Αρκεί Να Με Φωνάξεις «Σας ανακηρύσσω άντρα και γυναίκα!» – αναφώνησε με μεγαλοπρέπεια η υπάλληλος το…

«Κηρύσσω τον γάμο σας!» είπε επίσημα η γυναίκα από το Δημαρχείο Αθήνας, και ξαφνικά κόμπιασε, έπνιξε έναν αλλόκοτο βήχα.
Άσχημο σημάδι, σχολίασε σιγανά η μητέρα μου, προσπαθώντας να διαλύσει το αμήχανο.
Οι καλεσμένοι αναστατώθηκαν, ψιθύρισαν παραμυθιασμένα, ενώ εγώ κι η Χλόη, ως νιόπαντροι, ανταλλάξαμε φοβισμένες ματιές. Δεκαοχτώ χρονών ήμασταν παιδιά, ουσιαστικά. Ο γάμος είχε γίνει γρήγορα, σχεδόν βιαστικά. Η νύφη φέρνει «φωτάκι» μαζί της· σε λίγο γεννιέται το απρόσμενο παιδί μας. Απότομα, νοικιάσαμε νυφικό, η Χλόη δανείστηκε παπούτσια απ την καλύτερη φίλη της, την Φωτεινή. (Παρεμπιπτόντως, χρόνια μετά, εγώ θα έχω μια σύντομη σχέση με την ίδια Φωτεινή.)
Τώρα ήμασταν νέοι και χαρούμενοι.
Περπατούσαμε με τη Χλόη στον πεζόδρομο κάτω απ τα πλατάνια στο Κολωνάκι. Τη στήριζα απ τη μέση, όταν ένας περίεργος τύπος πλησίασε και είπε σιγανά, κοιτώντας με: Κράτα τη γυναίκα σου καλά, θα στη πάρουν…
Τα είπε κι έφυγε σαν τίποτα. Γελάσαμε κι αφήσαμε τη ζωή να κυλήσει. Ποιος μπορεί να μας χωρίσει; Δοκίμασε…
Ένας φίλος μου, ο Πάνος, που ήταν κουμπάρος, κάποτε με ρώτησε:
Γιάννη, καλύτερη δεν μπορούσες να βρεις; Τόσα όμορφα κορίτσια τριγύρω!
Του απάντησα:
Σε περιμένουν αυτά εσένα
Και πράγματι, ο Πάνος παντρεύτηκε τέσσερις φορές, πάντα με γυναίκες έξυπνες κι όμορφες.
Γεννήθηκε η κόρη μας, η Ελευθερία.
Μετά, έκανα στρατιωτική θητεία στον Έβρο, μακριά απ το σπίτι. Μου έλειπαν η γυναίκα και το παιδί. Η Χλόη κάποτε μου έστειλε φωτογραφία της την φύλαγα κάτω απ το μαξιλάρι, ελπίζοντας να τη δω στα όνειρά μου.
Μια μέρα μπήκα στο θάλαμο κι η φωτογραφία ήταν πάνω στο κομοδίνο, ζωγραφισμένη χυδαία και με βρισιές. Οργισμένος, έπεσα πάνω στον συγκάτοικό μου και τον χτύπησα άγρια. Για τιμωρία, κλείστηκα στο φυλάκιο. Η χαλασμένη φωτογραφία πετάχτηκε. Δίκαια τιμωρήθηκε κι εκείνος.
Όταν γύρισα απ τον στρατό, ήμουν σκληρός και θυμωμένος κυρίως με τη Χλόη. Είχα βάλει στο μυαλό ότι κάθε νέα γυναίκα έχει σίγουρα εραστή. Πίστευα πως με είχε απατήσει αυτά τα δύο χρόνια, γιατί…
Η Χλόη που με περίμενε, ήταν άλλη. Είχε φύγει το φοβισμένο κορίτσι που άφησα, κι είχε έρθει μια γυναίκα δυνατή, γεμάτη αύρα κι ενέργεια.
Εσύ είσαι, Χλόη; Δε σε αναγνωρίζω… ψιθύρισα δίπλα στ΄αυτί της.
Ένιωθα περήφανος αλλά ο σπόρος της αμφιβολίας μπήκε μέσα μου. «Σίγουρα δεν είμαι ο μόνος της;» Στις τέτοιες υπάρχει πάντα ουρά. Έτσι, για σιγουριά, απέκτησα ερωμένη να μη με πονέσει πολύ, αν συμβεί κάτι…
Τα νέα για τις «νίκες» μου έφτασαν στη Χλόη μετά από τρεις μήνες. Με δυσκολία την έπεισα να μην πάρουμε διαζύγιο. Μου είπε:
Λοιπόν, Γιάννη, τώρα μην παραπονεθείς
Η Χλόη έκαψε όλα τα γράμματά μου απ τον στρατό ψυχή της τα φύλαγε. Από το κρεβάτι αποκλείστηκα για άγνωστο διάστημα. Ούτε στο τραπέζι με καλούσαν πια. Μιλούσαμε μόνο για το σπίτι.
Έκλαιγα έναν χρόνο, ενώ χτύπαγα μια μέρα. Έπρεπε να τις πάω διακοπές, εκτός εποχής Πάτρα, ήλιος, θάλασσα, κρασί, φρούτα Σε εκείνο το παράξενο ταξίδι τα ξαναβρήκαμε.
Γυρίζοντας, έκοψα την παράνομη σχέση.
Επτά χρόνια πέρασαν ήσυχα, οικογενειακά σχεδόν μοναστήρι. Μα φαίνεται πως της Χλόης κάτι έλειπε. Ίσως πάθος, ίσως φωτιά.
Στο γραφείο μου δούλευε ο Βασίλης, ψυχή της παρέας, καλοσυνάτος και διασκεδαστικός. Όλοι πήγαιναν σ΄αυτόν να παραπονεθούν για τη ζωή, τη γυναίκα, την πεθερά, τον κόσμο. Ο Βασίλης τους άκουγε και συμβούλευε σοβαρά. «Να τον καλέσω στα γενέθλια της Χλόης; Θα βάλει φωτιά στη γιορτή,» σκέφτηκα. Αν ήξερα πού θα κατέληγε
Ο Βασίλης ήρθε με τη γυναίκα του, και σε εκείνο το γιορτινό τραπέζι ήταν ο πρωταγωνιστής γέλια, αστεία, ευχές, ιστορίες Η Χλόη έλαμπε. Έτρεχε, σέρβιρε, γελούσε. Το πάρτι στέφθηκε με όνειρο. Έναν μήνα μετά, όμως, άνοιξαν οι δακτυλίδες της κόλασης.
Η γυναίκα του Βασίλη με πήρε τηλέφωνο:
Γιάννη, δεν το ξέρεις; Παίρνουνε αγκαλιά οι σύζυγοί μας. Πες στη γυναίκα σου να αφήσει τον Βασίλη ήσυχο έχουμε παιδιά!
Εγώ ο ανήξερος, δεν είχα καταλάβει τίποτα. Η Χλόη, τόσο ξέφρενα, εκδικείται για τις δικές μου ατασθαλίες;
Δεν θα περιγράψω όλο τον εφιάλτη. Η γυναίκα του Βασίλη κυνηγούσε τη Χλόη παντού. Απειλούσε να πάρει χάπια και να πεθάνει μπροστά σε όλους. Κλείδωνα τη Χλόη στο διαμέρισμα, της έκοβα το τηλέφωνο, την απειλούσα με διαζύγιο. Τίποτα δεν δούλευε. Λένε ότι το πάθος, όπως η φωτιά και ο βήχας, δεν κρύβονται. Τότε έτρεξα στη Φωτεινή, την παιδική της φίλη.
Μου είπε, σαν να μ έσφαξε: Γιάννη, εκεί έχει αγάπη. Η Χλόη δεν γυρίζει. Κανένας δρόμος δεν οδηγεί πια σ εκείνη.
Ναι, έπιασαν τον Φωκίωνα παντού. Από τη λύπη, έμεινα μαζί της μισό χρόνο. Με παρηγόρησε λίγο.
Η Χλόη κι ο Βασίλης παντρεύτηκαν. Δεν έβλεπαν τίποτα γύρω τους. Η ευτυχία τους, η ανάσα, ένα κοινό σώμα. Εκείνο τον καιρό, μισούσα κι έβριζα το ζευγάρι ήθελα να ουρλιάξω, να τραβήξω τα μαλλιά μου! Πώς το πήραν; Η τύχη και η ατυχία πάνε μαζί στον ίδιο αμαξάκι.
Λένε πως ο χρόνος θεραπεύει. Δεν το πιστεύω. Η πληγή μου παρέμεινε, λεπτή σαν πρώτο πάγο, πάντα να πονάει. Οι φίλοι διάλεξαν άλλη σύζυγο για μένα. Την διάλεξαν μια πανέμορφη. Παντρευτήκαμε γρήγορα να μην αλλάξω γνώμη. Δεκαεπτά χρόνια μαζί, μα η ομορφιά δεν με αιχμαλώτισε. Προσπαθώ να φανώ ευτυχισμένος Ελπίζω χωρίς ελπίδα. Αν κάποιος πήγαινε στις αποθήκες της κουρασμένης μου ψυχής, θα έβρισκε την Χλόη εκεί, για πάντα. Θα με φωνάξεις άραγε ποτέ ξανάΜια μέρα, βρέθηκα ξανά στον πεζόδρομο του Κολωνακίου, εκεί όπου όλα είχαν αρχίσει. Τα πλατάνια είχαν μεγαλώσει, μα η σκιά τους παρέμενε ίδια. Πέρασε δίπλα μου μια γυναίκα με κόκκινα παπούτσια, κρατώντας το χέρι ενός κοριτσιού με γέλιο λαμπερό. Γύρισα να δω δεν ήταν η Χλόη, ούτε η Ελευθερία. Όμως μου φάνηκαν γνώριμες.

