Καθόμουν στο παγκάκι στην πλατεία Συντάγματος και lângă mine era ένα κοριτσάκι, γύρω στα πέντε. Κουνώντας τα πόδια της, άρχισε να μου αφηγείται τη ζωή της:
Δεν έχω δει ποτέ τον μπαμπά μου, γιατί μας άφησε εμένα και τη μαμά μου όταν ήμουν πολύ μικρή. Η μαμά μου πέθανε πριν από ένα χρόνο. Οι μεγάλοι μου είπαν τότε πως έφυγε.
Με κοίταξε και συνέχισε:
Μετά την κηδεία, ήρθε να μείνουμε μαζί μας η θεία μου, η Ειρήνη, η αδερφή της μαμάς μου. Μου είπαν πως ήταν μεγάλη γενναιοδωρία από τη μεριά της να μην με στείλει σε κάποιο ίδρυμα για παιδιά. Μου εξήγησαν πως τώρα η θεία Ειρήνη είναι κηδεμόνας μου και πως θα μείνω μαζί της.
Σταμάτησε για λίγο, κοίταξε κάτω από το παγκάκι κι ύστερα συνέχισε:
Όταν μετακόμισα, η θεία Ειρήνη ξεκίνησε να τακτοποιεί το σπίτι μας. Τα πράγματα της μαμάς μου τα μάζεψε όλα σε μια γωνιά και σκεφτόταν να τα πετάξει. Άρχισα να κλαίω και την παρακάλεσα να μην τα πετάξει. Τελικά με άφησε να τα κρατήσω. Τώρα κοιμάμαι σ’ εκείνη τη γωνιά. Το βράδυ ξαπλώνω πάνω στα ρούχα της μαμάς μου, και ζεσταίνομαι εκεί. Είναι σαν να είναι ακόμα δίπλα μου.
Κάθε πρωί, η θεία μου μου δίνει κάτι να φάω. Δεν μαγειρεύει τόσο καλά η μαμά μου ήταν καλύτερη όμως μου ζητά να φάω όλο το φαγητό. Δεν θέλω να τη στεναχωρήσω, γι αυτό το τρώω. Καταλαβαίνω πως προσπάθησε όταν μαγείρευε. Δεν είναι δικό της φταίξιμο που δεν μπορεί να μαγειρέψει όπως η μαμά μου. Μετά με στέλνει για βόλτα και δεν μπορώ να επιστρέψω σπίτι, μόνο όταν αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι. Η θεία Ειρήνη είναι πολύ, πολύ καλή!
Της αρέσει να περηφανεύεται μπροστά στις άλλες θείες που γνωρίζει για μένα. Δεν ξέρω αυτές τις θείες, αλλά έρχονται συχνά στο σπίτι μας. Η θεία Ειρήνη κάθεται μαζί τους για καφέ, τους λέει αστείες ιστορίες, μου λέει όμορφα λόγια και μας προσφέρει γλυκά και στις θείες και σε μένα.
Μετά από αυτά, το κοριτσάκι αναστέναξε και συνέχισε:
Δεν είναι πως τρώω μόνο γλυκά συνέχεια… Η θεία ποτέ δεν με μάλωσε για τίποτα. Φέρεται ωραία μαζί μου. Μια φορά μου χάρισε και μια κούκλα, αν και η κούκλα είναι λίγο άρρωστη έχει χαλασμένο πόδι και το ένα μάτι της στραβώνει συχνά. Η μαμά μου ποτέ δεν μου χάρισε άρρωστη κούκλα.
Το παιδί σηκώθηκε απ το παγκάκι και άρχισε να κάνει πηδηματάκια στο ένα της πόδι:
Πρέπει να πάω, γιατί η θεία μου είπε σήμερα θα έρθουν οι θείες, και πριν έρθουν πρέπει να ντυθώ όμορφα. Μου υποσχέθηκε πως μετά θα μου δώσει να φάω ωραίο γλυκό. Γεια σου!
Με φόρα έτρεξε να κάνει τα καθήκοντά της. Έμεινα κι εγώ σκεπτικός στο παγκάκι, με τις σκέψεις μου να γυρίζουν γύρω από τη καλή θεία Ειρήνη. Αναρωτιόμουν: τι σημαίνει να είσαι μια τέτοια καλή θεία; Γιατί θέλει να νομίζουν όλοι πως είναι γενναιόδωρη; Είναι δυνατόν να κοιτάς αδιάφορα ένα παιδί που κοιμάται στο πάτωμα σκεπασμένο με τα ρούχα της νεκρής μαμάς του…





