Αχ, αυτή η γιαγιά, παντρεύτηκε και προσέβαλε τα παιδιά! Τα Σαββατοκύριακα η Άννα, όπως πάντα, επισ…

Ωχ, αυτή η γιαγιά, παντρεύτηκε, στενοχώρησε τα παιδιά της!

Τα Σαββατοκύριακα η Αλεξάνδρα, όπως πάντα, επισκέπτεται τη μητέρα της. Η μητέρα της είναι 78 ετών, εδώ και χρόνια ζει μόνη της.
Σε δύο μέρες η κόρη προλαβαίνει να καθαρίσει το σπίτι, να πλύνει τα ρούχα στο χέρι πλυντήριο δεν υπάρχει, ούτε και τρεχούμενο νερό. Το καλοκαίρι έχει και τον κήπο να φροντίσει.
– Δεν έρχεσαι να ζήσεις μαζί μου; Θα είναι πιο εύκολα, λίγη ξεκούραση δεν τη βλέπεις, καλή μου – της έλεγε η μητέρα.
– Μαμά, έχω δουλειά εκεί, την κόρη μου, τις εγγονές μου – απαντούσε λίγο κουρασμένη η Αλεξάνδρα.
– Ο Στέφανος επέστρεψε. Έβγαλε τις σανίδες από τα παράθυρα του σπιτιού. Πέντε χρόνια, όμως, το σπίτι ήταν έρημο μετά τον χαμό της Βασιλείας. Έκανε τον γύρο της χώρας, λέει πως θέλει να γεράσει εδώ. Σε ρώτησε, μάλλον θα έρθει να σε δει – της ανακοίνωσε η μητέρα.
Ο Στέφανος… ήταν ο παιδικός έρωτας της. Τον αγαπούσε, αλλά εκείνος δεν της έδινε σημασία. Στην τελευταία τάξη, η Αλεξάνδρα έκανε το απελπισμένο έριξε τον κουβά στο πηγάδι και έτρεξε στον Στέφανο να τον παρακαλέσει να τον βγάλει, αλλιώς θα την μάλωνε η μητέρα της.
Ο Στέφανος πήρε ένα μακρύ ξύλο και προσπάθησε. Μισή ώρα ταλαιπωρήθηκε στον παγωμένο πηγάδι, αλλά τελικά έβγαλε τον κουβά.
– Νομίζεις πως το έθιμο θα πιάσει; – είπε γελώντας.
«Όποιος βγάλει τον κουβά, γίνεται ο εκλεκτός», τέτοιο έθιμο είχαν τα κορίτσια του χωριού.
Δίκιο είχε τελικά ο Στέφανος. Το έθιμο δεν έπιασε.
Αυτός έφυγε για την Αθήνα. Τελείωσε πολυτεχνείο, άλλαξε πολλές δουλειές, γύρισε όλη την Ελλάδα. Παντρεύτηκε, χώρισε και γύρισε.
Η Αλεξάνδρα μετά το σχολείο πήγε σε τεχνικό τμήμα οικονομικών στην πόλη, κοντά στο χωριό της. Δουλεύει ακόμη ως λογίστρια. Παντρεύτηκε. Γέννησε μια κόρη, την Ειρήνη. Πριν οκτώ χρόνια έμεινε χήρα.
Ο Στέφανος ήρθε το βράδυ. Φυσικά είχε αλλάξει, είχε γεράσει, είχε ασπρίσει.
– Και εσύ πάντα όμορφη – είπε και αγκάλιασε την Αλεξάνδρα.
– Πρέπει να έμαθες να λες ψέματα! Είμαι πάνω από πενήντα, έχω αλλάξει, γέρασα όπως όλοι – τον διέκοψε η Αλεξάνδρα.
Μετά κάθισαν στη βεράντα. Ήπιαν λίγο σπιτικό λικέρ ροδιάς και κουβέντιαζαν και κουβέντιαζαν…
Ο Στέφανος διηγήθηκε, ότι με τις γυναίκες του δύο ήταν πάντα χώριζε όμορφα, χωρίς να στεναχωρήσει καμία. Σε κάθε σύζυγο άφησε σπίτι και ό,τι είχαν αποκτήσει μαζί.
Έχει μεγάλο γιο από την πρώτη σύζυγο. Εκείνος με τη μητέρα του ζει μόνιμα στη Γερμανία. Η σύζυγος ήταν από τους Πόντιους, που είχαν εγκατασταθεί στα βόρεια.
Η δεύτερη σύζυγος τον χώρισε επειδή ερωτεύτηκε έναν νεότερο. Ο Στέφανος δεν την κράτησε. Δεν είχαν παιδιά.
Ο Στέφανος παίρνει σύνταξη λόγω δυσκολίας εργασίας και βορειών. Σχεδιάζει να φτιάξει συνεργείο με ντόπιους και να ασχοληθεί με κατασκευές σπίτια, εξοχικά, μπάνια, ανακαινίσεις. Υπάρχει ζήτηση και έχει αρχικά χρήματα.
