Νίκο, σε παρακαλώ, μην το πάρεις στραβά. Αλλά θέλω να με συνοδέψει ο μπαμπάς μου μέχρι το εκκλησάκι. Είναι ο βιολογικός μου πατέρας. Ο πατέρας είναι πατέρας. Εσύ… ξέρεις, εσύ είσαι απλά ο σύζυγος της μαμάς. Στις φωτογραφίες με τον μπαμπά θα δείχνει και πιο ωραία, ξέρεις. Ειδικά με το κοστούμι του, φαίνεται τόσο επιβλητικός.
Ο Νίκος έμεινε ακίνητος με τη κούπα του ελληνικού καφέ στο χέρι. Ήταν πενήντα πέντε χρονών, με τραχιές, ροζιασμένες παλάμες οδηγάει νταλίκες χρόνια. Η μέση του τον πονάει μόνιμα πια.
Η Ειρήνη κάθισε απέναντι, η νύφη. Είκοσι δύο χρονών, όμορφη κοπέλα. Ο Νίκος τη θυμόταν από πέντε χρονών όταν μπήκε σε εκείνο το σπίτι για πρώτη φορά είχε κρυφτεί πίσω από τον καναπέ και ούρλιαζε «Φύγε, είσαι ξένος!»
Δεν έφυγε.
Έμεινε. Της έμαθε να κάνει ποδήλατο. Ξενυχτούσε δίπλα στο κρεβάτι της όταν είχε ανεμευλογιά, ενώ η μάνα της, η Μαρία, σωριαζόταν από την κούραση.
Πούλησε τη βέσπα του για να πληρώσει τα σιδεράκια της στα δόντια. Κάλυψε τα δίδακτρα του Πανεπιστημίου δουλεύοντας διπλοβάρδιες, ρισκάροντας την υγεία του.
Κι ο «βιολογικός πατέρας», ο Παναγιώτης, εμφανιζόταν κάθε τρεις μήνες. Έφερνε ένα λούτρινο αρκουδάκι, την πήγαινε για παγωτό στην Ερμού, έλεγε ιστορίες για τα επιχειρηματικά του κατορθώματα και ξαφανιζόταν. Ούτε ένα ευρώ διατροφή.
Εννοείται, Ειρηνούλα, είπε χαμηλόφωνα ο Νίκος, αφήνοντας την κούπα στο τραπέζι που ακούστηκε χαρακτηριστικά. Ο βιολογικός πατέρας είναι πάντα ο πατέρας, το καταλαβαίνω.
Είσαι ο καλύτερος! φώναξε η Ειρήνη και τον φίλησε στο αξύριστο μάγουλο. Α, και χρειάζεται να βάλουμε ακόμα προκαταβολή για το κτήμα. Ο μπαμπάς είπε πως θα τακτοποιήσει, αλλά κάτι έγινε με τους λογαριασμούς του στην τράπεζα, έλεγχος εφορίας Μπορείς να μου δανείσεις γύρω στα χίλια ευρώ; Θα στα επιστρέψω αργότερα, από τα χρήματα των δώρων…
Ο Νίκος σηκώθηκε σιωπηλός, πήγε στο παλιό μπουφέ, έβγαλε έναν φάκελο κάτω από τα σεντόνια.
Ήταν λεφτά που κρατούσε για να φτιάξει τη σαραβαλιασμένη του Corolla. Ο κινητήρας έκανε θόρυβο έπρεπε να επισκευαστεί.
Πάρε τα, λέει τρυφερά. Μην τα επιστρέψεις. Αυτός είναι ο γάμος μου, το δώρο μου για σένα.
Ο γάμος ήταν πραγματικά υπέροχος.
Σ ένα κτήμα στην Κηφισιά, αψίδες με φρέσκα λουλούδια, παρουσιαστής γνωστός και ακριβός. Ο Νίκος με τη Μαρία κάθονταν στο τραπέζι των γονιών, με το μοναδικό κοστούμι του λίγο στενό πια στους ώμους.
