Высадив любовницу из машины, Бучин нежно с ней попрощался и поехал домой
Αφήνοντας τη φιλενάδα του στη γωνία της οδού Ερμού, ο Στέφανος Παπαβασιλείου της χαμογελά ζεστά και την αποχαιρετά ήρεμα πριν γυρίσει το τιμόνι προς το σπίτι του στη Νέα Σμύρνη. Στην είσοδο της πολυκατοικίας κοντοστέκεται για μια στιγμή, προσπαθώντας να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις του για το τι θα πει στη γυναίκα του. Ανεβαίνει τις σκάλες και ξεκλειδώνει την πόρτα.
Καλησπέρα, λέει με προσποιητή απλότητα ο Στέφανος. Ειρήνη, είσαι μέσα;
Εδώ είμαι, απαντά φλεγματικά η γυναίκα του από την κουζίνα. Γεια σου. Να βάλω να τηγανίσω μπιφτέκια ή δεν χρειάζεται;
Ο Στέφανος παίρνει θάρρος. Έχει ορκιστεί να μάθει να χειρίζεται τις υποθέσεις του πιο αποφασιστικά με σιγουριά, αντρικά! Επιτέλους να βάλει ένα τέλος σε αυτήν τη διπλή ζωή του, τώρα που ακόμα τα χείλη του θυμούνται το φιλί της ερωμένης του, πριν τον ρουφήξει πάλι η ρουτίνα.
Ειρήνη, καθαρίζει τον λαιμό του, γύρισα για να σου πω ότι πρέπει να χωρίσουμε.
Η Ειρήνη το ακούει χωρίς να ταραχτεί ήταν ανέκαθεν δύσκολο να τη βγάλει κανείς από τα νερά της. Στο παρελθόν είχε κερδίσει το προσωνύμιο «Ειρήνη η Σιδερένια» για την ψυχραιμία της.
Δηλαδή τι; ρωτάει η Ειρήνη στην πόρτα της κουζίνας. Να μην ετοιμάσω τα μπιφτέκια;
Όπως θες, λέει ο Στέφανος. Αν θέλεις, φτιάξ τα, αν όχι μην ασχολείσαι. Εγώ φεύγω πάω σε άλλη γυναίκα.
Οι περισσότερες γυναίκες, μετά από τέτοια εξομολόγηση, μάλλον θα του είχαν πετάξει το τηγάνι, ή θα τον είχαν πνίξει σε μια θυελλώδη σκηνή. Η Ειρήνη, όμως, δεν είναι σαν τις άλλες.
Ώχου μωρέ, μεγάλο κατόρθωμα, λέει. Μου έφερες τουλάχιστον τις μπότες από το κατάστημα επισκευής;
Όχι κομπιάζει ο Στέφανος. Αν είναι τόσο σημαντικό, πάω τώρα αμέσως να στις φέρω!
Αμάν, μουρμουρίζει η Ειρήνη. Όλο τα ίδια. Στείλε έναν Παπαβασιλείου για κάτι και θα σου φέρει παλιά.
Ο Στέφανος πικραίνεται. Του φαίνεται πως αυτή η κουβέντα για τη διάλυση του γάμου τους δεν πάει όπως τα περίμενε. Δεν έχει δράμα, δάκρυα, κατηγορίες! Αλλά τι να περιμένει κανείς από μια γυναίκα με το προσωνύμιο «Ειρήνη η Σιδερένια»;
Νομίζω, Ειρήνη, ότι δεν με ακούς! διαμαρτύρεται ο Στέφανος. Επίσημα σου λέω ότι φεύγω για άλλη γυναίκα, σε αφήνω, κι εσύ για τις μπότες συζητάς!
Καλά, του λέει, Εσύ, για καλή σου τύχη, μπορείς να πας όπου θέλεις. Οι δικές σου μπότες δεν είναι για επισκευή. Εγώ πού να πάω;
Ζούν πολλά χρόνια μαζί, και ακόμη ο Στέφανος δεν καταφέρνει να ξεχωρίσει πότε η Ειρήνη μιλά ειρωνικά και πότε με σοβαρότητα. Κάποτε, μάλιστα, τον είχε γοητεύσει αυτή η ήρεμη στάση της, η απουσία φασαρίας και οι καλές της αναλογίες.