– Όλο για μένα μιλάω! Εσύ; Άκουσα πως έμεινες μόνη – ρώτησε ο Στέφανος.
Η Αλεξάνδρα, χωρίς να το περιμένει, του τα έλεγε όλα. Ίσως τα έφερε η στιγμή, ίσως τη βοήθησε και το λικέρ.
– Δεν είμαι μόνη, Στέφανε. Η οικογένειά μου είναι μεγάλη. Σαν υπηρέτρια αισθάνομαι μέσα της – ξεκίνησε η Αλεξάνδρα.
– Η κόρη μου, μετά το σχολείο δεν ήθελε να σπουδάσει. Παντρεύτηκε αμέσως. Έφερε τον γαμπρό στο σπίτι μας τριάρι διαμέρισμα, χωράμε όλοι. Γέννησε την εγγονή μου, τη Δάφνη.
Και κάπως έτσι, όλες οι δουλειές του σπιτιού έγιναν δική μου αποκλειστική δουλειά. Η κόρη έχει κατάθλιψη και ένα μικρό παιδί.
Ο άντρας μου (χρυσός άνθρωπος), με βοηθούσε, με λυπόταν. Ποτέ δεν παραπονέθηκε για την υγεία του, αλλά ένα πρωί δεν ξύπνησε. Προσπαθούσα να κρατώ το σπίτι, τους λογαριασμούς, και οι δαπάνες αυξήθηκαν. Ο γαμπρός βρίσκει δουλειές με λίγα λεφτά. Όλο το μισθό μου τον βάζω στον κοινό ταμείο. Είχα μπει στον κύκλο: περίμενα να μεγαλώσει η εγγονή, να πάει παιδικό σταθμό, η κόρη να βρει δουλειά, να ελαφρώσω… αλλά όχι. Όταν η εγγονή ήταν τεσσάρων, η κόρη μου γέννησε δεύτερη εγγονή, τη Μαρία.
Η μεγάλη πάει σχολείο. Η μικρή είναι πέντε χρονών. Η κόρη μου μένει σπίτι.
Το πρωί ταΐζω τον γαμπρό και τα παιδιά για πρωινό, ετοιμάζω τη Δάφνη για το σχολείο. Η μικρή μένει με τη μητέρα της. Και πώς μένει; Παίζει μόνη ή βλέπει παιδικά. Ήσυχο κορίτσι, η μητέρα της κοιμάται μέχρι το μεσημέρι.
Συνοδεύω τη μεγάλη στο σχολείο και πάω στη δουλειά. Το βράδυ μαγειρεύω για την επόμενη μέρα, ασχολούμαι με τα εγγόνια, πλένω, και μαζεύω το σπίτι.
Έχω προσπαθήσει να πω στη κόρη πως πια δεν είμαι μικρή, πως πρέπει να κάνει κάτι στο σπίτι. Τίποτα. Λέει πως κουράζεται με τα παιδιά.
Ο γαμπρός είναι μια χαρά η πεθερά δουλεύει, λεφτά φτάνουν, ο ίδιος δεν χρειάζεται να αγχωθεί. Κι επιπλέον τα δικά μας λαχανικά από το χωριό.
Ο γαμπρός θα βοηθούσε στον κήπο, αλλά δεν έχει αυτοκίνητο. Υπονοεί να του δώσω χρήματα να αγοράσει. Ξέρουν πως έχω λίγες οικονομίες, φοβάμαι να δώσω τα τελευταία και να μείνω χωρίς τίποτα. Και άλλωστε, δεν φτάνουν για αυτοκίνητο.
Έχω κουραστεί. Καταλαβαίνω πως εγώ φταίω. Έχω μεγαλώσει τεμπέλα και ασυνείδητη κόρη. Τα καταλαβαίνω όλα, μα δεν μπορώ να σπάσω αυτόν τον κύκλο.
– Ναι… ιστορία. Μην στενοχωριέσαι Αλεξάνδρα, θα βρούμε μια λύση. Πάμε να γυρίσεις στο σπίτι, ξημερώνει – είπε ο Στέφανος κι έφυγε.
Την Κυριακή το βράδυ την πήγε στην πόλη με το αυτοκίνητό του. Η Αλεξάνδρα χάρηκε, με τόσα τρόφιμα που μπόρεσε να φέρει από το χωριό. Ο Στέφανος βοήθησε να ανέβουν τα σακιά και οι τσάντες στο διαμέρισμα.
Όταν έφυγε, η κόρη της τη ρώτησε: – Πού βρήκες αυτόν τον παππού;
Η Αλεξάνδρα εξήγησε πως ήταν παλιός συμμαθητής και ετοίμασε τα λαχανικά.
