Αχ, εγώ δεν θα άντεχα. Ο άνθρωπος γίνεται σαν λαχανικό. Τρελαίνεσαι με τους κατάκοιτους! Πρέπει να τους βάζουν σε ειδικά ιδρύματα! Και μην με κοιτάς έτσι! Τι το παίζουμε ευαίσθητοι; Τα ζώα τα κάνουν ευθανασία και κανείς δεν λέει τίποτα. Κι εμείς όλο ανθρωπιστές. Σε κάποια χώρα, λέει, ανεβάζουν τους ηλικιωμένους στο βουνό και τους αφήνουν εκεί. Και ακόμα… — ήθελε να συνεχίσει η Αντωνία, μα η Λυμπιώ της έκοψε τον λόγο: — Τόνια, ντροπή να λες τέτοια! Η μάνα μας είναι! Ποιο βουνό; Έχασες τελείως το μυαλό σου; — Καταρχάς, δεν είναι δική μας, δική σου είναι. Εγώ, γυναίκα του γιου της είμαι — παραδέξου, διαφορά υπάρχει. Και να ήταν και δική μου, πάλι θα την άφηνα όταν θα γινόταν έτσι. Λυμπιώ, άλλο να προσέχεις μωρά — γλυκούλια είναι! Όταν ο μεγάλος γίνεται ανήμπορος; Συγγνώμη, βρωμάει κιόλας, και ελπίδα δεν υπάρχει! Ναι, και να σε ρωτήσω ήθελα — το σπίτι της μάνας τι γίνεται τώρα που την πήρες εσύ σπίτι σου; Το διαμέρισμα κάθεται άδειο. Πρέπει να το πουλήσουμε πριν πέσουν οι τιμές. Ο Βασίλης πρέπει να σπουδάσει, ο Πέτρος να παντρευτεί. Εμείς το χρειαζόμαστε πιο πολύ. Γενικά, έκανες παιδί στα γεράματα — πότε θα μεγαλώσει ακόμα; Άνθρωπε, κάνε στην άκρη για το καλό του αδερφού και… — δεν τελείωσε η Αντωνία. — Λυμπιώ μου, που είσαι, κορούλα; — ακούστηκε από το δωμάτιο. — Πήγαινε, Τόνια. Ξύπνησε η μάνα, — η Λυμπιώ την έσπρωξε προς την πόρτα. Το κεφάλι της βούιζε, η μητέρα δεν ήταν καλά και τρεις μέρες τώρα δεν είχε κοιμηθεί. Όμως σκέφτηκε: «Κι αν άκουσε τι λέγαμε; Κακό πράγμα αυτό!» Μπήκε μέσα. Έπρεπε να ανοίξει το παράθυρο. Η μυρωδιά βαριά, πνιγηρή. Μα η μάνα κρύωνε, όλο έτρεμε. Την τυλίγει με τη σάρπα της. Μόλις ένιωσε βήματα, γύρισε. Σήκωσε λίγο το σώμα. Τα μαλλιά της χάιδεψε. Κοίταξε τα χέρια της. Χοντρά, γεμάτα φλέβες, μα λεπτά στο τελείωμα. Κάτι έπαιζε με τα δάχτυλα. Τα μάτια κοιτούσαν χαμένα, το βλέμμα αδύναμο. Η μητέρα δεν έβλεπε. Λένε πως ίσως στο ένα μάτι πάρει κάτι πίσω από την όραση, μα η Λυμπιώ δεν ελπίζει πια. Πλησίασε, άλλαξε τα σεντόνια, τη φρόντισε όπως πάντα. Την τάισε. Η μάνα κουλουριάστηκε και κοιμήθηκε. Και η Λυμπιώ— στους γιατρούς. Να ρωτήσει, να συμβουλευτεί. Ένιωθε τα πάντα βαριά, ήθελε να φύγει από τα προβλήματα. Για πολλή ώρα παραπονιόταν. Καμία βελτίωση, όλα δύσκολα. Ο γιατρός, επιβλητικός άντρας με γένια, σημείωνε γρήγορα τα χαρτιά, μεγάλη ουρά στο ιατρείο. Σήκωσε τα ταλαιπωρημένα μάτια του στη Λυμπιώ. — Πολλή δουλειά φαντάζομαι έχετε εσείς, — σταμάτησε να ψελλίζει εκείνη. — Έχω αρκετή. Γιατροί δεν φτάνουν. Αν είχα, δεσποινίς, ένα φάρμακο να το δίνω σε όλους, δεν θα είχαμε ουρές και ασθενείς, — χαμογέλασε λίγο. — Ποιο φάρμακο; Μπορώ να το βρω; — ρώτησε με ελπίδα η Λυμπιώ. — Νεότητα. Τι σκυθρώπασες αμέσως; Έτσι είναι. Εσείς κουραστήκατε, κατανοητό. Η μαμά σας παραπονιόταν ποτέ; Ήσασταν ποτέ άρρωστη μικρή; Σηκωνόταν τη νύχτα για εσάς; — κατέβασε τα γυαλιά ο γιατρός. Αναστέναξε η Λυμπιώ. Η μνήμη της έφερε εικόνες. Οκτώ χρονών, άρρωστη από γρίπη. Η μάνα την είχε αγκαλιά, τη μετέφερε, κουρασμένη, μα αποφασισμένη. Τσάι με λεμόνι κι έβρισκε, χυμό με κράνα, η νύχτα προχωρούσε. Έπεσε ο πυρετός στο ξημέρωμα. Η Λυμπιώ κοιμήθηκε, η μάνα πήγε δουλειά. Πάντα σε δύο και τρεις δουλειές. Για να τα έχει όλα το παιδί της. Με Δεκέμβρη, έξω από το μαγαζί κοιτούσαν ένα ασημί φόρεμα στη βιτρίνα. Η μάνα το χαζεύει, μετά χαμογέλασε, χάιδεψε την κόρη και προχώρησαν για το παλτό και τα παπούτσια. Τίποτα δεν πήρε η ίδια στον εαυτό της. Και η τούρτα, μικρή αλλά σαν παραμύθι. Την έφαγε σχεδόν όλη η μικρή Λυμπιώ, στη μάνα έμεινε λίγη κρέμα. Έριξε ματιά με τύψεις, μα η μάνα την αγκάλιασε: «Δεν πειράζει, μικρή μου, θα σου πάρω άλλη μια μέρα άλλη!» — Τα παιδιά μεγαλώνουν και ξεχνούν πόση δύναμη και υγεία τους έδωσαν οι γονείς. Ήσασταν μικρή και αδύναμη. Τώρα η μητέρα σας έγινε τέτοια. Και τι; Μετά τι; Ας αναλογιστείτε μια στιγμή, κυρία μου — αν φύγει η μαμά σας, θα έχετε χρόνο, δεν θα σηκώνεστε τη νύχτα. Θα είστε χαρούμενη; — ρώτησε με σκληρό τόνο ο γιατρός. — Όχι… απλά… ό,τι πείτε θα κάνω, συγγνώμη που μίλησα έτσι, θα ξανάρθω, — πετάχτηκε έξω η Λυμπιώ. Τα μάγουλά της έκαιγαν. Τι έκανε; Πώς μπορεί να ζήσει χωρίς τη μάνα της; Κι ας είναι πια μεγάλη, με δικό της παιδί. Μόνο μάνα υπάρχει! Πόσες φορές είχε κλάψει στα γόνατά της. Κι όταν όλα χαλούσαν, σκεφτόταν: «Τελειώνει κι αυτό, θα πάω σπίτι, στη μαμά. Θα με παρηγορήσει, θα με συμβουλέψει». Χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Γιαννάκης, ο αδερφός της. — Τι θες; Ήρθε κι η Τόνια; Το σπίτι σας; Να το πάρετε, βαρέθηκα, όλοι όλο ζητάτε. Η