Έλα μωρέ, εγώ δεν θα τα κατάφερνα αυτά με τίποτα. Ο άνθρωπος μετατρέπεται σε φυτό τελικά. Τρελαίνεσαι με αρρώστους καθηλωμένους! Πρέπει να τους πηγαίνεις σε ειδικά ιδρύματα! Μη με κοιτάς έτσι! Γιατί να κάνουμε τον άγιο; Να, τα ζώα τα κοιμίζουν και τίποτα δεν τρέχει. Εμείς όλοι κάνουμε τους ευαίσθητους. Σε κάποιες χώρες τους ηλικιωμένους τους ανεβάζουν σε βουνά και τους αφήνουν εκεί. Και» άρχισε πάλι η Αντωνία, αλλά η Λυδία τη διέκοψε:
Αντωνία, ντροπή να λες τέτοια! Για τη μητέρα μας μιλάμε! Ποιο βουνό; Τρελάθηκες;
Πρώτα απ όλα, δεν είναι μητέρα μας, δική σας είναι. Εγώ τη μάνα του άντρα μου φροντίζω, τεράστια διαφορά. Και να ήταν δική μου, πάλι το ίδιο θα έκανα αν καταντούσε έτσι. Τώρα, τα μωρά να τα προσέχεις, χαριτωμένα είναι. Οι μεγάλοι όταν γίνουν ανήμποροι, βρωμάνε, δε σου κάνει καρδιά! Και ελπίδα καμία! Α, να σε ρωτήσω και κάτι. Τι θα γίνει τώρα με το σπίτι της μάνας; Αφού την πήρες σπίτι σου, το διαμέρισμα μένει άδειο. Πρέπει να το πουλήσουμε πριν πέσουν πολύ οι τιμές! Ο Βασίλης πρέπει να σπουδάσει, ο Πέτρος να παντρευτεί. Εσύ παιδί έκανες αργά, πότε θα μεγαλώσει και το δικό σου; Θα ήταν ανθρώπινο να παραχωρήσεις το διαμέρισμα στον αδερφό Δεν πρόλαβε να τελειώσει.
Μανούλα! Λυδία μου, που είσαι, κόρη μου; ακούστηκε από το δωμάτιο.
Πήγαινε, Αντωνία, η μαμά ξύπνησε, είπε η Λυδία και την έσπρωξε προς την πόρτα.
Το κεφάλι μου βούιζε, η μάνα ήταν άσχημα τρεις μέρες τώρα, ούτε να κοιμηθεί. Αναρωτήθηκα μήπως άκουσε κάτι από τη συζήτηση, όχι πως θα ήθελα να το πιστέψω.
Μπήκα μέσα. Έπρεπε να ανοίξω το παράθυρο να φύγει η βαριά μυρωδιά, αλλά η μαμά κρύωνε. Την τυλίγω στο σάλι της. Μόλις με άκουσε γύρισε λίγο προς το μέρος μου στο κρεβάτι, ανακάτεψε λίγο τα μαλλιά της. Κοίταξα τα χέρια της, χοντρά και γεμάτα φλέβες, δάχτυλα λεπτά. Κάτι ψιθυρίζουν τα χέρια της στον αέρα. Τα μάτια της χαμένα σε μια γωνιά. Η μάνα δεν έβλεπε. Ακούω πως υπάρχει ποσοστό να γυρίσει το μάτι λίγο, αλλά εγώ έχω πάψει να ελπίζω. Πήγα, άλλαξα σεντόνια, την τάισα. Μαζεύτηκε κουβάρι και αποκοιμήθηκε. Εγώ βγήκα έξω, έτρεξα στο γιατρό. Να ρωτήσω, να συμβουλευτώ. Το κεφάλι μου θολό, μια βαριά απελπισία.
Τα έβγαλα όλα στον γιατρό. Βελτίωση καμία, όλα βουνό. Ο γιατρός, ένας άνθρωπος αυστηρός, με γεμάτο μούσι, έγραφε γρήγορα χαρτιά, κόσμος περίμενε. Σήκωσε τα κουρασμένα του μάτια πάνω μου:
Έχετε αρκετή δουλειά, ε; σταμάτησα να μιλάω αμήχανα.
