Ένας Αργός Αποχαιρετισμός: Ένα Αντίο Στο Δρόμο Για Το Σπίτι
Αφού αποχαιρέτησε την ερωμένη του με ένα τρυφερό φιλί, ο Θόδωρος Παπαδόπουλος μπήκε στο αυτοκίνητο και πήγε προς το σπίτι. Σταμάτησε για μια στιγμή μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματος, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, επαναλαμβάνοντας στο μυαλό του τις λέξεις που θα έλεγε στη γυναίκα του. Ανέβηκε τα σκαλιά και ξεκλείδωσε την πόρτα.
Γεια είπε ο Θόδωρος. Ελένη, είσαι εδώ;
Είμαι απάντησε η γυναίκα του, χωρίς συναίσθημα. Γεια. Έλα τώρα, να ψήσω τα κοτολέτες;
Ο Θόδωρος υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι θα ήταν ευθύς, σταθερός, χωρίς περιστροφές ένας άνδρας αποφάσεων! Ήταν ώρα να τελειώσει αυτή τη διπλή ζωή, ενώ ακόμα ένιωθε τη ζεστασιά των χειλιών της ερωμένης του, πριν η ρουτίνα τον καταπιεί ξανά.
Ελένη έβαλε λίγο ο Θόδωρος, ρυθμίζοντας τη φωνή του. Ήρθα να σου πω ότι πρέπει να χωρίσουμε.
Τα νέα δέχτηκαν με μια ενοχλητική ηρεμία. Η Ελένη δεν ήταν γυναίκα που εύκολα χανόταν. Σε παλιότερες εποχές, ο Θόδωρος της έλεγε «Ελένη του Πάγου» γι αυτό ακριβώς.
Τι εννοείς; ρώτησε εκείνη, σταματημένη στην πόρτα της κουζίνας. Να μην ψήσω τα κοτολέτες;
Αυτό εξαρτάται από σένα είπε ο Θόδωρος. Αν θες, ψήσε τα· αν όχι, μην τα ψήσεις. Εγώ φεύγω. Για μια άλλη γυναίκα.
Οι περισσότερες γυναίκες θα αντιδρούσαν με έκρηξη θυμού, ίσως ένα τηγάνι να πετούσε προς το μέρος του άνδρα τους. Αλλά η Ελένη δεν ήταν σαν τις άλλες.
Αχ, τι μεγάλη τραγωδία μουρμούρισε. Έφερες τις μπότες μου από το τσαγκάρη;
Όχι παραδέχτηκε ο Θόδωρος, έκπληκτος. Αν είναι τόσο σημαντικό, θα πάω να τις πάρω τώρα!
Κοίτα μουρμούρισε η Ελένη. Αυτός πάντα ήσουν, Θόδωρο. Στέλνεις έναν ανόητο να σου φέρει τις μπότες, και σου φέρνει τις παλιές.
Ο Θόδωρος προσβλήθηκε. Το δράμα που είχε σχεδιάσει καταρρέει. Πού ήταν τα δάκρυα, οι κραυγές, ο ιερός θυμός; Μα τι περισσότερο να περίμενε από μια γυναίκα με το κρύο αίμα της Ελένης του Πάγου;
Νομίζω ότι δεν με ακούς, Ελένη! είπε, υψώνοντας τη φωνή του. Σου λέω ότι σε αφήνω για μια άλλη, και εσύ μου μιλάς για μπότες!
Ακριβώς απάντησε η Ελένη. Σε αντίθεση με εμένα, εσύ μπορείς να πας όπου θέλεις. Οι μπότες σου δεν είναι στο τσαγκάρη. Τι σε εμποδίζει;
Ζούσαν μαζί για χρόνια, αλλά ο Θόδωρος ποτέ δεν κατάφερε να ξεχωρίζει πότε η Ελένη μιλούε σοβαρά και πότε πειραζόταν. Στην αρχή, ακριβώς αυτή η ψυχραιμία, αυτή η διακριτικότητα, τον είχε τραβήξει. Χωρίς να αναφέρουμε την σταθερή ομορφιά της και την πρακτική της προσέγγιση.
Η Ελένη ήταν σταθερή, πιστή και ατάραχη σαν ένα ογκόλιθο. Αλλά τώρα ο Θόδωρος αγαπούσε μια άλλη. Την αγαπούσε με πάθος, αμαρτία και γλυκότητα! Ήταν ώρα να κόψει τα δεσμά και να ξεκινήσει μια νέα ζωή.
Και έτσι, Ελένη δήλωσε ο Θόδωρος, με επισημότητα και μια πικρή νότα. Σ ευχαριστώ για όλα, αλλά φεύγω γιατί αγαπώ μια άλλη. Εσένα δεν σε αγαπώ πλέον.
Απίστευτο είπε η Ελένη, χωρίς να υψώσει τη φωνή. Δεν με αγαπά, ο κακόμοιρος. Η μητέρα μου λάτρευε τον γείτονα, ο πατέρας μου λάτρευε το ντόμινο και τη ρακή. Και κοίτα τι καταπληκτική γυναίκα έγινα εγώ.
Ήξερε ότι η διαφωνία με την Ελένη ήταν άσκοπη. Κάθε της λέξη ζύγιζε σαν πέτρα. Ο αρχικός του ενθουσιασμός ξεθύμαΟ Θόδωρος έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή, κοιτάζοντας την Ελένη που στέκονταν ατάραχη, και τελικά σήκωσε τις παλιές μπότες του και βγήκε από την πόρτα, χωρίς να ξέρει αν ποτέ θα τις φορέσει ξανά.