μάνα μόνο εσένα αγαπάει, όλο για σένα ρωτάει, Γιαννάκη. Κι όταν ήσουν άρρωστος για μήνες, ποιος σε πρόσεχε; Η μάνα! Μόνη μας σήκωσε εσένα κι εμένα, — και έκλεισε το τηλέφωνο. Περπατούσε στις λακκούβες με τα μάτια θολά. Πέρασε έξω από το μαγαζί, είδε φόρεμα ίδιο με τότε, στη βιτρίνα. Ορμάει στο μαγαζί. — Μόνο αυτό έμεινε, αλλά είναι μικρό για εσάς, — είπε η πωλήτρια. — Το ξέρω! Τυλίξτε το, για τη μάνα μου είναι. Εκείνη είναι φινετσάτη. Εγώ βλέπω ότι δεν μου κάνει, — σκούπισε τη μύτη η Λυμπιώ. Το φόρεμα γιορτινό, σαν τότε. Αγόρασε και τούρτα, άσπρο-ροζ, όπως την παλιά. Πήγε σπίτι τρέχοντας. Μπαίνει μέσα, η κόρη της τραγουδά δίπλα στη γιαγιά και της χαϊδεύει το κεφάλι, η γιαγιά χαμογελά. — Αγάπη μου, ήρθες. Πήγαινε ξεκουράσου, κουράζεσαι, με ταλαιπωρείς, — απλώνει το χέρι η μητέρα, ψάχνει να βρει πού είναι η Λυμπιώ. Ένας κόμπος στο λαιμό. Δύσκολη η ανάσα. Ο καθένας έχει το δικό του σταυρό, λίγοι τον σηκώνουν. Κι αυτή λίγο ήθελε να τα παρατήσει. — Μαμά! — χώθηκε στα χέρια της μητέρας. Κι αυτό ήταν το πιο δυνατό συναίσθημα. Όσο υπάρχουν οι γονείς, είμαστε παιδιά. Όταν δεν είναι πια — ορφανοί. Όσων χρονών και να 'σαι. Δέκα, είκοσι, πενήντα, εξήντα… λίγη σημασία έχει. Όλοι χρειάζονται τη μάνα. — Μαμά, σου αγόρασα φόρεμα! Σαν τότε, στη βιτρίνα. Ασημί. Και τούρτα. Τώρα θα ντυθούμε και θα πιούμε τσάι, θα γίνεις η ομορφότερη! — άρχισε να φτιάχνει τα μαλλιά της μητέρας. Η μαμά έπιανε το φόρεμα, χαμογελούσε ντροπαλά. Τη ρούχισαν, της χτένισαν τα μαλλιά. Η Τανίτσα πήρε τα αρώματα, έβαλε κραγιόν στη γιαγιά. Έβρασαν τσάι. Θυμήθηκαν τα παλιά, και η Λυμπιώ κοίταζε πόσο όμορφη ήταν η μάνα της. Ηρεμία στο πρόσωπο, καλοσύνη. Τέτοιες γυναίκες λίγες έμειναν — φεύγουν μαζί με αυτή τη γενιά. Ό,τι κι αν πέρασε, μια διαμαρτυρία δεν είπε ποτέ. Χτυπάει η πόρτα. Μπαίνει ο Γιαννάκης με λουλούδια κι ανανά. — Ο ανανάς, βρε Γιαννάκη; — γέλασε η Λυμπιώ. — Ήθελε μια φορά να δοκιμάσει η μαμά, αλλά δεν είχαμε ποτέ. Τώρα θα σου φέρνω κάθε μέρα, θες; Συγγνώμη για την Τόνια, μην της δίνεις σημασία. Να ζει η μάνα μας πολλά χρόνια! Δεν χρειάζονται τετραγωνικά. Μόλις αναρρώσει, θα πάει σπίτι της. Θα έρχομαι για πίτες! — είπε ο Γιαννάκης. Μπήκε στο δωμάτιο, καμάρωνε τη μαμά του στο φουστάνι. Εκείνη γελούσε, σα να μην είχε ποτέ αρρωστήσει. Οι μέρες άλλαξαν για τη Λυμπιώ. Φαντάστηκε, με τρόμο, πώς θα ήταν χωρίς τη μητέρα της. Και πάλεψε για κάθε της μέρα, με όλες της τις δυνάμεις. — Φοβόμουν να γυρίσω σπίτι και να μη βρω τη μαμά. Έγινε ξανά παιδί — τη μπάνιαρα, της έπλεκα τα μαλλιά. Της ψιθύρισα: „Μόνο ζήσε! Όπως και να 'σαι, μόνο να είσαι εδώ.” — έλεγε σε όλους η Λυμπιώ. Έδιωξε από το σπίτι τη θλίψη και την απελπισία. Προσπαθούσε να γελάει συχνά. Έλεγε αστεία στη μαμά. Της υποσχόταν ότι σύντομα θα σηκωθεί ξανά όρθια. Κάθε μέρα τον έκανε γιορτή. Με την Τανίτσα φούσκωναν μπαλόνια, τραγουδούσαν καραόκε. Η μαμά αγαπούσε τα τραγούδια, είχε και ωραία φωνή — άρχισε να τους συνοδεύει. — Φοράς κάτι κίτρινο, ε; — ρώτησε μια μέρα η μαμά. Έπεσε το πανί από τα χέρια της Λυμπιώς. Φορούσε κίτρινο φόρεμα με μικρά λουλουδάκια. — Βλέπεις λιγάκι; Παναγία μου, τι ευτυχία! Μαμά! — έτρεξε κοντά της. Σιγά σιγά, κολλητά στους τοίχους, η μαμά άρχισε να περπατάει ξανά. Και αυτό ήταν η μεγαλύτερη χαρά της Λυμπιώς. Δικό της δεν την άφησε πίσω. Στο σπίτι να μείνουν, μαζί. Ποιος ξέρει τι γίνεται αύριο. — Οι τρεις κοπέλες θα μείνουν μαζί. Εγώ, εσύ και η Τανίτσα. Τόσα έχεις να μου μάθεις ακόμα! Δεν με έμαθες καλά πίτες, οι φόρμες για τα ψωμιά εκεί είναι ακόμα. Καλή μαγείρισσα είμαι, στα γλυκά τα χαλάω. Ο Γιαννάκης είπε θα έρθει, — φίλησε τη μαμά της. Ο αδερφός ήρθε. Ψηλός, δυνατός, αρκουδάκι τον φώναζε. Την πήρε στα χέρια, την έβγαλε στην αυλή, την κάθισε στο παγκάκι, κάθισε κι ο ίδιος δίπλα. Η Λυμπιώ χάζευε τη μαμά της — τοσο φροντισμένη, με ωραίο παλτό και σκουφάκι. Κούκλα! Και πρώτη φορά ήρθε ησυχία. Ένα βήμα, άλλο ένα. Όλα φτιάχνονται, όλα γίνονται. Μόνο να ζήσεις, μαμά. Μόνο τη φωνή σου να ακούω, κάθε μέρα. Γιατί σ’ εσένα είναι η δύναμη. Όπως το λουλούδι δεν αντέχει χωρίς ήλιο και νερό, έτσι το παιδί χωρίς μάνα μαραίνεται. Σε όλες τις μαμάδες εύχομαι να χτυπάει πάντα η καρδιά τους δυνατά. Περισσότερη φροντίδα και εκπλήξεις απ’ τα παιδιά. Καδράκια με λουλούδια μια βροχερή μέρα, φορεματάκι έστω κι αν θα μείνει στη ντουλάπα. Όποια γυναίκα κι αν είναι, σε όποια ηλικία, χαίρεται με τέτοια. Κάποιο αρωματάκι. Και κυρίως, να ακούει τα πιο σημαντικά λόγια όσο είναι στη ζωή: — Σ’ αγαπώ, μανούλα μου. Να είσαι πάντα εδώ, μαμά! Είσαι το πιο πολύτιμο στη ζωή μου!