Πάρα πολλή. Γιατροί λίγοι. Αν είχα ένα μαγικό φάρμακο και το μοίραζα σε όλους, και οι ουρές και οι άρρωστοι θα μειώνονταν, χαμογέλασε.
Ποιο φάρμακο; Μπορεί κανείς να το βρει; ρώτησα με μια ελπίδα.
Νιάτα, είπε. Αμέσως σκυθρώπιασες; Έτσι είναι, δυστυχώς. Κουράστηκες, το καταλαβαίνω. Η μάνα σου όμως παραπονέθηκε ποτέ; Εσύ αρρώσταινες μικρή; Σηκωνόταν η μάνα σου τα βράδια πάνω σου;
Σκέφτηκα στιγμιαία. Θυμήθηκα τότε που ήμουν οκτώ. Βαριά με γρίπη, η μάνα με έπαιρνε αγκαλιά, βαριά η ίδια, κι όμως προσπαθούσε. Μου έφερνε τσάι με λεμόνι και βατόμουρα, βραδιάτικα έψαχνε να βρει κάτι που ήθελα. Τη νύχτα έτρεχε για καρπούς, το πρωί έπεφτε ο πυρετός, εγώ κοιμόμουν, μαμά έφευγε για δουλειά. Όλη της τη ζωή δούλευε σε δύο και τρεις δουλειές, για να μην μου λείψει τίποτα.
Θυμήθηκα κι εκείνο το Δεκέμβρη, απ έξω από ένα μαγαζί. Μια βιτρίνα με ένα αστραφτερό ασημένιο φόρεμα που το κοίταγε με θαυμασμό. Μετά γύρισε, με χάιδεψε στο μάγουλο και μπήκαμε μέσα να πάρουμε σε μένα παλτό και παπούτσια. Αυτή τίποτα δε πήρε ποτέ. Κι εκείνη η τούρτα, άσπρη με ροζ, μικρή αλλά θαύμα μες την έλλειψη στα χρόνια εκείνα. Εγώ την έφαγα σχεδόν όλη. Εκείνης μόνο λίγη κρέμα έμεινε. Αλλά η μαμά πάντα έλεγε: «Δεν πειράζει, κορίτσι μου, θα πάρουμε κι άλλη όταν μπορέσουμε».
Τα παιδιά ξεχνάνε εύκολα πόση δύναμη και υγεία δίνουν οι γονείς. Εσύ ήσουν μικρή και αδύναμη. Τώρα η μάνα σου έγινε έτσι. Και τι σκέφτεσαι να κάνεις, ε; Καταλαβαίνω πως έχεις κουραστεί. Αλλά σκέψου για ένα λεπτό. Άμα φύγει η μαμά σου, έχεις ελεύθερο χρόνο, δεν χρειάζεται να ξυπνάς τα βράδια. Θα είσαι πιο χαρούμενη; είπε ο γιατρός με σκληρό τόνο.
Όχι… Εγώ… Ό,τι μου πείτε, θα το κάνω. Συγγνώμη που μιλάω έτσι, θα ξανάρθω! βγήκα έξω από το ιατρείο τρέχοντας.
Τα μάγουλά μου έκαιγαν. Τι πάω να κάνω; Πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχει πια η μαμά; Δεν γίνεται. Δεν μπορώ χωρίς αυτήν. Όσο μεγάλη κι αν είμαι, όσο κι αν μεγαλώνει η κόρη μου, μόνο τη μαμά έχω. Πόσες φορές δεν έκλαψα στα γόνατά της μικρή; Όταν κάτι πήγαινε στραβά, το μυαλό μου έλεγε «θα τελειώσει, θα πας στη μαμά, θα σε παρηγορήσει». Χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Γιάννης, αδερφός μου.
Τι θέλεις; Ήρθε ήδη η Αντωνία. Το σπίτι το θέλετε; Πάρ το, βαρέθηκα, τσιγκούνηδες. Η μαμά μόνο εσένα αγαπάει! Μόνο για σένα ανησυχεί, ρωτάει πάντα για σένα. Όταν εσύ ήσουν τρεις μήνες στο κρεβάτι, ποιος σε φρόντιζε; Ποιος, Γιάννη μου; Μόνο η μαμά μας κράτησε και τους δυο, είπα και έκλεισα το τηλέφωνο οργισμένος.