Η Ειρήνη είναι αξιόπιστη, πιστή και ψύχραιμη, σαν άγκυρα πλοίου. Αλλά τώρα, ο Στέφανος αγαπάει άλλη. Την αγαπάει με πάθος, παράνομα και υπέροχα! Ήρθε η ώρα να ξεκαθαρίσει τα πράγματα και να αρχίσει καινούρια ζωή.
Λοιπόν, Ειρήνη, λέει ο Στέφανος, με τόνο πανηγυρικό, λυπημένο και με μια δόση τύψεων. Είμαι ευγνώμων για όλα, αλλά φεύγω, γιατί αγαπώ άλλη. Εσένα δεν σε αγαπώ πια.
Άκου πράγματα, απαντάει η Ειρήνη. Δεν με αγαπάει πλέον, ήρωας με το ένα παπούτσι! Η μάνα μου αγαπούσε το γείτονα, ο πατέρας μου αγαπούσε το τάβλι και το τσίπουρο. Και τι έγινε; Ναμαι εγώ, μια χαρά βγήκα!
Ο Στέφανος ξέρει πως να διαφωνήσεις με την Ειρήνη είναι σαν να ρίχνεις πέτρα σε βράχο. Ο αρχικός του ενθουσιασμός εξατμίστηκε δεν θέλει πια καυγάδες.
Ειρηνούλα, είσαι όντως θαυμάσια, λέει ο Στέφανος, σκυθρωπός. Όμως αγαπώ άλλη γυναίκα, φλογερά, απαγορευμένα και άγρια. Και σκοπεύω να πάω σ εκείνη, το καταλαβαίνεις;
Άλλη; Ποια δηλαδή; ρωτάει η γυναίκα του. Την Κλεοπάτρα Παναγή μήπως;
Ο Στέφανος παγώνει. Πριν ένα χρόνο όντως είχε σύντομο δεσμό με την Κλεοπάτρα, ποιος να το φανταζόταν πως η Ειρήνη την ήξερε!
Κι εσύ από πού; πάει να ρωτήσει, αλλά σταματά. Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία. Όχι, Ειρήνη, δεν πρόκειται γι αυτή.
Η Ειρήνη χασμουριέται.
Μήπως τότε η Δέσποινα Μπουζίδου; Πηγαίνεις σ εκείνη;
Ο Στέφανος παγώνει. Η Μπουζίδου ήταν παλιά ιστορία. Αν το ήξερε κι αυτό η Ειρήνη, γιατί δεν έλεγε τίποτα; Αλλά βέβαια, η Σιδερένια δεν μιλά εύκολα.
Όχι, λέει ο Στέφανος, ούτε Μπουζίδου, ούτε Παναγή. Πρόκειται για άλλη, συγκλονιστική γυναίκα, την κορυφή των ονείρων μου. Δεν αντέχω να μη ζήσω μαζί της και δεν θέλω να με εμποδίσεις!
Άρα ίσως η Μαρία, του πετάει η γυναίκα του. Αχ, Στέφανε, Στέφανε ένας ανοργάνωτος είσαι! Σιγά το μεγάλο μυστικό Η κορυφή των ονείρων σου, η Μαρία Βαλεντίνου-Γουσαίου; Τριάντα πέντε χρονών, ένα παιδί, δύο εκτρώσεις τα έχω σωστά;
Ο Στέφανος σηκώνει τα χέρια στο κεφάλι. Η βολή βρήκε στόχο! Με τη Μαρία Βαλεντίνου είχε ακριβώς δεσμό.
Μα πώς; ψιθυρίζει ο Στέφανος. Ποιος μας πρόδωσε; Με κατασκόπευες;
Στέφανε, αγόρι μου, λέει η Ειρήνη ήρεμα, είμαι γυναικολόγος τόσα χρόνια. Έχω υποδεχτεί όλες τις γυναίκες αυτής της πόλης, ενώ εσύ έχεις γνωρίσει μονάχα μερικές. Μου αρκεί μια ματιά να καταλάβω πού πηγαίνει κάθε άντρας, ειδικά τον δικό μου!
Ο Στέφανος προσπαθεί να βρει θάρρος.