Έλα μωρέ, εγώ δεν θα τα κατάφερνα αυτά με τίποτα. Ο άνθρωπος μετατρέπεται σε φυτό τελικά. Τρελαίνεσαι με αρρώστους καθηλωμένους! Πρέπει να τους πηγαίνεις σε ειδικά ιδρύματα! Μη με κοιτάς έτσι! Γιατί να κάνουμε τον άγιο; Να, τα ζώα τα κοιμίζουν και τίποτα δεν τρέχει. Εμείς όλοι κάνουμε τους ευαίσθητους. Σε κάποιες χώρες τους ηλικιωμένους τους ανεβάζουν σε βουνά και τους αφήνουν εκεί. Και» άρχισε πάλι η Αντωνία, αλλά η Λυδία τη διέκοψε:

Αντωνία, ντροπή να λες τέτοια! Για τη μητέρα μας μιλάμε! Ποιο βουνό; Τρελάθηκες;

Πρώτα απ όλα, δεν είναι μητέρα μας, δική σας είναι. Εγώ τη μάνα του άντρα μου φροντίζω, τεράστια διαφορά. Και να ήταν δική μου, πάλι το ίδιο θα έκανα αν καταντούσε έτσι. Τώρα, τα μωρά να τα προσέχεις, χαριτωμένα είναι. Οι μεγάλοι όταν γίνουν ανήμποροι, βρωμάνε, δε σου κάνει καρδιά! Και ελπίδα καμία! Α, να σε ρωτήσω και κάτι. Τι θα γίνει τώρα με το σπίτι της μάνας; Αφού την πήρες σπίτι σου, το διαμέρισμα μένει άδειο. Πρέπει να το πουλήσουμε πριν πέσουν πολύ οι τιμές! Ο Βασίλης πρέπει να σπουδάσει, ο Πέτρος να παντρευτεί. Εσύ παιδί έκανες αργά, πότε θα μεγαλώσει και το δικό σου; Θα ήταν ανθρώπινο να παραχωρήσεις το διαμέρισμα στον αδερφό Δεν πρόλαβε να τελειώσει.

Μανούλα! Λυδία μου, που είσαι, κόρη μου; ακούστηκε από το δωμάτιο.

