ΌΧΙ Ο ΣΩΣΤΟΣ ΑΛΕΞΗΣ
Η Λυδία είχε στηθεί μπροστά στον καθρέφτη της και άλλαζε για τρίτη φορά σκουλαρίκια.
Λοιπόν, Μπουμπου, απευθύνθηκε στο σκυλάκι της, αυτά ή τα άλλα;
Η Μπουμπου χασμουρήθηκε αδιάφορα.
Ευχαριστώ για τη στήριξη.
Κοίταξε το ρολόι της. Απέμεναν ακόμα μισή ώρα.
Ένιωθε ένα παράξενο άγχος. Συνήθως είχε αυτοπεποίθηση οι θαυμαστές την κυνηγούσαν πάντα. Αλλά τώρα…
Ανοησίες, αποφάσισε τελικά, τσεκάροντας ξανά το είδωλό της. Εσύ είσαι η καλύτερη!
Μήπως έφταιγε που αυτόν τον Αλέξη δεν τον είχε δει ακόμα; Τρεις ολόκληρες βδομάδες μιλούσαν στο τηλέφωνο χωρίς ποτέ να βρεθούν.
Τρεις βδομάδες και ποτέ δεν κατάφερα να τον βάλω κάτω στη συζήτηση, σκέφτηκε ξαφνικά και χαμογέλασε.
Η Λυδία πήρε μια βαθιά ανάσα και έριξε την τσάντα της στον ώμο.
Ώρα να φύγει.
ΤΡΕΙΣ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΠΡΙΝ
Παναγία μου, πότε θα παντρευτείς επιτέλους και θα πάρεις δρόμο; αναστέναξε ο πατέρας της, ο νευροχειρουργός, πάνω στο φαγητό.
Είχε επιστρέψει μόλις από πολύωρο χειρουργείο και το μόνο που ήθελε ήταν λίγο ησυχία και τον Τσίλντερ του Στρουγκάτσκι στο χέρι.
Αλλά η Λυδία μιλούσε ακατάπαυστα εδώ και μισή ώρα, κάνοντας συγκριτική ανάλυση της ελληνικής και ξένης επιστημονικής φαντασίας.
Μπαμπά, δεν είχες πει εσύ ότι οι Στρουγκάτσκι είναι κορυφή;
Το είπα. Άλλη φορά να το συζητήσουμε; Τώρα θέλω ησυχία.
Η Λυδία έβαλε τα μούτρα, αλλά το βούλωσε για τρία λεπτά.
Α, μιας και το φερε η κουβέντα για γάμους, ξαναπήρε μπρος ο πατέρας. Θυμάσαι τον κύριο Παπαγεωργίου, το διευθυντή που έκανα μερικές εφημερίες στην κλινική του;
Ναι;
Έχει γιο. Λένε ότι είναι πολύ αξιόλογο παιδί. Μου ζήτησε το κινητό σου για να σας γνωρίσει και το έδωσα.
Η Λυδία έκανε γκριμάτσα.
Όλα αυτά τα στημένα προξενιά τόσο παλιομοδίτικα. Αυτά είναι για όσες τις έχει πάρει η ηλικία ή δεν τους κάθεται κανείς. Γιατί να μπλεχτεί κι εκείνη;
Αλλά δεν τόλμησε να στενοχωρήσει τον πατέρα της.
ΠΡΩΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ
Ο «αξιόλογος γιος» περίμενε μερικές μέρες και κατόπιν τηλεφώνησε.
Παρακαλώ;
Καλησπέρα σας, είμαι ο Αλέξης. Σας είπε κάτι ο πατέρας σας;
Ε, ναι, μου είπε, απάντησε η Λυδία ανεπαίσθητα σηκώνοντας το φρύδι. Τηλεφωνικά τουλάχιστον, είχε ωραία φωνή.
Ο πατέρας μου σάς έχει σε μεγάλη εκτίμηση. Είπε ότι είστε… ξεχωριστή.
Εγώ; Μπα, καθημερινή φοιτήτρια είμαι. Ιατρική Αθηνών, παιδιατρική. Εσείς;
Ιατρική Θεσσαλονίκης, θα γίνω χειρουργός…
Α. Πάει, εξηγείται η αυτοπεποίθηση στον τόνο.