Περπάταγα μέσα στις λακκούβες, δεν έβλεπα τίποτα. Τα δάκρυα κυλούσαν. Βγήκα έξω, μπήκα σ ένα μαγαζί. Κοιτάζω ένα φόρεμα σαν εκείνο το παλιό. Όρμησα στο μανεκέν.
Μόνο αυτό το νούμερο έμεινε. Δεν θα σας κάνει, χρειάζεστε μεγαλύτερο, μου ψιθύρισε η πωλήτρια.
Το ξέρω! Για τη μαμά μου το θέλω. Αυτή είναι λεπτή, σε μένα δε χωράει με τίποτα, της είπα χαμογελώντας μέσα στα δάκρυα.
Η πωλήτρια έκπληκτη. Το φόρεμα, ακριβώς σαν παλιό. Πήρα και τούρτα, λευκή και ροζ όπως τότε. Η μαμά δεν το έβλεπε το χρώμα, αλλά δεν με πείραζε. Της περιέγραφα τα πάντα όπως τότε.
Ανέβηκα τρέχοντας στο σπίτι. Η κόρη μου, η Χριστίνα, τραγουδούσε στην γιαγιά κι εκείνη χαμογελούσε μισότυφλη. Μόλις άκουσε τη φωνή μου:
Ήρθες αγάπη μου; Πήγαινε να ξεκουραστείς, καμάρι μου. Σε τσάκισα πια είπε και έψαξε με το χέρι το πρόσωπό μου για να με βρει.
Βούρκωσα. Όλοι δοκιμαζόμαστε στη ζωή. Αλλά δεν το αντέχουν όλοι αντρίκια. Κι εγώ λίγο έλειψε να τα παρατήσω.
Μαμά! έπεσα στα χέρια της.
Τότε το συνειδητοποίησα. Όσο είναι οι γονείς ζωντανοί, παιδί είσαι. Μόλις φύγουν, ορφανεύεις. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Δέκα, είκοσι, σαράντα, εξήντα δεν έχει σημασία. Μητέρα είναι μία.
Μαμά, σήμερα σου αγόρασα φόρεμα, σαν εκείνο στην βιτρίνα τότε. Κι ένα γλυκό, όμορφο σαν παλιά. Θα ντυθούμε, θα πιούμε το τσάι μας, και θα είσαι όμορφη όπως ποτέ! της χάιδεψα τα μαλλιά.
Η μαμά χάιδευε το ύφασμα, γελούσε δειλά. Την έντυσα, της έφτιαξα τα μαλλιά, η Χριστίνα έτρεξε, έφερε άρωμα, τής έβαλε λίγο κραγιόν, έβαλε και το τσάι. Πήραμε τις αναμνήσεις μας, ήπιαμε το τσάι, κι εγώ σκεφτόμουν: πόσο όμορφη είναι η μαμά! Το πρόσωπο ήσυχο, γλυκό. Σπάνιο θέαμα πια. Φεύγει κι αυτό με τη γενιά της. Όση ταλαιπωρία και να περνάει, ποτέ γκρίνια. Τότε χτύπησε το κουδούνι. Ο Γιάννης στην πόρτα. Κρατούσε λουλούδια κι έναν ανανά.
Με τον ανανά τι ήθελες; γέλασα.
Η μαμά κάποτε ήθελε να δοκιμάσει μα δεν είχαμε χρήματα. Αν είναι να της φέρνω κάθε μέρα ανανά, το κάνω! Λυδία, μη δίνεις σημασία στην Αντωνία, κακιά γυναίκα! Την μαμά να τη χαρούμε κι ας ζήσει όσο θέλει. Όταν καλυτερέψει, ας έρθει σπίτι μου, θα κάνουμε παρέα και πίτες! είπε.
Μπήκε μέσα και θαύμαζε το φόρεμα. Η μαμά γελούσε, ντροπαλή. Λες και δεν είχε ποτέ αρρωστήσει.