Πήγαινε, Αντωνία, η μαμά ξύπνησε, είπε η Λυδία και την έσπρωξε προς την πόρτα.

Το κεφάλι μου βούιζε, η μάνα ήταν άσχημα τρεις μέρες τώρα, ούτε να κοιμηθεί. Αναρωτήθηκα μήπως άκουσε κάτι από τη συζήτηση, όχι πως θα ήθελα να το πιστέψω.

Μπήκα μέσα. Έπρεπε να ανοίξω το παράθυρο να φύγει η βαριά μυρωδιά, αλλά η μαμά κρύωνε. Την τυλίγω στο σάλι της. Μόλις με άκουσε γύρισε λίγο προς το μέρος μου στο κρεβάτι, ανακάτεψε λίγο τα μαλλιά της. Κοίταξα τα χέρια της, χοντρά και γεμάτα φλέβες, δάχτυλα λεπτά. Κάτι ψιθυρίζουν τα χέρια της στον αέρα. Τα μάτια της χαμένα σε μια γωνιά. Η μάνα δεν έβλεπε. Ακούω πως υπάρχει ποσοστό να γυρίσει το μάτι λίγο, αλλά εγώ έχω πάψει να ελπίζω. Πήγα, άλλαξα σεντόνια, την τάισα. Μαζεύτηκε κουβάρι και αποκοιμήθηκε. Εγώ βγήκα έξω, έτρεξα στο γιατρό. Να ρωτήσω, να συμβουλευτώ. Το κεφάλι μου θολό, μια βαριά απελπισία.

Τα έβγαλα όλα στον γιατρό. Βελτίωση καμία, όλα βουνό. Ο γιατρός, ένας άνθρωπος αυστηρός, με γεμάτο μούσι, έγραφε γρήγορα χαρτιά, κόσμος περίμενε. Σήκωσε τα κουρασμένα του μάτια πάνω μου:

Έχετε αρκετή δουλειά, ε; σταμάτησα να μιλάω αμήχανα.

Πάρα πολλή. Γιατροί λίγοι. Αν είχα ένα μαγικό φάρμακο και το μοίραζα σε όλους, και οι ουρές και οι άρρωστοι θα μειώνονταν, χαμογέλασε.

Ποιο φάρμακο; Μπορεί κανείς να το βρει; ρώτησα με μια ελπίδα.

Νιάτα, είπε. Αμέσως σκυθρώπιασες; Έτσι είναι, δυστυχώς. Κουράστηκες, το καταλαβαίνω. Η μάνα σου όμως παραπονέθηκε ποτέ; Εσύ αρρώσταινες μικρή; Σηκωνόταν η μάνα σου τα βράδια πάνω σου;

Σκέφτηκα στιγμιαία. Θυμήθηκα τότε που ήμουν οκτώ. Βαριά με γρίπη, η μάνα με έπαιρνε αγκαλιά, βαριά η ίδια, κι όμως προσπαθούσε. Μου έφερνε τσάι με λεμόνι και βατόμουρα, βραδιάτικα έψαχνε να βρει κάτι που ήθελα. Τη νύχτα έτρεχε για καρπούς, το πρωί έπεφτε ο πυρετός, εγώ κοιμόμουν, μαμά έφευγε για δουλειά. Όλη της τη ζωή δούλευε σε δύο και τρεις δουλειές, για να μην μου λείψει τίποτα.

Θυμήθηκα κι εκείνο το Δεκέμβρη, απ έξω από ένα μαγαζί. Μια βιτρίνα με ένα αστραφτερό ασημένιο φόρεμα που το κοίταγε με θαυμασμό. Μετά γύρισε, με χάιδεψε στο μάγουλο και μπήκαμε μέσα να πάρουμε σε μένα παλτό και παπούτσια. Αυτή τίποτα δε πήρε ποτέ. Κι εκείνη η τούρτα, άσπρη με ροζ, μικρή αλλά θαύμα μες την έλλειψη στα χρόνια εκείνα. Εγώ την έφαγα σχεδόν όλη. Εκείνης μόνο λίγη κρέμα έμεινε. Αλλά η μαμά πάντα έλεγε: «Δεν πειράζει, κορίτσι μου, θα πάρουμε κι άλλη όταν μπορέσουμε».

Τα παιδιά ξεχνάνε εύκολα πόση δύναμη και υγεία δίνουν οι γονείς. Εσύ ήσουν μικρή και αδύναμη. Τώρα η μάνα σου έγινε έτσι. Και τι σκέφτεσαι να κάνεις, ε; Καταλαβαίνω πως έχεις κουραστεί. Αλλά σκέψου για ένα λεπτό. Άμα φύγει η μαμά σου, έχεις ελεύθερο χρόνο, δεν χρειάζεται να ξυπνάς τα βράδια. Θα είσαι πιο χαρούμενη; είπε ο γιατρός με σκληρό τόνο.

Όχι… Εγώ… Ό,τι μου πείτε, θα το κάνω. Συγγνώμη που μιλάω έτσι, θα ξανάρθω! βγήκα έξω από το ιατρείο τρέχοντας.

Τα μάγουλά μου έκαιγαν. Τι πάω να κάνω; Πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχει πια η μαμά; Δεν γίνεται. Δεν μπορώ χωρίς αυτήν. Όσο μεγάλη κι αν είμαι, όσο κι αν μεγαλώνει η κόρη μου, μόνο τη μαμά έχω. Πόσες φορές δεν έκλαψα στα γόνατά της μικρή; Όταν κάτι πήγαινε στραβά, το μυαλό μου έλεγε «θα τελειώσει, θα πας στη μαμά, θα σε παρηγορήσει». Χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Γιάννης, αδερφός μου.

Τι θέλεις; Ήρθε ήδη η Αντωνία. Το σπίτι το θέλετε; Πάρ το, βαρέθηκα, τσιγκούνηδες. Η μαμά μόνο εσένα αγαπάει! Μόνο για σένα ανησυχεί, ρωτάει πάντα για σένα. Όταν εσύ ήσουν τρεις μήνες στο κρεβάτι, ποιος σε φρόντιζε; Ποιος, Γιάννη μου; Μόνο η μαμά μας κράτησε και τους δυο, είπα και έκλεισα το τηλέφωνο οργισμένος.