Σκέφτηκα πως ίσως όλα όσα χάνονται μένουν κάπου μέσα μας, αθέατα. Το παλιό μου όνειρο, το σπίτι μας, οι βραδιές με κρασί και φρούτα, οι κομμένες φωτογραφίες, τα γεμάτα γράμματα όσα δεν ξεπερνιούνται. Δεν ήμουν πια εκείνος ο δεκαοχτάρης, ούτε ο φλογερός. Για όλα υπήρξε τίμημα. Χάθηκε το πάθος, κερδήθηκε η μνήμη.

Κοίταξα ψηλά, κι ένιωσα ξαφνικά ελαφρύς. Όποιος αγαπάει αληθινά, δεν χάνει ποτέ απλώς προχωρά με τα σημάδια του, γελώντας ή σιωπώντας. Με το δικό του δρόμο, με το φως που κάποτε άναψε η Χλόη.

Έτσι περπάτησα κι εγώ, χωρίς θλίψη, χωρίς προσμονή. Μόνο με μια καρδιά που παλλόταν, θυμίζοντας κάθε αγκαλιά, κάθε φθινόπωρο, κάθε βήχα και κάθε μικρό φωτάκι που είχαμε κάποτε μαζί.

Oceń artykuł
Αρκεί Να Με Φωνάξεις «Σας ανακηρύσσω άντρα και γυναίκα!» – αναφώνησε με μεγαλοπρέπεια η υπάλληλος το…