Βάσκος

Άκου να δεις τι έγινε, μα τι σου έχω να σου πω! Ήμασταν που λες στην εστία μας, σε μία γειτονιά στην Καλλιθέα, κι εκείνο το απόγευμα η Ειρήνη σκάει στο δωμάτιο με ένα κουβάρι κρυμμένο κάτω από το μακρύ της φουλάρι το θυμάσαι, εκείνο το κόκκινο που είχε πλέξει η Δήμητρα.

Έλεος, Ειρήνη, τρελάθηκες; Αν το μάθει η κα Κατερίνα, η υπεύθυνη, θα μας ξεσπιτώσει και τις δυο, της είπα μόλις το είδα.

Δήμητρα, πού να τον αφήσω τον καημένο; Να τον πετάξω; Ζωντανός είναι, μου λέει ψιθυριστά και κρυφοκοιτά γύρω μην ακούσει κανένας.

Εκείνος είναι ζωντανός, εσύ όμως δεν ξέρω αν θα τη βγάλεις καθαρή αν μείνει εδώ

Έλα, Δήμητρα μου, μην κάνεις έτσι, δεν είναι τίποτα, ένα μικροσκοπικό γατάκι είναι, όχι τίγρης! Άσ τον να μείνει λιγάκι, τι σου ζητάω;

Εγώ γελάω, τον χαϊδεύω στη μικροσκοπική του κεφάλα πόσο αδύνατος ήταν, σκιά του εαυτού του. Άρρωστος φαινότανε και το κεφάλι κουνούσε λίγο-λίγο, ήμουν σίγουρη πως αν τον αφήναμε έξω, θα ήταν καταδικασμένος. Σκέτο θησαυρός

Πού τον βρήκες αυτό το χτικιό; ρωτάω.

Σήμερα που τελείωσα τη βάρδια, περνούσα από το πάρκο της γειτονιάς Ξαφνικά βλέπω κάτι πορτοκαλί πάνω στο χιόνι. Ήταν αυτός, παρατημένος μέσα στο κρύο, πνιγμένος σχεδόν στα χιόνια. Αν δεν είχε τόσο έντονο χρώμα, ούτε θα τον έβλεπα. Τον άγγιξα, πάγος ήταν. Νόμιζα πως είχε πεθάνει. Τελικά, ανέπνεε. Τον άρπαξα και ήρθα τρέχοντας.

Η κα Κατερίνα σε είδε;

Αν με είδε, περιμένω να μου κάνει σκηνή από στιγμή σε στιγμή. Μα θυμάσαι τι χαμό είχε κάνει με την Ελένη, όταν είχε φέρει εκείνη το γατί της; Ήθελε να την πετάξει από την εστία. Τα ζώα δεν επιτρέπονται, λέει, για τη «τάξη»!

Εσύ όμως δεν θα πεις τίποτα, Δήμητρα; Μην τον δώσει κανείς άμα δεν είμαι εδώ, σε παρακαλώ!

Πήγαινε κι άστα σε μένα! Καμιά γάτα, κανέναν γάτο δεν είδα, δεν ξέρω τίποτα, λέω τραγουδιστά και της κλείνω το μάτι.

Η Ειρήνη έφυγε για το φαρμακείο κι εγώ κοίταξα το πλάσμα. Ένα κουβαράκι λες και το είχε φτιάξει η μοίρα για να το μαζέψουμε. Πού να πεις όχι, ειδικά στην Ειρήνη; Καλή η ψυχή της, θα το κλάψει αν του συμβεί κάτι, και ποιος να μαζεύει τα κομμάτια της μετά;

Το γατάκι δεν μίλησε. Μόνο έπαιρνε κάτι μικρές ανάσες με κλειστά τα μάτια. Η νύχτα έπεφτε, μα εγώ δεν ήθελα να ανάψω φως. Έφηβη φάση: όλο διάβασμα, ιστορίες με φίλες, κουβέντα για Αγγελή το παιδί που περίμενε η Ειρήνη να της κάνει πρόταση, ενώ εγώ τίποτα. Ψηλή, γερόκορμη, με βάφτισε «Αμαζόνα» η γιαγιά μου. Ποιος θα έβρισκε αγόρι αρκετά θαρραλέο να με πλησιάσει;

Όλα αυτά σκέφτηκα ώσπου επέστρεψε η Ειρήνη με την πιπέτα να τον ταΐσει λίγο ζεστό γάλα. Ούτε που στάθηκε να φάει μόνος του. Μην τα πολυλογούμε, τον τάιεσα εγώ με την πιπέτα, μέχρι που άρχισε να πίνει.