Περπάταγα μέσα στις λακκούβες, δεν έβλεπα τίποτα. Τα δάκρυα κυλούσαν. Βγήκα έξω, μπήκα σ ένα μαγαζί. Κοιτάζω ένα φόρεμα σαν εκείνο το παλιό. Όρμησα στο μανεκέν.

Μόνο αυτό το νούμερο έμεινε. Δεν θα σας κάνει, χρειάζεστε μεγαλύτερο, μου ψιθύρισε η πωλήτρια.

Το ξέρω! Για τη μαμά μου το θέλω. Αυτή είναι λεπτή, σε μένα δε χωράει με τίποτα, της είπα χαμογελώντας μέσα στα δάκρυα.

Η πωλήτρια έκπληκτη. Το φόρεμα, ακριβώς σαν παλιό. Πήρα και τούρτα, λευκή και ροζ όπως τότε. Η μαμά δεν το έβλεπε το χρώμα, αλλά δεν με πείραζε. Της περιέγραφα τα πάντα όπως τότε.

Ανέβηκα τρέχοντας στο σπίτι. Η κόρη μου, η Χριστίνα, τραγουδούσε στην γιαγιά κι εκείνη χαμογελούσε μισότυφλη. Μόλις άκουσε τη φωνή μου:

Ήρθες αγάπη μου; Πήγαινε να ξεκουραστείς, καμάρι μου. Σε τσάκισα πια είπε και έψαξε με το χέρι το πρόσωπό μου για να με βρει.

Βούρκωσα. Όλοι δοκιμαζόμαστε στη ζωή. Αλλά δεν το αντέχουν όλοι αντρίκια. Κι εγώ λίγο έλειψε να τα παρατήσω.

Μαμά! έπεσα στα χέρια της.

Τότε το συνειδητοποίησα. Όσο είναι οι γονείς ζωντανοί, παιδί είσαι. Μόλις φύγουν, ορφανεύεις. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Δέκα, είκοσι, σαράντα, εξήντα δεν έχει σημασία. Μητέρα είναι μία.

Μαμά, σήμερα σου αγόρασα φόρεμα, σαν εκείνο στην βιτρίνα τότε. Κι ένα γλυκό, όμορφο σαν παλιά. Θα ντυθούμε, θα πιούμε το τσάι μας, και θα είσαι όμορφη όπως ποτέ! της χάιδεψα τα μαλλιά.

Η μαμά χάιδευε το ύφασμα, γελούσε δειλά. Την έντυσα, της έφτιαξα τα μαλλιά, η Χριστίνα έτρεξε, έφερε άρωμα, τής έβαλε λίγο κραγιόν, έβαλε και το τσάι. Πήραμε τις αναμνήσεις μας, ήπιαμε το τσάι, κι εγώ σκεφτόμουν: πόσο όμορφη είναι η μαμά! Το πρόσωπο ήσυχο, γλυκό. Σπάνιο θέαμα πια. Φεύγει κι αυτό με τη γενιά της. Όση ταλαιπωρία και να περνάει, ποτέ γκρίνια. Τότε χτύπησε το κουδούνι. Ο Γιάννης στην πόρτα. Κρατούσε λουλούδια κι έναν ανανά.

Με τον ανανά τι ήθελες; γέλασα.

Η μαμά κάποτε ήθελε να δοκιμάσει μα δεν είχαμε χρήματα. Αν είναι να της φέρνω κάθε μέρα ανανά, το κάνω! Λυδία, μη δίνεις σημασία στην Αντωνία, κακιά γυναίκα! Την μαμά να τη χαρούμε κι ας ζήσει όσο θέλει. Όταν καλυτερέψει, ας έρθει σπίτι μου, θα κάνουμε παρέα και πίτες! είπε.

Μπήκε μέσα και θαύμαζε το φόρεμα. Η μαμά γελούσε, ντροπαλή. Λες και δεν είχε ποτέ αρρωστήσει.

Άλλες μέρες άρχισε η ζωή μου. Είχα τρομάξει καλά τι θα πει να μη ζει η μαμά. Τώρα μαχόμουν για κάθε της μέρα στη γη με όλες μου τις δυνάμεις.

Όλο φοβόμουν μην μπω σπίτι και να λείπει. Έγινε σαν μωρό. Την έπλενα, της έκανα πλεξούδες, ψιθύριζα: „Ζήσε, μαμά. Όπως να ναι, μόνο να σ έχω δίπλα”, έλεγα σε συγγενείς.

Έδιωξα τη μαυρίλα από το σπίτι. Προσπαθούσα να χαμογελώ συχνά. Έλεγα στη μαμά αστεία, την παραμύθιαζα πως σε λίγο θα σηκωθεί όρθια. Κάθε μέρα μικρή γιορτή. Με τη Χριστίνα φουσκώναμε μπαλόνια, τραγουδούσαμε καραόκε. Η μαμά τις αγαπά πολύ τις μουσικές! Και έχει κι αυτή υπέροχη φωνή! Μαζί μας τραγουδούσε.

Φοράς κάτι κίτρινο σήμερα; ρώτησε μια μέρα η μαμά.

Μου έφυγε η σφουγγαρίστρα από τα χέρια. Φορούσα ένα κίτρινο φόρεμα με λουλουδάκια.

Βλέπεις λίγο, μανούλα; Θεέ μου, τι χαρά! έπεσα πάνω της.

Λίγο λίγο, κρατώντας έναν τοίχο, άρχισε και περπατούσε η μαμά. Δεν υπήρχε μεγαλύτερη χαρά για μένα. Φυσικά, δεν την άφησα να επιστρέψει στο διαμέρισμά της. Μαζί μας. Τρεις κοπέλες, εγώ, η μαμά κι η Χριστίνα. Τόσα έχουμε να κάνουμε, μάνα! Θες να μου μάθεις ακόμα τυρόπιτα, τα φορμάκια για το ψωμί τα έχεις ακόμη, αλλά πάντα καίω τις πίτες. Ο Γιάννης είπε θα έρθει!