Δύο εβδομάδες μετά ο παλιός συμμαθητής ήρθε μεσημέρι και άρχισε να βγάζει πράγματα που είχε ετοιμάσει η Αλεξάνδρα. Ο γαμπρός και η κόρη, μόλις ξύπνησαν, πρόβαλαν.
– Τι γίνεται εδώ; – είπαν και οι δύο.
– Φεύγω, παντρεύομαι. Θα πάω στο χωριό, να γεράσω με τον Στέφανο – απάντησε η Αλεξάνδρα.
– Παράλογο! Στα γεράματα παντρεύεσαι; Νύφη χωρίς σπίτι! Βγήκες τελείως εκτός! Δεν μαγείρεψες; Τα εγγόνια σου θα πεινάσουν! – φώναξε η κόρη της.
– Τα εγγόνια μου, τις κόρες σου, τώρα θα τις ταΐζεις μόνη σου, και τον άντρα σου επίσης. Δέκα χρόνια ζούσα για εσάς, τώρα θέλω να ζήσω για μένα. Σε παρακαλώ, κόρη μου, πρέπει να κουνήσεις λίγο τα χέρια σου – της απάντησε η Αλεξάνδρα.
– Προδότρα! Σου απαγορεύω να βλέπεις τα εγγόνια σου!
– Δεν σκοπεύω να τις δω σύντομα. Θα έχω πολλές δουλειές. Άλλωστε, τις είδα πιο συχνά από εσένα τα τελευταία χρόνια – και βγήκε από το σπίτι.
Στο αυτοκίνητο, φυσικά, έκλαψε.
– Έπρεπε να είχα προειδοποιήσει πως φεύγω – είπε στον Στέφανο.
– Θα άκουγες τα ίδια, μόνο πιο βαριά. Θα σου έλεγαν χειρότερα λόγια. Πρέπει να το κόψεις απότομα. Πολύ σε είχαν συνηθίσει αλλιώς δεν θα άλλαζε τίποτα – της απάντησε ο Στέφανος.
Η Αλεξάνδρα έκανε το σπίτι του Στέφανου φωτεινό και ζεστό. Εκείνος της έβαλε ζεστή τουαλέτα και ντουζιέρα. Η αλήθεια είναι ότι το νερό πρέπει να φέρνουν και να γεμίζουν τη μεγάλη δεξαμενή, και το βόθρο να αδειάζουν δυο φορές τον μήνα, αλλά αυτά είναι μικρά πλέον.
Η Αλεξάνδρα δέχθηκε θέση στην τοπική σχολή ως υπεύθυνη προμηθειών. Ο μισθός, ναι, μικρότερος αλλά ήσυχα. Ο Στέφανος δουλεύει με το συνεργείο πάντα παραγγελίες. Είναι ευτυχισμένοι, ζουν ήρεμα και αγαπημένα.
Ένα μήνα μετά, ο γαμπρός έφερε τις εγγονές για το Σαββατοκύριακο. Η Δάφνη είπε στη γιαγιά πως οι γονείς τσακώνονται συχνά, πως ο μπαμπάς μαγειρεύει σούπα, αλλά τίποτε άλλο δεν ξέρει. Η μαμά σκέφτεται να δουλέψει, αλλά ακόμη το ψάχνει.
Την Κυριακή ο γαμπρός προσπάθησε να αφήσει τη μικρή στη γιαγιά, αλλά η Αλεξάνδρα δεν δέχθηκε: – Εγώ δουλεύω, ο Στέφανος επίσης. Τα παιδιά πρέπει να ζουν με τους γονείς τους. Για επίσκεψη, ναι, αλλά να τα μεγαλώνετε εσείς. Τα γεννήσατε για τον εαυτό σας, όχι για εμένα.
Ο γαμπρός και η κόρη δυσαρεστήθηκαν, αλλά σε μία εβδομάδα οι εγγονές ξαναπήγαν στη γιαγιά.
– Μόνο για το Σαββατοκύριακο – είπε ο γαμπρός κι έμεινε και αυτός γιατί του έλειψε το φαγητό της πεθεράς.
Έτσι ήταν η ιστορία.
Άλλοι θα πουν πως η μάνα ήταν σκληρή με την κόρη της.
Άλλοι πως ήταν δίκαιη.
Όσα τα άτομα, τόσες οι γνώμες.

Όμως, στη ζωή πρέπει να βάζεις και όρια η φροντίδα και η αγάπη έχουν νόημα όταν δεν χάνεις τον εαυτό σου. Γιατί μόνο όταν σεβόμαστε τον εαυτό μας, μαθαίνουμε πραγματικά να αγαπάμε τους άλλους.

Oceń artykuł
Αχ, αυτή η γιαγιά, παντρεύτηκε και προσέβαλε τα παιδιά! Τα Σαββατοκύριακα η Άννα, όπως πάντα, επισ…