Άλλες μέρες άρχισε η ζωή μου. Είχα τρομάξει καλά τι θα πει να μη ζει η μαμά. Τώρα μαχόμουν για κάθε της μέρα στη γη με όλες μου τις δυνάμεις.
Όλο φοβόμουν μην μπω σπίτι και να λείπει. Έγινε σαν μωρό. Την έπλενα, της έκανα πλεξούδες, ψιθύριζα: „Ζήσε, μαμά. Όπως να ναι, μόνο να σ έχω δίπλα”, έλεγα σε συγγενείς.
Έδιωξα τη μαυρίλα από το σπίτι. Προσπαθούσα να χαμογελώ συχνά. Έλεγα στη μαμά αστεία, την παραμύθιαζα πως σε λίγο θα σηκωθεί όρθια. Κάθε μέρα μικρή γιορτή. Με τη Χριστίνα φουσκώναμε μπαλόνια, τραγουδούσαμε καραόκε. Η μαμά τις αγαπά πολύ τις μουσικές! Και έχει κι αυτή υπέροχη φωνή! Μαζί μας τραγουδούσε.
Φοράς κάτι κίτρινο σήμερα; ρώτησε μια μέρα η μαμά.
Μου έφυγε η σφουγγαρίστρα από τα χέρια. Φορούσα ένα κίτρινο φόρεμα με λουλουδάκια.
Βλέπεις λίγο, μανούλα; Θεέ μου, τι χαρά! έπεσα πάνω της.
Λίγο λίγο, κρατώντας έναν τοίχο, άρχισε και περπατούσε η μαμά. Δεν υπήρχε μεγαλύτερη χαρά για μένα. Φυσικά, δεν την άφησα να επιστρέψει στο διαμέρισμά της. Μαζί μας. Τρεις κοπέλες, εγώ, η μαμά κι η Χριστίνα. Τόσα έχουμε να κάνουμε, μάνα! Θες να μου μάθεις ακόμα τυρόπιτα, τα φορμάκια για το ψωμί τα έχεις ακόμη, αλλά πάντα καίω τις πίτες. Ο Γιάννης είπε θα έρθει!
Κι ήρθε. Μεγάλος, δυο μέτρα, πάντα τον έλεγε „αρκούδο” η μάνα μου. Την πήρε αγκαλιά, την κατέβασε στην αυλή, στην καρέκλα, κάθισε δίπλα της. Καμάρωνα που είναι τόσο όμορφη η μαμά μας. Με το καινούριο παλτό και το ωραίο καπέλο, σαν κουκλίτσα.
Και νιώθω για πρώτη φορά ήρεμος. Ένα βήμα τη φορά. Όλα γίνονται. Μόνο ζήσε μαμά, μόνο να ακούω τη φωνή σου κάθε μέρα. Εκεί μέσα είναι η δύναμή μας. Όπως το λουλούδι χωρίς νερό και ήλιο μαραίνεται, έτσι όλοι μας χωρίς τη μάνα σβήνουμε. Μέσα στις μάνες μας είναι και το νερό και ο ήλιος και το φως.
Τι να ευχηθεί κανείς; Πάντα να χτυπούν οι καρδιές των μητέρων, πάντα να έχουν φροντίδα κι εκπλήξεις από τα παιδιά τους. Μια αγκαλιά λουλούδια στη βροχή, ένα φόρεμα που ίσως να μη προλάβουν ποτέ να φορέσουν, κι όμως γι αυτές θα είναι πάντα δώρο. Μικρό μπουκαλάκι άρωμα.
Και τις πιο σημαντικές λέξεις να τις λέμε όσο τις προλαβαίνουμε:
Σ αγαπώ, μαμά μου. Να είσαι πάντα εδώ, μαμάκα μου! Είσαι το πιο σπουδαίο στη ζωή μου.
Σήμερα θυμήθηκα τι σημαίνει πραγματικά η αγάπη. Δεν μετρούνε τα σπίτια, τα λεφτά ή τα μέτρα. Οι άνθρωποι μετρούνε μόνο από την αγκαλιά. Μάθημα ζωής: Όσο έχουμε τους δικούς μας, τους κρατάμε σφιχτά, κι αντέχουμε κι εμείς λίγο παραπάνω.