Κι ήρθε. Μεγάλος, δυο μέτρα, πάντα τον έλεγε „αρκούδο” η μάνα μου. Την πήρε αγκαλιά, την κατέβασε στην αυλή, στην καρέκλα, κάθισε δίπλα της. Καμάρωνα που είναι τόσο όμορφη η μαμά μας. Με το καινούριο παλτό και το ωραίο καπέλο, σαν κουκλίτσα.

Και νιώθω για πρώτη φορά ήρεμος. Ένα βήμα τη φορά. Όλα γίνονται. Μόνο ζήσε μαμά, μόνο να ακούω τη φωνή σου κάθε μέρα. Εκεί μέσα είναι η δύναμή μας. Όπως το λουλούδι χωρίς νερό και ήλιο μαραίνεται, έτσι όλοι μας χωρίς τη μάνα σβήνουμε. Μέσα στις μάνες μας είναι και το νερό και ο ήλιος και το φως.

Τι να ευχηθεί κανείς; Πάντα να χτυπούν οι καρδιές των μητέρων, πάντα να έχουν φροντίδα κι εκπλήξεις από τα παιδιά τους. Μια αγκαλιά λουλούδια στη βροχή, ένα φόρεμα που ίσως να μη προλάβουν ποτέ να φορέσουν, κι όμως γι αυτές θα είναι πάντα δώρο. Μικρό μπουκαλάκι άρωμα.

Και τις πιο σημαντικές λέξεις να τις λέμε όσο τις προλαβαίνουμε:
Σ αγαπώ, μαμά μου. Να είσαι πάντα εδώ, μαμάκα μου! Είσαι το πιο σπουδαίο στη ζωή μου.

Σήμερα θυμήθηκα τι σημαίνει πραγματικά η αγάπη. Δεν μετρούνε τα σπίτια, τα λεφτά ή τα μέτρα. Οι άνθρωποι μετρούνε μόνο από την αγκαλιά. Μάθημα ζωής: Όσο έχουμε τους δικούς μας, τους κρατάμε σφιχτά, κι αντέχουμε κι εμείς λίγο παραπάνω.