Η Ειρήνη έλαμπε.
Στο εκκλησάκι, τη συνόδευσε ο Παναγιώτης.
Ο Παναγιώτης ήταν θεαματικός ψηλός, μαυρισμένος (μόλις γύρισε από Χαλκιδική), με κουστουμάκι ραμμένο στη Νέα Σμύρνη. Προχώρησε περήφανα, γεμάτος χαμόγελα μπροστά στις κάμερες, σκούπισε μια φανταστική δάκρυ.
Οι καλεσμένοι ψιθυρίζαν: «Τι γόης! Φτυστή ο μπαμπάς η κόρη!»
Κανείς δεν ήξερε πως το κοστούμι ήταν νοικιασμένο. Τα λεφτά τα είχε βάλει… η ίδια η Ειρήνη, χωρίς να το μάθει η Μαρία.
Κατά τη διάρκεια του γλεντιού, ο Παναγιώτης πήρε το μικρόφωνο.
Κόρη μου! η φωνή του κύλησε σα μέλι. Θυμάμαι όταν σ έπιασα πρώτη φορά στην αγκαλιά μου, ήσουν μικρή πριγκίπισσα. Πάντα ήξερα πως αξίζεις τα καλύτερα. Εύχομαι ο άντρας σου να σε κρατά όπως σε κρατούσα εγώ!
Το κοινό χειροκροτούσε. Γυναίκες δάκρυζαν συγκινημένες.
Ο Νίκος σκυμμένος. Δεν θυμόταν να την είχε κρατήσει αγκαλιά ο Παναγιώτης. Θυμόταν όμως πολύ καλά πώς δεν είχε έρθει ούτε στο μαιευτήριο την πρώτη μέρα.
Στα μισά του γλεντιού, ο Νίκος βγήκε έξω στο μπαλκόνι να κάνει ένα τσιγάρο. Η καρδιά του τσίτωνε, η μουσική πολύ δυνατή, η ατμόσφαιρα αποπνικτική.
Πήγε στη γωνιά κάτω από τις ελιές και άκουσε φωνές.
Ήταν ο Παναγιώτης, μιλούσε με κάποιον φίλο του στο κινητό.
Μια χαρά, φίλε! Καλά περνάμε. Ο γάμος είναι φίνα, τα κορόιδα πληρώνουν κι εμείς χορεύουμε. Σιγά τώρα… Η κόρη μεγάλωσε, όμορφη. Μίλησα και με τον γαμπρό φαίνεται φορτωμένος, ο πατέρας του δημοτικός σύμβουλος. Του άφησα να καταλάβει πως ο πεθερός θέλει στήριξη για την επιχείρηση. Μάλλον θα τσιμπήσει. Θα πιώ άλλο ένα ποτήρι σαμπάνια και θα του ζητήσω δυο χιλιάρικα, δήθεν δανεικά. Η Ειρήνη; Ε, χαζή ερωτευμένη, μ έχει θεό. Της πετάω δυο ατάκες και λιώνει. Η Μαρία της μωρής με το γελοίο οδηγό της; Γέρασε, χάλια. Ευτυχώς που την έκανα νωρίς.
Ο Νίκος σταμάτησε.
Τα χέρια του σφίχτηκαν. Ήθελε να βγει, να ρίξει μπουνιά σ αυτή τη φιγουρατζίδικη μούρη.
Δεν το έκανε.
Γιατί είδε κάτι άλλο: στην άλλη άκρη, στη σκιά της κληματαριάς, ήταν η Ειρήνη.
Είχε βγει να πάρει αέρα κι άκουσε τα πάντα.
Στεκόταν με το χέρι στο στόμα, το μακιγιάζ της άρχισε να «τρέχει». Κοίταζε τον «βιολογικό πατέρα», που γελούσε στο τηλέφωνο και τη χαρακτήριζε «κεφάλαιο» και «χαζή».