Μίλησαν μια ώρα.
Μετά άλλη μία.
Μετά… κάθε μέρα!
Ο Αλέξης αφηγούνταν για τη γάτα του τη Μαριέτα, την αγάπη του για τη φαντασία και το πώς ανησυχεί για τη μορφή του μήπως είναι πολύ αδύνατος, μήπως φαίνεται κουρασμένος, μήπως…
Η Λυδία τον άκουγε αλλά μερικές φορές σκεφτόταν: Αυτή δεν είναι η δική μου δουλειά;!
Και με τα χίλια ζόρια κρατιόταν να μην πει: «Άσ το αγόρι μου, χαλάρωσε λίγο». Αν και το υποκοριστικό Λέξης δεν το άντεχε καθόλου.
Κατά τα άλλα, όλα της άρεσαν.
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ «ΣΥΝΤΑΓΜΑ»
Τελικά έκλεισαν να βρεθούν από κοντά.
Στο μετρό, στην πλατεία Συντάγματος.
Να πάνε σινεμά στην Πανεπιστημίου, μετά μια βόλτα ως το παγωτατζίδικο «Άστρο» στην Κολοκοτρώνη.
Και μετά, βλέπουμε.
Η Λυδία πετάχτηκε από το βαγόνι και αγνάντεψε τριγύρω.
Κόσμος, φασαρία, εκείνη η γνωστή οσμή του μετρό…
Και να σου τον ψηλός, συμπαθητικός, κρατώντας μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα.
Στεκόταν δίπλα στη στήλη, κοίταζε νευρικά κάθε συρμό.
Χωρίς δισταγμό τον πλησίασε:
Αλέξη;
Ο νεαρός τινάχτηκε, την κοίταξε αμήχανα:
Συγγνώμη, εσείς…
Λυδία, είπε αυστηρά και του άπλωσε το χέρι, ούτε για χειραψία ούτε για φιλί.
Έμεινε να την κοιτάει σαστισμένος πάλι στον πληθυντικό…
Λυδία; ρώτησε κομπιάζοντας. Μα εγώ…
Πάμε! τον άρπαξε από το μανίκι. Πρέπει να αγοράσουμε και τα εισιτήρια!
Περιμένετε, ήθελα να σας πω…
Θα τα πούμε μετά! και τον τράβηξε προς την έξοδο.
Εκείνος κοίταξε προς την πλατφόρμα σαν να έψαχνε κάποιον αλλά η Λυδία τον είχε ήδη παρασύρει στο πλήθος.
Τα τριαντάφυλλα ακόμα στο χέρι του.
Κοίταξε τα λουλούδια, μετά εκείνη και τα παράτησε.
Εντάξει, είπε χαμηλόφωνα. Πάμε.
ΣΙΝΕΜΑ ΚΑΙ ΚΑΦΕ
Η ταινία τους άρεσε και στους δύο.
Η Λυδία αξιολόγησε και το στιλάτο παλτό του συνοδού της, το φουλάρι που είχε πλέξει η μάνα του τού άρεσε αυτό το cozy feeling.
Αρώματα από ακριβό γαλλικό άρωμα.
Γεύση φρεσκοψημένου παγωτού με τραγανή σοκολάτα στην «Άστρο».
Και το καλύτερο; Συμφωνούσαν σχεδόν για τα πάντα.
Δηλαδή, κυρίως η Λυδία μιλούσε εκείνος κρεμόταν απ τα χείλη της, την κοίταζε με αυτά τα καστανά του μάτια και συμφωνούσε με ενθουσιασμό.
Πότε-πότε, έβαζε το φαρδύ, ζεστό του χέρι πάνω στο σκιρτητό δικό της τόσο αντρικό, τόσο γοητευτικό!
Ξέρεις, είπε κάποια στιγμή, βολτάροντας στη βραδινή Ερμού, είσαι τόσο… κόμπιασε.
Τι; έτοιμη για οτιδήποτε.
Ζωντανή. Αληθινή.
