«Αχ, αγαπημένοι μου, τι μέρα ήταν εκείνη… Γκρι, κλαψιάρικη, σα να ήξερε ο ουρανός ότι στη Ζάριτσα γίνεται μεγάλη θλίψη. Κοιτάζω από το παράθυρο του ιατρείου μου, και η καρδιά μου δεν είναι στη θέση της, σα να την πιέζουν με τανάλια και σιγά-σιγά τη στριφογυρίζουν»

**Ημέρα του Μνήματος**

Ωχ, αγαπητοί μου, τι μέρα ήταν εκείνη Γκρίζα, θλιμμένη, σαν και ο ουρανός να ήξερε πως στο χωριό μας, στη Σπηλιά, γινόταν ένα δεινό. Κοίταζα απ το παράθυρο του ιατρείου μου, και η καρδιά μου ήταν σφιγμένη σαν να τη ζούλανε σιγά-σιγά.

Το χωριό φαινόταν εγκαταλειμμένο. Οι σκύλοι δεν γάβγιζαν, τα παιδιά κρύβονταν, ακόμα και ο ατίθασος πετεινός του θείου Γιώργου σώπασε. Όλοι κοίταζαν προς ένα σημείο το σπίτι της Βίβης Παπαδοπούλου, της γιαγιάς Βίβης.

Και μπροστά στην μπιντέλα της, ένα αμάξι, αστικό, ξένο. Λάμπει σαν μια φρέσκια πληγή πάνω στο σώμα του χωριού μας.

Ο Μιχάλης, ο μοναχογιός της, την πήγαινε σε ένα γηροκομείο.

Είχε έρθει τρεις μέρες πριν, γυαλισμένος, μυρίζοντας ακριβό άρωμα, όχι τη γη μας. Μπήκε πρώτα σε μένα, σαν να ήθελε συμβουλή, αλλά στην πραγματικότητα δικαιολογία.

«Κυρία Ελένη, εσείς το βλέπετε», έλεγε, χωρίς να με κοιτάζει, αλλά κάπου στην άκρη, στο βάζο με το βαμβάκι. «Η μητέρα χρειάζεται φροντίδα. Επαγγελματική. Εγώ τι να κάνω; Η δουλειά μου, τρέχω όλη μέρα. Εκεί θα είναι καλύτερα. Γιατροί, φροντίδα»

Εγώ σώπασα, μόνο κοίταζα τα χέρια του. Καθαρά, με περιποιημένα νύχια. Με αυτά τα χέρια είχε πιαστεί από τη φούστα της Βίβης όταν τον έβγαλε από το ποτάμι, μπλε από το κρύο. Με αυτά τα χέρια έτρωγε τα κουλουράκια της, που έφτιαχνε χωρίς να λυπάται το λάδι. Και τώρα, με αυτά τα χέρια, υπέγραφε την καταδίκη της.

«Μιχάλη», του είπα σιγά, με τρεμούλιασμα στη φωνή, σαν να μην ήταν δική μου. «Το γηροκομείο δεν είναι σπίτι. Είναι ένας κρατικός χώρος. Οι τοίχοι είναι ξένοι.»

«Αλλά εκεί έχουν ειδικούς!» φώναξε σχεδόν, σαν να πείθει τον εαυτό του. «Εδώ τι; Εσείς μόνη για όλο το χωριό. Και αν της πιάσει κάτι τη νύχτα;»

Και εγώ σκεφτόμουν μέσα μου:

«Εδώ, Μιχάλη, οι τοίχοι είναι δικοί, θεραπευτικοί. Εδώ η μπιντέλα τρίζει όπως τρίζε τα σαράντα χρόνια. Εδώ είναι η μηλιά κάτω απ το παράθυρο, που φύτεψε ο πατέρας σου. Είναι αυτά μήπως όχι φάρμακο;»

Αλλά δεν είπα τίποτα. Τι να πεις όταν ο άλλος έχει ήδη αποφασίσει; Έφυγε, κι εγώ πήγα στη Βίβη.

Καθόταν στην παλιά της πάγκα, ίσια σαν χορδή, μόνο τα χέρια της τρέμα

Oceń artykuł
«Αχ, αγαπημένοι μου, τι μέρα ήταν εκείνη… Γκρι, κλαψιάρικη, σα να ήξερε ο ουρανός ότι στη Ζάριτσα γίνεται μεγάλη θλίψη. Κοιτάζω από το παράθυρο του ιατρείου μου, και η καρδιά μου δεν είναι στη θέση της, σα να την πιέζουν με τανάλια και σιγά-σιγά τη στριφογυρίζουν»