Oceń artykuł
Αχ, εγώ δεν θα άντεχα. Ο άνθρωπος γίνεται σαν λαχανικό. Τρελαίνεσαι με τους κατάκοιτους! Πρέπει να τους βάζουν σε ειδικά ιδρύματα! Και μην με κοιτάς έτσι! Τι το παίζουμε ευαίσθητοι; Τα ζώα τα κάνουν ευθανασία και κανείς δεν λέει τίποτα. Κι εμείς όλο ανθρωπιστές. Σε κάποια χώρα, λέει, ανεβάζουν τους ηλικιωμένους στο βουνό και τους αφήνουν εκεί. Και ακόμα… — ήθελε να συνεχίσει η Αντωνία, μα η Λυμπιώ της έκοψε τον λόγο: — Τόνια, ντροπή να λες τέτοια! Η μάνα μας είναι! Ποιο βουνό; Έχασες τελείως το μυαλό σου; — Καταρχάς, δεν είναι δική μας, δική σου είναι. Εγώ, γυναίκα του γιου της είμαι — παραδέξου, διαφορά υπάρχει. Και να ήταν και δική μου, πάλι θα την άφηνα όταν θα γινόταν έτσι. Λυμπιώ, άλλο να προσέχεις μωρά — γλυκούλια είναι! Όταν ο μεγάλος γίνεται ανήμπορος; Συγγνώμη, βρωμάει κιόλας, και ελπίδα δεν υπάρχει! Ναι, και να σε ρωτήσω ήθελα — το σπίτι της μάνας τι γίνεται τώρα που την πήρες εσύ σπίτι σου; Το διαμέρισμα κάθεται άδειο. Πρέπει να το πουλήσουμε πριν πέσουν οι τιμές. Ο Βασίλης πρέπει να σπουδάσει, ο Πέτρος να παντρευτεί. Εμείς το χρειαζόμαστε πιο πολύ. Γενικά, έκανες παιδί στα γεράματα — πότε θα μεγαλώσει ακόμα; Άνθρωπε, κάνε στην άκρη για το καλό του αδερφού και… — δεν τελείωσε η Αντωνία. — Λυμπιώ μου, που είσαι, κορούλα; — ακούστηκε από το δωμάτιο. — Πήγαινε, Τόνια. Ξύπνησε η μάνα, — η Λυμπιώ την έσπρωξε προς την πόρτα. Το κεφάλι της βούιζε, η μητέρα δεν ήταν καλά και τρεις μέρες τώρα δεν είχε κοιμηθεί. Όμως σκέφτηκε: «Κι αν άκουσε τι λέγαμε; Κακό πράγμα αυτό!» Μπήκε μέσα. Έπρεπε να ανοίξει το παράθυρο. Η μυρωδιά βαριά, πνιγηρή. Μα η μάνα κρύωνε, όλο έτρεμε. Την τυλίγει με τη σάρπα της. Μόλις ένιωσε βήματα, γύρισε. Σήκωσε λίγο το σώμα. Τα μαλλιά της χάιδεψε. Κοίταξε τα χέρια της. Χοντρά, γεμάτα φλέβες, μα λεπτά στο τελείωμα. Κάτι έπαιζε με τα δάχτυλα. Τα μάτια κοιτούσαν χαμένα, το βλέμμα αδύναμο. Η μητέρα δεν έβλεπε. Λένε πως ίσως στο ένα μάτι πάρει κάτι πίσω από την όραση, μα η Λυμπιώ δεν ελπίζει πια. Πλησίασε, άλλαξε τα σεντόνια, τη φρόντισε όπως πάντα. Την τάισε. Η μάνα κουλουριάστηκε και κοιμήθηκε. Και η Λυμπιώ— στους γιατρούς. Να ρωτήσει, να συμβουλευτεί. Ένιωθε τα πάντα βαριά, ήθελε να φύγει από τα προβλήματα. Για πολλή ώρα παραπονιόταν. Καμία βελτίωση, όλα δύσκολα. Ο γιατρός, επιβλητικός άντρας με γένια, σημείωνε γρήγορα τα χαρτιά, μεγάλη ουρά στο ιατρείο. Σήκωσε τα ταλαιπωρημένα μάτια του στη Λυμπιώ. — Πολλή δουλειά φαντάζομαι έχετε εσείς, — σταμάτησε να ψελλίζει εκείνη. — Έχω αρκετή. Γιατροί δεν φτάνουν. Αν είχα, δεσποινίς, ένα φάρμακο να το δίνω σε όλους, δεν θα είχαμε ουρές και ασθενείς, — χαμογέλασε λίγο. — Ποιο φάρμακο; Μπορώ να το βρω; — ρώτησε με ελπίδα η Λυμπιώ. — Νεότητα. Τι σκυθρώπασες αμέσως; Έτσι είναι. Εσείς κουραστήκατε, κατανοητό. Η μαμά σας παραπονιόταν ποτέ; Ήσασταν ποτέ άρρωστη μικρή; Σηκωνόταν τη νύχτα για εσάς; — κατέβασε τα γυαλιά ο γιατρός. Αναστέναξε η Λυμπιώ. Η μνήμη της έφερε εικόνες. Οκτώ χρονών, άρρωστη από γρίπη. Η μάνα την είχε αγκαλιά, τη μετέφερε, κουρασμένη, μα αποφασισμένη. Τσάι με λεμόνι κι έβρισκε, χυμό με κράνα, η νύχτα προχωρούσε. Έπεσε ο πυρετός στο ξημέρωμα. Η Λυμπιώ κοιμήθηκε, η μάνα πήγε δουλειά. Πάντα σε δύο και τρεις δουλειές. Για να τα έχει όλα το παιδί της. Με Δεκέμβρη, έξω από το μαγαζί κοιτούσαν ένα ασημί φόρεμα στη βιτρίνα. Η μάνα το χαζεύει, μετά χαμογέλασε, χάιδεψε την κόρη και προχώρησαν για το παλτό και τα παπούτσια. Τίποτα δεν πήρε η ίδια στον εαυτό της. Και η τούρτα, μικρή αλλά σαν παραμύθι. Την έφαγε σχεδόν όλη η μικρή Λυμπιώ, στη μάνα έμεινε λίγη κρέμα. Έριξε ματιά με τύψεις, μα η μάνα την αγκάλιασε: «Δεν πειράζει, μικρή μου, θα σου πάρω άλλη μια μέρα άλλη!» — Τα παιδιά μεγαλώνουν και ξεχνούν πόση δύναμη και υγεία τους έδωσαν οι γονείς. Ήσασταν μικρή και αδύναμη. Τώρα η μητέρα σας έγινε τέτοια. Και τι; Μετά τι; Ας αναλογιστείτε μια στιγμή, κυρία μου — αν φύγει η μαμά σας, θα έχετε χρόνο, δεν θα σηκώνεστε τη νύχτα. Θα είστε χαρούμενη; — ρώτησε με σκληρό τόνο ο γιατρός. — Όχι… απλά… ό,τι πείτε θα κάνω, συγγνώμη που μίλησα έτσι, θα ξανάρθω, — πετάχτηκε έξω η Λυμπιώ. Τα μάγουλά της έκαιγαν. Τι έκανε; Πώς μπορεί να ζήσει χωρίς τη μάνα της; Κι ας είναι πια μεγάλη, με δικό της παιδί. Μόνο μάνα υπάρχει! Πόσες φορές είχε κλάψει στα γόνατά της. Κι όταν όλα χαλούσαν, σκεφτόταν: «Τελειώνει κι αυτό, θα πάω σπίτι, στη μαμά. Θα με παρηγορήσει, θα με συμβουλέψει». Χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Γιαννάκης, ο αδερφός της. — Τι θες; Ήρθε κι η Τόνια; Το σπίτι σας; Να το πάρετε, βαρέθηκα, όλοι όλο