Εντάξει, ας πούμε πως μάντεψες σωστά. Ακόμη κι αν είναι η Γουσαίου, αυτό δεν αλλάζει τίποτα θα φύγω μαζί της.
Είσαι αθεράπευτα αφελής, Στέφανε, λέει η Ειρήνη. Δεν σκέφτεσαι να με ρωτήσεις άμα αξίζει το κόπο; Σαν γιατρός, σε διαβεβαιώνω πως τίποτα ιδιαίτερα εντυπωσιακό δεν έχει. Είδες το ιατρικό της ιστορικό;
Όχι ομολογεί ο Στέφανος.
Ακριβώς! Πρώτα κάνε ένα ντους, μετά αύριο θα πάρω ένα φίλο δικό μου στη Σωτηρία να σε δει χωρίς αναμονή, λέει ήσυχα η Ειρήνη. Ύστερα βλέπουμε. Ντροπή, άντρας γυναικολόγου να μην μπορεί να βρει μια υγιή γυναίκα για δεσμό!
Και τι να κάνω εγώ δηλαδή; λέει ο Στέφανος παραπονεμένα.
Πάω να βάλω τα μπιφτέκια στη φωτιά, λέει η Ειρήνη. Κάνε ένα μπάνιο και ό,τι καταλάβεις, κατάλαβες. Εάν θες κάποια κορυφή του έρωτα χωρίς μικρόβια, έλα σε μένα έχω να σου συστήσω μερικέςΟ Στέφανος στέκεται για λίγο ακίνητος στο χολ, με τα μάτια του να περιπλανιούνται ανάμεσα στην κουζίνα και την εξώπορτα. Ακούει το τηγάνι να σιγοψήνειτο γνώριμο στριγκλίσμα του λαδιού που έμοιαζε ξαφνικά παρηγορητικό, σαν χέρι στη ράχη του. Για πρώτη φορά μετά από μήνες, νιώθει το μυαλό του να καθαρίζει, τις εξηγήσεις και τα πάθη να ξεθωριάζουν μέσα στη ζεστασιά ενός σπιτιού που δεν άλλαξε ποτέ πρόσωπο.
Κάνει δυο βήματα ως το μπάνιο, κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Γελάει· ένα ελαφρύ, σιωπηλό γέλιο που φέρνει νερό στα μάτια του, ανάλαφρο. Ανάβει το φως, βγάζει το πουκάμισο και αφήνει το ζεστό νερό να τρέξει στους ώμους του.
Στο βαποράκι του νερού ακούει μακρινά τη φωνή της Ειρήνης να σιγοτραγουδάει κάτι για μοσχοβολιστό φαγητό. Για πρώτη φορά εδώ και καιρό, δεν βιάζεται πουθενά. Ύστερα από λίγο, βγαίνει με μάτια καθαρά και μουσκεμένο κεφάλι. Ο αέρας μυρίζει τη γνώριμη κουζίνα τους, ψημένα μπιφτέκια και ρίγανη.
Περνάει το κατώφλι και στέκεται απέναντί της. Η Ειρήνη ακουμπά το φτυάρι στα κάγκελα της σχάρας, του πετάει από μακριά μια ματιά που δεν λέει τίποτα και ταυτόχρονα όλα. Ο Στέφανος κάνει να φύγει, αλλά σταματά. Στην ησυχία του σπιτιού, όλα τα ανείπωτα στέκουν μεταξύ τους ζωγραφισμένα πάνω από τα πιάτα.
Να κάτσω; ρωτά χαμηλόφωνα.
Η Ειρήνη σηκώνει αδιάφορα τους ώμους, αλλά ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο σκάει στα χείλη της.
Θα κρυώσουν, άμα όχι.
Ο Στέφανος κάθεται. Εκείνο το βράδυ, η ζωή του μοιάζει ξαφνικά λιγότερο περίπλοκη. Οι μπουκιές έχουν γεύση παλιάς ασφάλειας, μια ζεστασιά που επιστρέφει, σιωπηλή, αταλάντευτη. Και εκεί, ανάμεσα σε δυο πετσέτες, μια ματιά και λίγα ψίχουλα στο τραπέζι, αρχίζει ξανά να συζητάει τη ζωή του από την αρχήμε εκείνην που ξέρει καλύτερα πότε να σωπαίνει και πότε να γελά.