Ο Παναγιώτης έκλεισε, ίσιωσε τη γραβάτα, επέστρεψε γελαστός στην αίθουσα.
Η Ειρήνη γλίστρησε κάτω, σχεδόν γονάτισε στην πέτρα. Το λευκό της φόρεμα λέρωσε.
Ο Νίκος πλησίασε αργά. Δεν είπε: «Στα λεγα εγώ». Δεν χαμογέλασε ειρωνικά.
Έβγαλε απλώς το σακάκι του και το έριξε στους ώμους της.
Έλα πάνω, κορίτσι μου. Θα κρυώσεις εδώ. Η πέτρα είναι παγωμένη.
Η Ειρήνη τον κοίταξε μάτια γεμάτα φόβο και ντροπή, μια ντροπή που σου καίει την ψυχή.
Θείε Νίκο… μπαμπά… Ο Παναγιώτης…
Ξέρω, της λέει ήρεμα. Φτάνει, σήκω. Έχεις γλέντι να ζήσεις. Οι καλεσμένοι περιμένουν.
Δεν μπορώ να μπω! ξέσπασε σε λυγμούς, το μακιγιάζ έτρεχε. Σου φέρθηκα άσχημα! Τον προτίμησα, σε άφησα στην άκρη! Τι χαζή που είμαι, Παναγία μου!
Δεν είσαι χαζή. Ήθελες να ζήσεις ένα παραμύθι, της χαμογέλασε απλά μερικά παραμύθια τα γράφουν απατεώνες. Έλα, σήκω. Πλύνε πρόσωπο, βάλε λίγο κραγιόν, πήγαινε να χορέψεις. Μην του δείξεις ότι σ έσπασε. Αυτό είναι το δικό σου γλέντι, όχι το σόου του.
Η Ειρήνη μπήκε μέσα χλωμή αλλά αξιοπρεπής.
Ο παρουσιαστής ανακοινώνει:
Και τώρα, ο χορός της νύφης με τον πατέρα!
Ο Παναγιώτης ορμά στη μέση, γεμάτος αυτοπεποίθηση.
Ησυχία.
Η Ειρήνη πιάνει το μικρόφωνο, το χέρι της τρέμει.
Θέλω να αλλάξω λίγο την παράδοση, λέει. Βιολογικός πατέρας μου έδωσε ζωή, και τον ευχαριστώ. Μα ο χορός αυτός δεν είναι για εκείνον που έδωσε ζωή· είναι για εκείνον που μου φύλαξε τη ζωή. Που φρόντισε τα γόνατά μου όταν μάτωναν, που μου έμαθε να μην τα παρατάω, που έδωσε τα πάντα για να σταθώ σήμερα εδώ μ αυτό το νυφικό.
Γυρνάει προς το τραπέζι των γονιών.
Μπαμπά Νίκο. Έλα να χορέψουμε.
Ο Παναγιώτης έμεινε με το χαμόγελο παγωμένο, στη μέση του πουθενά. Σιγή, ψίθυροι ανάμεσα στους καλεσμένους.
Ο Νίκος σήκωσε δειλά το κεφάλι, κατακόκκινος. Σηκώθηκε αργά, μαζεμένος μέσα στο στενό σακάκι του.
Η Ειρήνη τον αγκάλιασε σφιχτά.
Συγγνώμη, μπαμπάκα, ψιθύρισε όσο χόρευαν. Συγγνώμη
Ήσυχα, κορίτσι μου. Όλα καλά, απάντησε εκείνος τρίβοντας την πλάτη της με το τραχύ του χέρι.
Ο Παναγιώτης ψιλοέκανε πίσω προς το μπαρ και δεν ξαναφάνηκε μέχρι το τέλος.
Πέρασαν τρία χρόνια.
Ο Νίκος στην εντατική. Η καρδιά άντεξε όσο μπορούσε, έπαθε έμφραγμα.
Στο δωμάτιο μπαίνει η Ειρήνη κρατώντας από το χέρι ένα αγοράκι, δυο χρονών.