Δε θα το πιστέψεις, τον βαφτίσαμε Λεό από το Λεωνίδας, γιατί λεβέντης ήτανε! Η κα Κατερίνα για έναν ολόκληρο χρόνο δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα, μέχρι που μία μέρα είδε τον Λεό να πηδάει από το παράθυρο.

Αυτό πάλι τι είναι;! φώναξε, έκανε άνω κάτω την εστία.

Κα Κατερίνα, δεν καταλάβατε τίποτα εδώ και έναν χρόνο και μας κάνει παρέα; Είναι ευφυέστατος. Μας απαλλάσσει από τα ποντίκια!

Ποια ποντίκια;! Δεν έχουμε εδώ ποντίκια, έλεγε. Η εστία μας είναι πρότυπο!

Ναι, αλλά είναι και τα ποντίκια μας πρότυπα, στρουμπουλά, καλοταϊσμένα! Κάθε πρωί ο Λεό τους παρατάει σειρά δίπλα στο κρεβάτι μου. Την επόμενη φορά θα σας τα δείξω. Να καμαρώσουμε όλοι μαζί.

Η Δήμητρα σαν ασπίδα μπροστά και η Ειρήνη αγκαλιά τον Λεό. Κάπως έτσι πήραμε την άδεια υπό τον όρο: «Να μην τον βλέπω και να μην τον ακούω, ξεκάθαρα; Και αν μας διώξουν, θα μαι και εγώ κι εσείς στον δρόμο!»

Η Ειρήνη τελικά παντρεύτηκε και εγώ έμεινα με τον Λεό στην εστία. Τα Σαββατοκύριακα βοηθούσαμε όλοι μαζί στο νέο κτίριο που χτιζόταν, να πάρουμε κάποια στιγμή καινούριο δωμάτιο. Τότε γνώρισα τον Κώστα δικό μας χωριανό απ την Αρκαδία, σοβαρός άνθρωπος μα είχε άλλες προσδοκίες. Ζήταγε νύφη με διαμέρισμα, οικογένεια να τον στηρίζει, μα εγώ δεν είχα τίποτα να του προσφέρω εκτός από το μαγειρεμένο φαγητό και τη συντροφιά.

Τον πρώτο καιρό γελούσαμε με το μπόι του. Όλοι μού λέγαν να του δώσω μια ευκαιρία, γιατί το ύψος δεν πυροδοτεί την καρδιά! Κι εγώ μέσα μου δεν ήξερα. Το σκέφτηκα πολύ.

Η μόνη σταθερά: ο Λεό! Όταν ερχόταν ο Κώστας, ο γάτος μου μεταμορφωνόταν σε λέοντα: φούντωνε, έφτυνε και τον έβγαζα στο μπαλκόνι για να μη γίνει χαμός. Ακόμη κι η Κατερίνα το πρόσεξε και μού λεγε να προσέχω.

Τελικά είχε δίκιο. Όταν βρέθηκα έγκυος, ο Κώστας το έπαιξε άγιος και είπε: «Δεν ξέρω αν είναι δικό μου το παιδί!» και έφυγε. Ο Λεό, κουβάρι στα πόδια μου, με παρηγορούσε καλύτερα από φίλους και συγγενείς. Τον γιο μου, τον Νίκο, τον καταχώρησα μόνο με το επίθετό μου. Η Ειρήνη τού έραψε προίκα, η κα Κατερίνα μου βρήκε δωμάτιο μεγαλύτερο δεν υπήρχε χρήμα, αλλά η οικογένεια στην επαρχία έφερνε κάθε δυο βδομάδες αυγά, λάδι, τυρί, οτιδήποτε.

