαία στα βαριά κουρτίνες, ανεβαίνει με τα πόδια στο περβάζι και αφήνει τη μητέρα της να ξεκινήσει.
Ακούω.
Θεέ μου, ίδια ο πατέρας σου
Τι, μάνα; Τόσο δύσκολη όσο ο μπαμπάς;
Δεν το εννοούσα έτσι
Εγώ το εννοώ. Ξέρεις τι; Εκείνον που εσύ υποτίμησες, ούτε μια φορά δε με κατηγόρησε για σένα, ούτε άλλη γυναίκα έφερε σπίτι για να μη με πληγώσει. Ούτε καν χώρισε. Πάντα έλεγε έχεις μάνα, ακόμη κι όταν δεν ήσουν πουθενά. Ξέρεις τι άλλο;
Τι;
Ο μπαμπάς μ έμαθε να συγχωρώ. Είπε, να μην αφήνω κακίες μέσα μου. Δεν ξέρω αν το καταφέρνω καλά είμαι όμως κόρη του, οπότε ό,τι ξεκινώ το τελειώνω. Δε σε χρειάζομαι, μάνα. Έχω μπαμπά και γιαγιάδες, έχω όσα χρειάζεται ένα κορίτσι στη ζωή. Αλλά για τον μπαμπά θα σου δώσω μια ευκαιρία να μου αποδείξεις αν αξίζει να σε συγχωρήσω. Θα προσπαθήσω να σε βάλω πίσω στη ζωή μου.
Και πριν τι ήμουν;
Ό,τι να ναι: κουκλάκι, όμορφο περιτύλιγμα, χωρίς ψυχή. Σκληρό; Ήμουν μικρή αλλά θυμάμαι ποιανού το χέρι κρατούσα όταν μ έκοβαν τα μαλλιά, πώς μου έραψαν φούστα για μπαλέτο όταν πια δεν θα χόρευα ποτέ Θυμάμαι τα καμώματα με τις γιαγιάδες, τα βράδια στο νοσοκομείο, τις ζωγραφιές μας ως το πρωί, τη βράβευσή μου, και ΕΣΥ δεν ήσουν πουθενά.
Μα τώρα είμαι εδώ
Γιατί; Να είσαι εδώ Γιατί να σε πιστέψω; Μπορείς να μου αποδείξεις ότι χρειάζομαι μάνα; Για προσπάθησε! Τώρα, φεύγω. Σε μία ώρα έχει τούρτα. Συγχώρα με.
Η Κατερίνα κατέβηκε απ το περβάζι, ίσιωσε τις κουρτίνες και φεύγοντας ρώτησε:
Ε, μαμά, δύσκολος άνθρωπος είμαι;
Η Μαρτίνα έμεινε να την κοιτάζει χωρίς να τολμά να ελπίσει για παραπάνω.
Αυτό σημαίνει ότι μοιάζω στον πατέρα μου, άρα είμαι τυχερή. Σ ευχαριστώ, καλύτερο κοπλιμέντο δεν μου έχεις κάνει ποτέ. Νομίζω, είμαι έτοιμη να το σκεφτώ. Τα λέμε.
Η φλόγα των κόκκινων μαλλιών φωτίστηκε και χάθηκε πίσω απ την πόρτα, και η Μαρτίνα ακούμπησε το χέρι της στα αποτυπώματα από τα δάχτυλα της κόρης της, πάνω στο κρύο τζάμι της αθηναϊκής βραδιάς.