Παππού! φωνάζει το παιδί και τρέχει δίπλα στο κρεβάτι.
Η Ειρήνη κάθεται δίπλα, του πιάνει το χέρι, φιλάει κάθε κάλο του.
Μπαμπά, σου φέραμε φρέσκα πορτοκάλια κι ένα ζωμό. Ο γιατρός είπε πάνε καλά τα πράγματα. Μην ανησυχείς, θα σε βγάλουμε εμείς απ εδώ. Αγόρασα ήδη το εισιτήριο για το σανατόριο.
Ο Νίκος την κοιτάζει και χαμογελάει.
Χωρίς λεφτά, με παλιό αμάξι, μέση ρημαγμένη αλλά πιο πλούσιος από τον καθένα. Γιατί είναι πατέρας. Χωρίς ετικέτες και «θετός».
Η ζωή τα ξεκαθάρισε όλα, αλλά και κόστισε ακριβά. Το κατάλαβε όμως: Πατέρας δεν είναι εκείνος που έχει το όνομα στην ταυτότητα είναι εκείνος που σε σηκώνει όταν πέφτεις.
Ηθικό δίδαγμα;
Μην ψάχνεις πυροτεχνήματα και βιτρίνες. Κάτω από τη γυαλάδα, συχνά μόνο κενό. Να εκτιμάς αυτόν που είναι πάντα δίπλα σου, στα δύσκολα και στα απλά, χωρίς να ζητάει αντάλλαγμα. Γιατί όταν τελειώσει το γλέντι, αυτός θα μείνει, όχι αυτός που λατρεύει να φαίνεται.
Εσύ ένιωσες ποτέ κάποιον «ξένο» να γίνεται πατέρας σου στ αλήθεια; Ή πιστεύεις ότι το αίμα είναι το μόνο που μετράει;Έξω από το παράθυρο του νοσοκομείου, ο ήλιος κατέβαινε πίσω από τις ταράτσες, βάφοντας τον ουρανό χρυσοκόκκινο. Ο Νίκος κοίταξε το αγόρι, που έπαιζε με τα δάχτυλά του. Ένας χαμηλός ήχος από το μηχάνημα του καρδιογράφου τόνιζε τη σιγαλιά.
Η Ειρήνη δίστασε για μια στιγμή, μετά πλησίασε το αυτί του.
Ξέρεις, μπαμπά Του μιλάω συνέχεια για σένα. Του λέω: Αυτός είναι ο παππούς σου, ο πιο αληθινός άντρας στον κόσμο. Όχι επειδή με έκανες, αλλά επειδή με έφτιαξες.
Ο Νίκος γελούσε άγρια και ήρεμα μαζί, με μάτια που βούρκωναν. Σήκωσε το χέρι, άγγιξε τους δυο τους, ένιωσε τη ζέστη της ζωής να ξαναγυρίζει στην κρύα του παλάμη.
Εκείνη την ώρα, ο μικρός σταμάτησε το παιχνίδι του, σκαρφάλωσε στη φτέρνα του Νοσοκομειακού κρεβατιού και φώναξε δυνατά, σαν να διακήρυττε την αλήθεια του κόσμου:
Παππού! Να σου πω ένα μυστικό; Σ αγαπάω πιο πολύ απ τους ήρωες στις ταινίες!
Και τότε ο Νίκος έκλεισε τα μάτια του για λίγο, αφήνοντας το κεφάλι του πίσω στο μαξιλάρι. Ένιωσε γαλήνη. Γιατί ήξερε, πια, πως το όνομά του δεν θα γραφτεί σε βιβλιάρια ή ταυτότητες, αλλά στη ζεστή μνήμη, στα λόγια, στην καρδιά της κόρης και του εγγονού.
Και κάπως έτσι, χωρίς φώτα, χωρίς χειροκρότημα, η αγάπη γράφει τους καλύτερους τίτλους τέλους.