ζητάτε. Η μάνα μόνο εσένα αγαπάει, όλο για σένα ρωτάει, Γιαννάκη. Κι όταν ήσουν άρρωστος για μήνες, ποιος σε πρόσεχε; Η μάνα! Μόνη μας σήκωσε εσένα κι εμένα, — και έκλεισε το τηλέφωνο. Περπατούσε στις λακκούβες με τα μάτια θολά. Πέρασε έξω από το μαγαζί, είδε φόρεμα ίδιο με τότε, στη βιτρίνα. Ορμάει στο μαγαζί. — Μόνο αυτό έμεινε, αλλά είναι μικρό για εσάς, — είπε η πωλήτρια. — Το ξέρω! Τυλίξτε το, για τη μάνα μου είναι. Εκείνη είναι φινετσάτη. Εγώ βλέπω ότι δεν μου κάνει, — σκούπισε τη μύτη η Λυμπιώ. Το φόρεμα γιορτινό, σαν τότε. Αγόρασε και τούρτα, άσπρο-ροζ, όπως την παλιά. Πήγε σπίτι τρέχοντας. Μπαίνει μέσα, η κόρη της τραγουδά δίπλα στη γιαγιά και της χαϊδεύει το κεφάλι, η γιαγιά χαμογελά. — Αγάπη μου, ήρθες. Πήγαινε ξεκουράσου, κουράζεσαι, με ταλαιπωρείς, — απλώνει το χέρι η μητέρα, ψάχνει να βρει πού είναι η Λυμπιώ. Ένας κόμπος στο λαιμό. Δύσκολη η ανάσα. Ο καθένας έχει το δικό του σταυρό, λίγοι τον σηκώνουν. Κι αυτή λίγο ήθελε να τα παρατήσει. — Μαμά! — χώθηκε στα χέρια της μητέρας. Κι αυτό ήταν το πιο δυνατό συναίσθημα. Όσο υπάρχουν οι γονείς, είμαστε παιδιά. Όταν δεν είναι πια — ορφανοί. Όσων χρονών και να 'σαι. Δέκα, είκοσι, πενήντα, εξήντα… λίγη σημασία έχει. Όλοι χρειάζονται τη μάνα. — Μαμά, σου αγόρασα φόρεμα! Σαν τότε, στη βιτρίνα. Ασημί. Και τούρτα. Τώρα θα ντυθούμε και θα πιούμε τσάι, θα γίνεις η ομορφότερη! — άρχισε να φτιάχνει τα μαλλιά της μητέρας. Η μαμά έπιανε το φόρεμα, χαμογελούσε ντροπαλά. Τη ρούχισαν, της χτένισαν τα μαλλιά. Η Τανίτσα πήρε τα αρώματα, έβαλε κραγιόν στη γιαγιά. Έβρασαν τσάι. Θυμήθηκαν τα παλιά, και η Λυμπιώ κοίταζε πόσο όμορφη ήταν η μάνα της. Ηρεμία στο πρόσωπο, καλοσύνη. Τέτοιες γυναίκες λίγες έμειναν — φεύγουν μαζί με αυτή τη γενιά. Ό,τι κι αν πέρασε, μια διαμαρτυρία δεν είπε ποτέ. Χτυπάει η πόρτα. Μπαίνει ο Γιαννάκης με λουλούδια κι ανανά. — Ο ανανάς, βρε Γιαννάκη; — γέλασε η Λυμπιώ. — Ήθελε μια φορά να δοκιμάσει η μαμά, αλλά δεν είχαμε ποτέ. Τώρα θα σου φέρνω κάθε μέρα, θες; Συγγνώμη για την Τόνια, μην της δίνεις σημασία. Να ζει η μάνα μας πολλά χρόνια! Δεν χρειάζονται τετραγωνικά. Μόλις αναρρώσει, θα πάει σπίτι της. Θα έρχομαι για πίτες! — είπε ο Γιαννάκης. Μπήκε στο δωμάτιο, καμάρωνε τη μαμά του στο φουστάνι. Εκείνη γελούσε, σα να μην είχε ποτέ αρρωστήσει. Οι μέρες άλλαξαν για τη Λυμπιώ. Φαντάστηκε, με τρόμο, πώς θα ήταν χωρίς τη μητέρα της. Και πάλεψε για κάθε της μέρα, με όλες της τις δυνάμεις. — Φοβόμουν να γυρίσω σπίτι και να μη βρω τη μαμά. Έγινε ξανά παιδί — τη μπάνιαρα, της έπλεκα τα μαλλιά. Της ψιθύρισα: „Μόνο ζήσε! Όπως και να 'σαι, μόνο να είσαι εδώ.” — έλεγε σε όλους η Λυμπιώ. Έδιωξε από το σπίτι τη θλίψη και την απελπισία. Προσπαθούσε να γελάει συχνά. Έλεγε αστεία στη μαμά. Της υποσχόταν ότι σύντομα θα σηκωθεί ξανά όρθια. Κάθε μέρα τον έκανε γιορτή. Με την Τανίτσα φούσκωναν μπαλόνια, τραγουδούσαν καραόκε. Η μαμά αγαπούσε τα τραγούδια, είχε και ωραία φωνή — άρχισε να τους συνοδεύει. — Φοράς κάτι κίτρινο, ε; — ρώτησε μια μέρα η μαμά. Έπεσε το πανί από τα χέρια της Λυμπιώς. Φορούσε κίτρινο φόρεμα με μικρά λουλουδάκια. — Βλέπεις λιγάκι; Παναγία μου, τι ευτυχία! Μαμά! — έτρεξε κοντά της. Σιγά σιγά, κολλητά στους τοίχους, η μαμά άρχισε να περπατάει ξανά. Και αυτό ήταν η μεγαλύτερη χαρά της Λυμπιώς. Δικό της δεν την άφησε πίσω. Στο σπίτι να μείνουν, μαζί. Ποιος ξέρει τι γίνεται αύριο. — Οι τρεις κοπέλες θα μείνουν μαζί. Εγώ, εσύ και η Τανίτσα. Τόσα έχεις να μου μάθεις ακόμα! Δεν με έμαθες καλά πίτες, οι φόρμες για τα ψωμιά εκεί είναι ακόμα. Καλή μαγείρισσα είμαι, στα γλυκά τα χαλάω. Ο Γιαννάκης είπε θα έρθει, — φίλησε τη μαμά της. Ο αδερφός ήρθε. Ψηλός, δυνατός, αρκουδάκι τον φώναζε. Την πήρε στα χέρια, την έβγαλε στην αυλή, την κάθισε στο παγκάκι, κάθισε κι ο ίδιος δίπλα. Η Λυμπιώ χάζευε τη μαμά της — τοσο φροντισμένη, με ωραίο παλτό και σκουφάκι. Κούκλα! Και πρώτη φορά ήρθε ησυχία. Ένα βήμα, άλλο ένα. Όλα φτιάχνονται, όλα γίνονται. Μόνο να ζήσεις, μαμά. Μόνο τη φωνή σου να ακούω, κάθε μέρα. Γιατί σ’ εσένα είναι η δύναμη. Όπως το λουλούδι δεν αντέχει χωρίς ήλιο και νερό, έτσι το παιδί χωρίς μάνα μαραίνεται. Σε όλες τις μαμάδες εύχομαι να χτυπάει πάντα η καρδιά τους δυνατά. Περισσότερη φροντίδα και εκπλήξεις απ’ τα παιδιά. Καδράκια με λουλούδια μια βροχερή μέρα, φορεματάκι έστω κι αν θα μείνει στη ντουλάπα. Όποια γυναίκα κι αν είναι, σε όποια ηλικία, χαίρεται με τέτοια. Κάποιο αρωματάκι. Και κυρίως, να ακούει τα πιο σημαντικά λόγια όσο είναι στη ζωή: — Σ’ αγαπώ, μανούλα μου. Να είσαι πάντα εδώ, μαμά! Είσαι το πιο πολύτιμο στη ζωή μου!