Η Λυδία του χάρισε το πιο γοητευτικό της χαμόγελο εκείνο το σπάνιο.
Είχε ερωτευτεί για τα καλά.
ΤΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ ΜΕΤΑ
Αέρας ο έρωτας, προχωρούσε γρήγορα.
Βρίσκονταν σχεδόν κάθε μέρα κι ακόμη πιο συχνά ανταλλάζαν τηλέφωνα. Να είχαν εφεύρει τότε τα smartphone, θα είχαν κολλήσει μεταξύ τους!
Τρεις μήνες αργότερα, ο Αλέξης της είπε πως την αγαπάει, πως δεν αντέχει χωρίς εκείνη και θέλει να την παντρευτεί.
Η Λυδία το έπαιξε δύσκολη για κανένα δεκάλεπτο, και μετά το δέχτηκε τρισευτυχισμένη.
Πρέπει να γνωρίσεις την οικογένειά μου, αγχώθηκε ο Αλέξης.
Άσε καλύτερα, να το αφήσουμε για αργότερα, πανικοβλήθηκε εκείνη.
Η οικογένειά της ήταν σκέτη επιτροπή: ειδικά η γιαγιά της καμία δεν της άρεσε για εγγονή της. Και οι γονείς, συνήθως συμφωνούσαν μαζί της.
Αυτόν, όμως, δεν τον άλλαζε με τίποτα.
Ούτε να γνωρίσει τους δικούς του βιαζόταν να μην πάνε πληροφορίες από τον έναν στους άλλους.
ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΜΠΑΜΠΑ
Μια καλή ευκαιρία ξεπρόβαλε δυο εβδομάδες μετά.
Ο μπαμπάς της αν και δεν τα πήγαινε με τα γλέντια αποφάσισε για τα 55 του να κάνει ένα μικρό τραπέζι.
Η Λυδία, όλο μυστήριο, είπε πως θα φέρει παρέα.
Οι καλεσμένοι είχαν μαζευτεί όταν τελικά η Λυδία υποδέχθηκε τον Αλέξη της, με γαρίφαλα και ένα μπουκάλι Metaxa υπό μάλης.
Μπαμπά, να σου γνωρίσω τον… ξεκίνησε τελετουργικά με δισταγμό.
Χτύπησε το τηλέφωνο.
Μισό λεπτό, τρέχει ο μπαμπάς.
Γυρνάει λαχανιασμένος.
Ήταν ο Παπαγεωργίου ρωτούσε για τον δρόμο! Χαίρομαι που θα έρθει. Είχα αγχωθεί μήπως κρατάει κακία που δεν εμφανίστηκες ποτέ στο ραντεβού με το γιο του!
Η Λυδία πάγωσε.
Δεν πήγα;
Ο μπαμπάς τη ρώτησε γεμάτος απορία:
Ναι, μου είχε πει. Ο γιος του σε περίμενε στο Σύνταγμα δυο ώρες με λουλούδια. Μα εσύ δεν πήγες ποτέ.
Η Λυδία γύρισε αργά και κοίταξε τον Αλέξη.
Στεκόταν στην πόρτα, χλωμός, με τα γαρίφαλα στα χέρια και τη στραβή ματιά της.
Επιστρέφουμε σε ένα λεπτάκι, του ψιθύρισε στον έκπληκτο μπαμπά.
Τον τράβηξε στο δωμάτιό της.
Η ΑΛΗΘΕΙΑ
Κλείδωσε την πόρτα και τον κοίταξε στα μάτια.
Περίμενε, μιλούσε αργά, μην καταλάβει λάθος. Δηλαδή εσύ… δεν ήσουν ο Αλέξης Παπαγεωργίου;
Ο Αλέξης κούνησε το κεφάλι του.
Όχι, είπε ήσυχα. Εγώ είμαι ο Αλέξης Σοφιανός. Ένας φίλος μού κανόνισε ραντεβού με μια Νατάσσα. Την περίμενα στο Σύνταγμα, και τότε ήρθες εσύ και…
Και απλά σε άρπαξα, συμπλήρωσε η Λυδία.
Στάθηκαν για λίγη ώρα, αμίλητοι.