Ήρθαν τότε όλοι να αγκαλιάσουν το μωρό: «Για κοίτα μάγουλα, Δήμητρα! Όλος εσύ είναι!», και εγώ κόντεψα να βάλω τα κλάματα από τη συγκίνηση ποιος να το περίμενε! Κανείς δεν με κατηγόρησε, όλοι με στήριξαν. «Σωστά που το κράτησες, Δήμητρα μου. Στο τέλος σωστός άνθρωπος θα βρεθεί. Κι εμάς να σκέφτεσαι οικογένειά σου».

Η καθημερινότητα δύσκολα περνούσε. Ο Νίκος δυσκολευόταν να συνηθίσει τα βρεφικά, αρρώσταινε συχνά, κι εγώ έτρεχα στα παιδίατρα και στο εργοστάσιο. Μα η Κα Κατερίνα και η Ειρήνη θεές και οι δυο με στήριζαν. Ο Λεό όλη μέρα δίπλα στο μωρό ένα μαλλιαρό θερμοφόρι, που όποτε τον ακουμπούσε ο Νίκος, γαλήνευε κι αυτός.

Μια νύχτα, ο μικρός με πυρετό. Η Κα Κατερίνα μού φέρνει ζεστό ζωμό, με στηρίζει. Φεύγει, αφήνει τον Λεό στην κούνια. Ξάφνου ακούω στη σκάλα θόρυβο, τρέχω μέσα και αντικρίζω σκηνή που δεν θέλω να ξαναζήσω: Μια τεράστια ποντικός πάλευε με τον Λεό. Εκείνος, ματωμένος το μισό του αυτί, ορμά, τον πιάνει απ το λαιμό και τον αφήνει μόνο όταν είναι σίγουρος πως έσωσε το μωρό δεν μπορούσα να το πιστέψω, ειλικρινά σου λέω.

Τον πήρα και τον μετέφερα αμέσως στον καλύτερο κτηνίατρο της περιοχής, στην Πλατεία Δαβάκη. Εκεί περίμενα ώσπου βγήκε ένας θεόρατος άντρας ο Πάνος, τι άνθρωπος! Ήρεμος, δυνατός, σαν βράχος.

Γιατρός Πάνος, γνωριστήκαμε στο χειρουργείο πάνω απ τον Λεό. Εγώ, έτοιμη να πάρω φόρα και να του ουρλιάξω, αλλά αυτός μ ένα χαμόγελο τα φρόντισε όλα, τον γιάτρεψε.

Λίγα χρόνια μετά, ο πορτοκαλί γίγαντας Λεό τρυπώνει αθόρυβα στο παιδικό δωμάτιο. Πηδάει στη μικρή κρεβατίτσα της δεύτερης κόρης, της Μαριάννας, μπλέκει τα πατουσάκια του στα δάχτυλά της, και γουργουρίζει σιγά, φροντίζοντάς την όπως τότε με τον Νίκο. Εγώ σβήνω το φως, κοιτάζω τον Πάνο στα μάτια και λέω με αναστεναγμό:

Τι γατί, ε; Μόνο που δεν μιλάει ελληνικά!

Χρυσάφι είναι, Δήμητρα μου. Τέτοια καρδιά, μόνο στη μυθολογία βρίσκεις.

Ο Λεό απλώνει τη μεγάλη του πατούσα στη μικρή Μαριάννα, εγώ τραβάω το σεντόνι πάνω στα παιδιά και σκάω ένα φιλί στον άντρα μου, που άξιζε να μπει στη ζωή μου.

Τα δικά μου παιδιά δεν φοβήθηκαν ποτέ το σκοτάδι. Όσο ήταν ο Λεό εκεί, ήξεραν πως τίποτα κακό δε θα τα αγγίξει. Κι εγώ, μαζί με το γάτο, νιώθω να χω βρει τη δική μου ήρεμη γωνιά σ αυτόν τον κόσμο και την οικογένεια που έψαχνα.

Oceń artykuł
Βάσκος