Προσπάθησα να στο πω, είπε τελικά ήσυχα. Από την πρώτη μέρα, πριν πάμε σινεμά. Αλλά δεν άκουγες.
Δεν ακούω ποτέ, παραδέχτηκε εκείνη. Έχω ταλέντο σ αυτό.
Η Μπουμπου κλαψούρισε έξω από την πόρτα.
Η Λυδία κάθισε στο κρεβάτι.
Και τώρα;
Ο Αλέξης την κοίταξε σοβαρός, πολύ σοβαρός.
Μετά πλησίασε, και με τρυφερότητα γονάτισε μπροστά της.
Εμένα δεν με νοιάζει πώς γνωριστήκαμε. Είτε από σύμπτωση είτε από πατέρα είτε από τύχη.
Σε αγαπάω και θέλω να σε παντρευτώ, αληθινά. Χωρίς μπέρδεμα.
Η Λυδία χαμογέλασε μ ανακούφιση.
Ωραία. Πάμε να γνωρίσεις τους δικούς μου. Σε προειδοποιώ όμως: η οικογένεια είναι δύσκολη περίπτωσή.
Και οι δικοί μου! Και μην ξεχνάς τη Μαριέτα ζόρικη γάτα.
Θα τα βγάλουμε πέρα.
Βγήκαν από το δωμάτιο.
Στο σαλόνι, τους περίμεναν οι καλεσμένοι μαζί και ο κύριος Παπαγεωργίου με το γιο του.
Ψηλός, όμορφος, με τριαντάφυλλα στο χέρι.
Η Λυδία κοίταξε τον πραγματικό Αλέξη Παπαγεωργίου.
Μετά το δικό της Αλέξη, άσπρο σαν πανί, με τα γαρίφαλα.
Όχι, σκέφτηκε η Λυδία. Αυτός ΔΕΝ είναι ο σωστός.
Και γέλασε αληθινά αυτή τη φορά.
Μπαμπά, σου έχω νέα. ΜεγάλαΗ Λυδία πλησίασε τον πατέρα της, κρατώντας σφιχτά το χέρι του Αλέξη Σοφιανού. Το σαλόνι είχε βουβαθεί από την έκπληξη, όλοι περίμεναν την εξήγηση.
Τελικά, μπαμπά, δεν γνωρίζουμε πάντα τι είναι το σωστό για εμάς. Αλλά κάποιες φορές, το λάθος γίνεται το πιο σωστό πράγμα στον κόσμο.
Ο Αλέξης χαμογέλασε, διστακτικά στην αρχή, μετά πιο πλατιά καθώς είδε τη Λυδία να μην προσπαθεί να κρυφτεί ή να δικαιολογηθεί. Εκείνη τον κοίταξε με μια σιγουριά που πρώτη φορά δοκίμαζε.
Ο αληθινός Αλέξης Παπαγεωργίου έγειρε προς τη δική του μητέρα, χαμογελώντας ευγενικά αλλά φανερά ανακουφισμένος. Η Μαριέτα η γάτα, κάπου στην είσοδο, αόρατη στους άλλους, κατάλαβε πως ίσως να αποκτήσει καινούρια «μαμά».
Η γιαγιά, που μόλις πριν είχε στριφογυρίσει τα μάτια της, σηκώθηκε με ιερή απορία και πλησίασε τον «λάθος» Αλέξη.
Νέε μου, τρως φασολάκια; ρώτησε με εκείνον τον φοβερό τόνο της.
Μόνο αν είναι της γιαγιάς, απάντησε ο Αλέξης με αυτοσυγκράτηση.
Η Λυδία ξέσπασε σε γέλια, κοίταξε γύρω το τραπέζι και, για πρώτη φορά, ένιωσε πως η ιστορία της δεν θα έλεγε τίποτα στις φίλες γιατί κανείς δεν θα την πίστευε.
Αλλά δεν την ένοιαζε καθόλου.
Έσφιξε ακόμα πιο γερά το χέρι του Αλέξη της, και κάθε φόβος, κάθε αμφιβολία χάθηκε. Το λάθος ραντεβού της ζωής της έγινε το σωστό παραμύθι.






